Ένας χωρισμός αλλάζει πολλά στη ζωή μιας οικογένειας. Όταν υπάρχουν παιδιά οι δύο σύντροφοι μπορεί να μην είναι πια ζευγάρι, αλλά συνεχίζουν να είναι γονείς. Πώς μπορεί να λειτουργήσει αυτή η νέα πραγματικότητα; Συγκεκριμένες και πρακτικές απαντήσεις δίνει η διαπιστευμένη οικογενειακή διαμεσολαβήτρια Αλεξάνδρα Στουραΐτη στο βιβλίο της «Η Γονεϊκότητα Μετά τον Χωρισμό», εκδόσεις Αρμός.
Είναι ένα βιβλίο που προσεγγίζει τον χωρισμό τόσο από τη νομική όσο και από την ψυχολογική του πλευρά και λειτουργεί σαν «πρώτες βοήθειες» για τους γονείς, με σταθερό σημείο αναφοράς τις ανάγκες των παιδιών. Δεν ξεχνά ούτε τους παππούδες, στους οποίους αφιερώνει ξεχωριστό κεφάλαιο. Και μόνο το κεφάλαιο «25 πράγματα που μπορούν να κάνουν οι γονείς για τα παιδιά τους – (αλλά και για τον εαυτό τους)» είναι ένας καλός λόγος για να διαβάσει κάποιος αυτό το βιβλίο.
Συνέντευξη στην Έφη Ζέρβα
Με βάση τη δική σας εμπειρία, ποιο θεωρείτε ότι είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζει σήμερα μια οικογένεια στην Ελλάδα όταν μπαίνει στη διαδικασία του διαζυγίου;
Αν θέλουμε να είμαστε ρεαλιστές, σίγουρα θα απαντούσαμε το οικονομικό. Ζούμε σε μία χώρα που τελεί υπό συνθήκες πίεσης εδώ και πάρα πολλά χρόνια και αυτό φυσικά έχει αντίκτυπο στις οικογένειες. Η οικονομική πίεση και η έλλειψη υποστηρικτικών δομών μετατρέπουν ένα ήδη φορτισμένο συναισθηματικά γεγονός, όπως ο χωρισμός, σε έναν καθημερινό αγώνα επιβίωσης για τους γονείς. Με έναν χωρισμό έρχονται τα δικαστικά έξοδα, οι αμοιβές των επαγγελματιών, και λοιπά. Αυτά συχνά αποτελούν ένα μεγάλο σοκ. Αλλά το σημαντικότερο είναι ότι από εδώ και μετά οι δύο ενήλικες καλούνται πλέον να υποστηρίζουν οικονομικά δύο σπίτια. Η μετάβαση από το ένα νοικοκυριό στα δύο σημαίνει αυτόματα διπλάσια ενοίκια, λογαριασμούς κοινής ωφέλειας και πάγια έξοδα.

Από εκεί και μετά πρέπει να αναφέρουμε ότι υπάρχει γενικότερη έλλειψη υποστήριξης. Να σας δώσω ένα παράδειγμα. Στη Νέα Ζηλανδία το Υπουργείο Δικαιοσύνης παρέχει δωρεάν υπηρεσίες διαμεσολάβησης για οικογενειακές υποθέσεις, δηλαδή σε ένα διαζύγιο. Εδώ δεν υπάρχουν υπηρεσίες που να υποστηρίζουν με επάρκεια τον χωρισμό, και οι άνθρωποι αναζητουν βοήθεια και υποστήριξη, επωμιζόμενοι τα έξοδα των επαγγελματιών στους οποίους απευθύνονται. Δηλαδή, σε άλλες χώρες το κράτος αντιμετωπίζει το διαζύγιο ως κοινωνικό ζήτημα που απαιτεί άμεση παρέμβαση, στην Ελλάδα αντιμετωπίζεται σχεδόν αποκλειστικά ωςιδιωτική δικαστική διαφορά. Αυτό μετακυλίει όλο το οικονομικό και ψυχολογικό βάρος στους ίδιους τους γονείς. Το πρόβλημα στην Ελλάδα δεν είναι η έλλειψη επιστημόνων (διαμεσολαβητών ή ψυχολόγων), αλλά η έλλειψη πολιτικής βούλησης να οργανωθεί ένα δίχτυ ασφαλείας που θα προστατεύει την οικογένεια, απαλλάσσοντάς την από το βάρος της εμπορευματοποίησης μιας τόσο κρίσιμης μεταβατικής περιόδου. Και όταν οι γονείς είναι εξουθενωμένοι από το άγχος της επιβίωσης και την έλλειψη βοήθειας, είναι πολύ πιο δύσκολο να διατηρήσουν την απαραίτητη ψυχική ηρεμία για να στηρίξουν συναισθηματικά τα παιδιά τους σε αυτή τη μεταβατική φάση.
Τι ακριβώς είναι ο οικογενειακός διαμεσολαβητής και ποιος είναι ο ρόλος του σε ένα διαζύγιο; Ποιος μπορεί να ασκήσει αυτόν τον ρόλο στην Ελλάδα και ποια εκπαίδευση απαιτείται;
Ο οικογενειακός διαμεσολαβητής είναι ένας ειδικά εκπαιδευμένος και καταρτισμένος επαγγελματίας. Συνήθως έχει και την ιδιότητα του δικηγόρου που έχει εκπαιδευτεί και διαπιστευτεί πρώτα ως διαμεσολαβητής από το Υπουργείο Δικαιοσύνης, και στη συνέχεια έχει μετεκπαιδευτεί ως οικογενειακός διαμεσολαβητής. Ο ρόλος του είναι εκείνος του ουδέτερου τρίτου που συνδράμει και υποστηρίζει τις δύο πλευρές στο να καταλήξουν σε μία συμφωνία βοηθώντας να βρεθούν τα σημεία σύγκλισης και όχι τα σημεία απόκλισης.

Η προσέγγισή του αλλάζει τα δεδομένα των συζητήσεων, γιατί ο διαμεσολαβητής δεν είναι δικαστής (δεν επιβάλλει λύσεις, δεν κρίνει ποιος έχει δίκιο ή άδικο και δεν εκδίδει απόφαση), ούτε είναι ο δικηγόρος της μίας πλευράς. Δεν προασπίζεται τα συμφέροντα του ενός εις βάρος του άλλου, αλλά διευκολύνει την επικοινωνία και των δύο αλλάζοντας τη γλώσσα της συζήτησης: βοηθά τους γονείς να μετατοπιστούν από τις «θέσεις» τους (τι απαιτεί ο καθένας) στα πραγματικά τους «συμφέροντα» και «ανάγκες» (τι είναι καλύτερο για τα παιδιά και τι είναι πρακτικά εφαρμόσιμο). Στο δικαστήριο, οι πλευρές αναγκάζονται να ανακυκλώνουν το παρελθόν, τα λάθη και τις πληγές του γάμου τους για να πείσουν τον δικαστή. Αντίθετα, ο οικογενειακός διαμεσολαβητής στρέφει το βλέμμα των γονέων στο μέλλον: πώς θα οργανωθεί η νέα καθημερινότητα, πώς θα καλυφθούν οι οικονομικές ανάγκες και πώς θα διασφαλιστεί η συναισθηματική σταθερότητα των παιδιών. Να σημειώσουμε επίσης ότι οι συζητήσεις είναι εμπιστευτικές και απόρρητες. Όσα λέγονται μέσα στην αίθουσα της διαμεσολάβησης δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν αργότερα σε δικαστήριο, γεγονός που επιτρέπει στους γονείς να μιλήσουν ελεύθερα και ειλικρινά.

Πόσο επηρεάζει τη διαδικασία του διαζυγίου η παραδοσιακή αντίληψη του πατέρα ως βασικού οικονομικού στηρίγματος της οικογένειας; Συναντάτε πατέρες που αισθάνονται ότι μετά τον χωρισμό ο γονεϊκός τους ρόλος περιορίζεται κυρίως στην οικονομική τους συνεισφορά;
Εδώ και πολλά χρόνια τόσο οι κοινωνικές συνθήκες όσο και οι οικονομικές συνθήκες έχουν αλλάξει και ο νόμος αναγκάστηκε να ακολουθήσει τις κοινωνικές και οικονομικές εξελίξεις, καθώς το παλιό μοντέλο (όπου η μητέρα αναλάμβανε αποκλειστικά τη φροντίδα και ο πατέρας ήταν απλώς ένας «χρηματοδότης») δεν ανταποκρινόταν πλέον στην πραγματικότητα της σύγχρονης ελληνικής οικογένειας. Στην επαγγελματική μου πορεία ως διαμεσολαβήτριας εδώ και πάνω από μία δεκαετία, μπορώ να σας πω ότι έχω συναντήσει κάθε πιθανή εκδοχή γονεικότητας. Βεβαίως και υπάρχουν πατέρες που φοβούνται μήπως αντιμετωπιστούν κυρίως ως το οικονομικό στήριγμα μετά το χωρισμό, όπως και μητέρες που φοβούνται μήπως τα βάρη της ανατροφής πέσουν κυρίως στις πλάτες τους – ότι θα επωμιστούν όλο το ψυχικό και πρακτικό βάρος (διάβασμα, παιδικές ασθένειες, καθημερινό τρέξιμο) ενώ ο άλλος γονέας θα έχει μόνο τον «εύκολο» χρόνο του Σαββατοκύριακου.

Ωστόσο υπάρχουν και πατέρες που επιδιώκουν να αναλάβουν πρακτικά την ουσιαστική φροντίδα του παιδιού – πατέρες έτοιμοι να μαγειρέψουν, να διαβάσουν, να πάνε το παιδί στο σχολείο – όπως και πατέρες που το δεν το κάνουν, για λόγους που είτε τους επιβάλλονται (για παράδειγμα, η μητέρα θέλει να δώσει στον πατέρα την ελάχιστη επικοινωνία) είτε ξεκινούν από τους ίδιους (για παράδειγμα, αν δεν είχαν εμπλακεί ενεργά στην ανατροφή και τις πρακτικές ανάγκες του παιδιού στο παρελθόν, βρίσκουν δυσκολότερη την ανάληψη τέτοιων ευθυνών μετά το χωρισμό). Είναι λογικό, αν ένας πατέρας δεν είχε μάθει να αλλάζει πάνες, να ξυπνάει τη νύχτα ή να διαχειρίζεται τα έντονα ξεσπάσματα του παιδιού κατά τη διάρκεια του γάμου, η ξαφνική ανάληψη αυτών των ευθυνών στο δικό του σπίτι, χωρίς «δίχτυ ασφαλείας», να του προκαλεί τεράστιο άγχος. Αυτό το άγχος συχνά μεταφράζεται σε υποχώρηση ή αποφυγή, όχι απαραίτητα από έλλειψη αγάπης, αλλά από έλλειψη δεξιοτήτων – και ο μόνος τρόπος να ξεπεραστεί το άγχος, ο γονέας να αναλάβει με επάρκεια τον ρόλο του, και να χτίσει και ουσιαστική σχέση με το παιδί του, είναι αυτό να το αντιληφθεί και να το παραδεχθεί.
Εδώ να σας πω ότι το βιβλίο έχει ως βασικό στόχο να συνδράμει κάθε γονέα, και τις μητέρες και τους πατέρες, και να λειτουργήσει ως ένας «χάρτης» σε μια περίοδο που οι γονείς νιώθουν ότι έχουν χάσει το έδαφος κάτω από τα πόδια τους. Βοηθά τους γονείς να δουν ο ένας τον άλλον ως ανθρώπους με πραγματικές ανησυχίες, και επιδιώκει να λειτουργήσει ως «προληπτική διαμεσολάβηση», ώστε ένας γονέας να κατανοήσει τη συμπεριφορά του πρώην συντρόφου του πριν αυτή μετατραπεί σε σύγκρουση. Να έχουν δηλαδή οι γονείς στα χέρια τους ένα δομημένο υποστηρικτικό «εργαλείο», για να αποφύγουν την ψυχική και οικονομική φθορά. Και να σημειώσω ότι, από την ανατροφοδότηση που έχουμε πάρει από τους αναγνώστες, παρόλο που το θέμα είναι δύσκολο και αφορά ένα δύσκολο κομμάτι της ζωής τους, το βιβλίο τους αφήνει με ελπίδα και χαμόγελο. Είναι δηλαδή ένα ενδυναμωτικό και ελπιδοφόρο ανάγνωσμα, όχι ένας τόμος γεμάτος στεγνή πληροφορία και καταγγελτικό λόγο.
Μπορείτε να μας σκιαγραφήσετε ένα ενδεικτικό πλάνο γονεϊκότητας για μια οικογένεια με μικρά παιδιά ή εφήβους που βρίσκεται στη διαδικασία διαζυγίου; Τι θα πρέπει να περιλαμβάνει και ποιες είναι οι βασικές προτεραιότητές του;
Το σωστό πλάνο γονεικότητας (περιλαμβάνεται και υπόδειγμα στο παράρτημα του βιβλίου) για κάθε οικογένεια χρειάζεται να διαμορφώνεται με βάση τις ανάγκες των παιδιών και των γονέων της συγκεκριμένης οικογένειας. Επομένως, θα ήταν δύσκολο για μένα να σας αναφέρω κάποιο ενδεικτικό πλάνο που όλοι οι αναγνώστες να κρίνουν ως «σωστό». Αυτό, όμως, που θα μπορούσα να σας πω είναι ότι οι ανάγκες των παιδιών αλλάζουν με την πάροδο του χρόνου καθώς αυτά αναπτύσσονται, και ποικίλουν από ηλικία σε ηλικία. Επομένως, μπορούμε να πούμε το εξής: βεβαίως και τα αδέρφια χρειάζεται να περνούν ποιοτικό χρόνο μαζί, άρα και η επικοινωνία των γονέων μαζί τους να ρυθμιστεί με έναν τέτοιο τρόπο. Ωστόσο, είναι διαφορετικές οι ανάγκες ενός θηλάζοντος βρέφους έξι μηνών, από τις ανάγκες ενός εξάχρονου παιδιού που ξεκινά το δημοτικό και από τις ανάγκες ενός δεκαπεντάχρονου εφήβου που αναζητά σιγά-σιγά και την αυτονομία του.

Στο βιβλίο αναφέρονται αναλυτικά οι ανάγκες των παιδιών ανά ηλικία, π.χ. το βρέφος χρειάζεται τη σύνδεση με τη μητέρα λόγω θηλασμού, και τη διατήρηση μιας ρουτίνας ύπνου και φαγητού. Η επικοινωνία με τον πατέρα πρέπει να είναι συχνή αλλά μικρής διάρκειας, ώστε να χτίζεται ο δεσμός χωρίς όμως να διαταράσσεται ο θηλασμός και η σταθερότητα του μωρού. Το εξάχρονο παιδί βρίσκεται σε μια μεταβατική φάση: χρειάζεται σταθερότητα στο διάβασμα, αλλά μπορεί να διαχειριστεί άνετα Σαββατοκύριακα ή εναλλασσόμενες ημέρες με τον πατέρα. Αυτό το παιδί έχει ανάγκη να περάσει χρόνο με τον 15χρονο αδερφό του για να νιώσει την ασφάλεια της «ενιαίας» αδερφικής σχέσης μέσα στη νέα πραγματικότητα. Ταυτόχρονα ο 15χρονος έφηβος, του οποίου το πρόγραμμα καθορίζεται πλέον από τα φροντιστήρια, τις παρέες και τις δραστηριότητές του με μεγαλύτερη αυτονομία, θα πιεζόταν από ένα αναγκαστικό πλάνο επικοινωνίας κάθε δεύτερο Σαββατοκύριακο, και κάτι τέτοιο μπορεί να φέρει τα αντίθετα αποτελέσματα για την εξελιξη της σχέσης με τον γονέα.
Πώς λύνουμε τον γρίφο; Με ευελιξια και κατανόηση. Για παράδειγμα, ο εξάχρονος και ο δεκαπεντάχρονος μπορούν να ακολουθούν ένα κοινό βασικό μοτίβο (π.χ. τις ίδιες ημέρες στον πατέρα), ώστε να διασφαλίζεται ο πολύτιμος κοινός χρόνος μεταξύ τους, και ταυτόχρονα ο έφηβος να έχει την ελευθερία να τροποποιήσει κάποιες ώρες για να δει τους φίλους του, ενώ το έξι μηνών μωρό έρχεται για λίγες ώρες στο σπίτι του πατέρα ενώ είναι ήδη εκεί τα αδέρφια του. Έτσι, το μωρό βλέπει τον πατέρα του, συνδέεται με τα αδέρφια του, αλλά επιστρέφει στη βάση του για τον βραδινό θηλασμό και ύπνο. Αυτό που περιγράφω προστατεύει τους γονείς από μια μεγάλη παγίδα: να εγκλωβιστούν σε μια συμφωνία που υπογράφηκε όταν το παιδί ήταν δύο ετών και να προσπαθούν να την εφαρμόσουν όταν γίνει δέκα.
Θεωρείτε πως είναι σημαντικό, κατά τη διαδικασία ενός διαζυγίου, ένα παιδί να μπορεί να μιλήσει σε έναν ουδέτερο τρίτο, όπως έναν συγγενή, έναν οικογενειακό φίλο ή έναν δάσκαλο, για τις επιθυμίες του και για την επικοινωνία με τους γονείς του; Και εάν δεν υπάρχει ένας τέτοιος άνθρωπος στη ζωή του παιδιού, τι προτείνετε;
Καταρχάς να πούμε ότι η ύπαρξη υποστηρικτικού περιβάλλοντος αποτελεί τον καθοριστικότερο παράγοντα ανθεκτικότητας για μια οικογένεια που περνάει τη δοκιμασία ενός χωρισμού, πολλώ δε μάλλον για τα παιδιά. Χωρίς να λέμε ότι είναι δεδομένο πως ένας συγγενής ή ένας οικογενειακός φίλος θα είναι όντως ουδέτερος τρίτος, θα πρέπει ωστόσο να λάβουμε υπόψιν και τη σχέση εμπιστοσύνης του παιδιού μαζί του, η οποία είναι σημαντική γιατί παρέχει αίσθηση ασφάλειας και σταθερότητας στο παιδί, και συνήθως δεν πρέπει να διαρραγεί. Ένας δάσκαλος θα μπορούσε όντως να θεωρηθεί ουδέτερος σύμμαχος του παιδιού, εάν κατακτήσει μία τέτοια σχέση.
Σε ό,τι αφορά τη συμμετοχή των παιδιών στη διαμεσολάβηση και το να μιλήσουν στο διαμεσολαβητή να επισημάνουμε ότι οι προϋποθέσεις είναι αρκετές, και περιλαμβάνουν ειδική μετεκπαίδευση (Child-Informed/Inclusive Practice) του διαμεσολαβητή, και ρητή συγκατάθεση και των δύο γονέων, αλλά και επιθυμία του ίδιου του παιδιού – το παιδί δεν εξαναγκάζεται ποτέ. Να ξεκαθαρίσουμε ότι το παιδί δεν πρέπει να καλείται ποτέ να διαλέξει πλευρά – θέλουμε απλώς να έχει τον χώρο να εκφράσει τις ανάγκες, τις ανησυχίες και τα συναισθήματά του. Να σημειώσουμε επίσης πως όσα λέει το παιδί στον διαμεσολαβητή είναι απόρρητα, και ο διαμεσολαβητής μεταφέρει στους γονείς μόνο τα σημεία που το ίδιο το παιδί έχει συμφωνήσει να μοιραστεί, προστατεύοντάς το από τυχόν αντίποινα ή αισθήματα ενοχης. Όταν αυτές οι προϋποθέσεις τηρούνται, η φωνή του παιδιού λειτουργεί ως καταλύτης: βοηθά τους γονείς να βάλουν σε παρένθεση τη δική τους διαμάχη, και να εστιάσουν στην πραγματικότητα του παιδιού τους.
Τι προσπαθείτε να πετύχετε με αυτό το βιβλίο;
Πρώτον, την υπεύθυνη ενημέρωση των γονέων για τις νομικές διαδικασίες, τους όρους (υπάρχει και λεξικό νομικών όρων στο τέλος του βιβλίου) και τις δυνατότητες που έχουν. Δεύτερον, την ενημέρωση των επαγγελματιών (δικηγόρων, ψυχολόγων, θεραπευτών, εκπαιδευτικών κ.λπ.) σε σχέση είτε με τις ανάγκες και την ψυχολογία του παιδιού (για τους δικηγόρους), είτε με το νομικό πλαίσιο (για τους υπόλοιπους). Θέλουμε το βιβλίο να λειτουργεί ως κοινή γλώσσα: να επιτρέπει στον δικηγόρο να δει το παιδί πίσω από το δικόγραφο, και στον θεραπευτή ή τον δάσκαλο να κατανοήσει το νομικό πλαίσιο μέσα στο οποίο κινείται η οικογένεια. Να γεφυρώσει ένα τεράστιο χάσμα επικοινωνίας που υπάρχει στην Ελλάδα ανάμεσα στους γονείς και τους επαγγελματίες. Τρίτον, και με αυτό θα ήθελα να κλείσω: στόχος μας, όπως προανέφερα, είναι να κάνει μία «προληπτική διαμεσολάβηση», δηλαδή να διαβάζουν οι γονείς το βιβλίο αυτό στα πρώτα στάδια του χωρισμού ώστε αφενός να ξέρουν τι έχουν να αντιμετωπίσουν παρακάτω, αφετέρου να καταφέρουμε να προλάβουμε τις συγκρούσεις προτού αυτές βαθύνουν. Μαθαίνοντας από την αρχή τι ακριβώς έχουν να αντιμετωπίσουν (νομικά, οικονομικά, πρακτικά), οι γονείς αποκτούν τον έλεγχο της κατάστασης και δεν παρασύρονται από πανικό. Από την εμπειρία μου θα σας πω ότι οι περισσότερες μακροχρόνιες δικαστικές μάχες ξεκινούν σχεδόν πάντα από μικρές, καθημερινές παρεξηγήσεις που διογκώθηκαν λόγω της επαναληψιμότητάς τους, και λόγω του θυμού που προκαλούν. Το βιβλίο, λοιπόν, λειτουργεί σαν «πρώτες βοήθειες». Βάζει φρένο στην πόλωση πριν οι γονείς ανταλλάξουν κουβέντες ή δικόγραφα από τα οποία μετά είναι δύσκολο να υπαναχωρήσουν.
Η Αλεξάνδρα Στουραΐτη είναι δικηγόρος, διαπιστευμένη οικογενειακή διαμεσολαβήτρια με τετραετή εκπαίδευση στο Ψυχόδραμα και μεταπτυχιακές σπουδές στις εξαρτήσεις, και υποψήφια διδάκτωρ Κοινωνικής Εργασίας. Από το 2016 έχει υπάρξει υπότροφος, ερευνήτρια και εκπαιδεύτρια Επανορθωτικής Δικαιοσύνης με παρουσία σε διεθνή fora και συνέδρια, ενώ η διδακτορική της διατριβή εστιάζει στην παιδική προστασία και την Επανορθωτική Δικαιοσύνη. Εργαζεται ως Ειδικός Σύμβουλος Επανορθωτικής Δικαιοσύνης στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής – το μόνο πανεπιστήμιο με παρόμοια θέση στην Ελλάδα.
Info: Διαμεσολαβητής μπορεί να γίνει οποιοσδήποτε είναι κάτοχος πτυχίου Ανώτατου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος ή ισότιμου τίτλου σπουδών του εξωτερικού. Δεν απαιτείται να είναι δικηγόρος. Μπορεί να είναι, για παράδειγμα, ψυχολόγος, κοινωνιολόγος, δάσκαλος, κοινωνικός λειτουργός ή οικονομολόγος.
Για να γίνει κάποιος διαμεσολαβητής, πρέπει να ολοκληρώσει βασική εκπαίδευση τουλάχιστον 80 ωρών σε αδειοδοτημένο Φορέα Κατάρτισης Διαμεσολαβητών, να περάσει τις εξετάσεις διαπίστευσης και να εγγραφεί στο Μητρώο Διαμεσολαβητών του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Για την εγγραφή στο Ειδικό Μητρώο Οικογενειακών Διαμεσολαβητών απαιτείται πρόσθετη μετεκπαίδευση, συνήθως 20 έως 30 ωρών, σε θέματα όπως το οικογενειακό δίκαιο, η επικοινωνία, η διαχείριση συγκρούσεων και οι ψυχολογικές παράμετροι των οικογενειακών διαφορών.
Ο οικογενειακός διαμεσολαβητής λειτουργεί ως ουδέτερος τρίτος. Δεν εκπροσωπεί καμία πλευρά, αλλά βοηθά τα μέρη να επικοινωνήσουν και να αναζητήσουν μια κοινά αποδεκτή συμφωνία. Η διαμεσολάβηση δεν παρέχεται ως δωρεάν κρατική υπηρεσία. Οι διαμεσολαβητές είναι ιδιώτες επαγγελματίες και η αμοιβή τους συμφωνείται ελεύθερα και εγγράφως. Μια οικογενειακή διαμεσολάβηση για ζητήματα επιμέλειας, διατροφής και επικοινωνίας ή για κοινή περιουσία και χρέη μπορεί συχνά να ολοκληρωθεί σε 4 έως 6 ώρες, με κόστος περίπου 200 έως 400 ευρώ για κάθε πλευρά, συν την αμοιβή του δικηγόρου της.
Κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook
Ακολούθησε μας στο Twitter
Κάνε εγγραφή στο κανάλι μας στο Youtube
Γίνε μέλος στο κανάλι μας στο Viber
– Αναφέρεται ως πηγή το ertnews.gr στο σημείο όπου γίνεται η αναφορά.
– Στο τέλος του άρθρου ως Πηγή
– Σε ένα από τα δύο σημεία να υπάρχει ενεργός σύνδεσμος