«Αν τα πάντα σας σπρώχνουν σήμερα προς στην απουσία του κόσμου, προς την ατομικιστική απόσυρση, προς την καλλιέργεια απομονωμένων κόσμων (τεχνολογικών, εικονικών, χρησιμοθηρικών), η μόρφωση και η διδασκαλία παραμένουν αγαθά που διαφυλάσσουν τον άνθρωπο, τη συνάντηση, τις σχέσεις, την ανταλλαγή, τη φιλία, τις πνευματικές ανακαλύψεις, τον έρωτα».
Μάσιμο Ρεκαλκάτι, ψυχαναλυτής
Με αυτή τη φράση ο Κώστας Αγγελάκος περιγράφει ίσως και τη μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετωπίζει σήμερα το σχολείο: να παραμείνει ένας χώρος μόρφωσης, αλλά και ανθρώπινης συνάντησης, σε μια εποχή που η τεχνολογία αλλάζει με μεγάλη ταχύτητα τον τρόπο με τον οποίο τα παιδιά μαθαίνουν, επικοινωνούν και αντιλαμβάνονται τον κόσμο.
Ο Καθηγητής Παιδαγωγικής στο Τμήμα Ιστορίας και Ψηφιακών Ανθρωπιστικών Επιστημών, Αντιπρύτανης του Ιονίου Πανεπιστημίου και Διευθυντής Σύνταξης του εκπαιδευτικού περιοδικού «ΝΕΑ ΠΑΙΔΕΙΑ» μιλά στο ΕΡΤnews για τις αλλαγές που θεωρεί αναγκαίες στο ελληνικό σχολείο, τη θέση της τεχνητής νοημοσύνης στην τάξη, το πολλαπλό βιβλίο και το μέλλον του επαγγέλματος του εκπαιδευτικού.

Συνέντευξη στην Έφη Ζέρβα
Τα τελευταία αποτελέσματα της PISA δείχνουν ότι ένας στους δύο Έλληνες μαθητές τελειώνει το Γυμνάσιο χωρίς να μπορεί να κάνει απλούς μαθηματικούς συλλογισμούς και πράξεις, ενώ τέσσερις στους δέκα δυσκολεύονται να κατανοήσουν απλά κείμενα. Πιστεύετε ότι η συνεχής επαφή με τις οθόνες έχει συμβάλει σε αυτή την εικόνα; Και τελικά, πού βρίσκεται η μεγαλύτερη ευθύνη, στο σχολείο ή στην οικογένεια;
Τα αποτελέσματα της PISA επιβεβαίωσαν αυτό που γνωρίζουμε από την εξεταστική και ερευνητική πραγματικότητα και στη χώρα μας και σε άλλες χώρες. Όπως διαπιστώσατε και από τα διεθνή στοιχεία της έρευνας το φαινόμενο διαπιστώνεται σε πολλές δυτικές χώρες. Άρα είναι αδύνατο να μην συνδέεται με τη χρήση των οθονών αλλά αυτή η ερμηνεία είναι μονοδιάσταση. Είναι πολυπαραγοντικό ζήτημα συνυφασμένο, μεταξύ άλλων, και με την αυξανόμενη μείωση του ενδιαφέροντος για τη μόρφωση αλλά και με μια, εμφανώς προωθούμενη, χρησιμοθηρική ατομικιστική αντίληψη που επιδιώκει το άμεσο, το πρόσκαιρα ωφέλιμο και το εύκολα αποκτήσιμο, χωρίς πειθαρχία και μόχθο. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι οι χώρες της Ασίας και ιδιαίτερα οι πιο ισχυρές επαρχίες της Κίνας πρώτευσαν στο διαγωνισμό της PISA βασισμένες σε επιμονή και πειθαρχία αλλά και αξιοποιώντας τόσο τη σχέση τους με την παράδοση όσο και τις οθόνες και την ΤΝ από τις πρώτες τάξεις των δημοτικών σχολείων. Δεν είναι θέμα μεγαλύτερης ευθύνης σχολείου ή οικογένειας είναι ζήτημα υπεύθυνης στάσης απέναντι στις διαπιστώσεις των ερευνών αυτών. Κι όπως δήλωσα παραπάνω, χρειάζονται δομικές αλλαγές στο σύγχρονο σχολείο και όχι τεχνικές βελτιώσεις που γίνονται ήδη αλλά φέρουν ελάχιστα αποτελέσματα. Η οικογένεια απέναντι σε αυτές τις γνωστικές αδυναμίες των μαθητών είναι, συνήθως, απούσα ή μεταθέτει την ευθύνη στην τυποποιημένη σχολική και φροντιστηριακή αντιμετώπιση. Έχει παρασυρθεί κι αυτή από το ρεύμα της χρησιμοθηρίας των τίτλων ενώ και στη σχέση της με τις οθόνες έχει ανάλογη συμπεριφορά με τους μαθητές υποταγμένη σε μια ατομιστική και ναρκισσιστική χρήση τους.
Ορισμένοι επιστήμονες υποστηρίζουν ότι περνάμε σε μια «μετα-αναγνωστική κοινωνία», όπου ο γραπτός λόγος υποχωρεί και κυριαρχούν η εικόνα και το βίντεο. Μπορεί το σχολείο να αναστρέψει αυτή την τάση ή πρέπει να προσαρμοστεί σε μια νέα πραγματικότητα;
Πράγματι μεταβαίνουμε σε μια νέα εποχή όπου με την ανάπτυξη των γλωσσικών μοντέλων της τεχνητής νοημοσύνης ο γραπτός λόγος ή θα υποχωρεί ή κυρίως θα υποκαθίσταται από αυτά. Παράλληλα όμως θα έχουμε μια μεγάλη ανάπτυξη της προφορικότητας στο ψηφιακό περιβάλλον και μια χρήση του πολυτροπικού λόγου και της εικόνας στην επικοινωνία. Φυσικά το σύγχρονο σχολείο καλό θα είναι συμβαδίζει με την πραγματικότητα αυτή και να μην αντιμετωπίζει φοβικά ή αδιάφορα όπως συμβαίνει σήμερα. Εντάσσοντας τις ποικίλες δυνατότητες της ψηφιακότητας στη διδασκαλία, θα έχει το πλεονέκτημα να καλλιεργεί μια κριτική στάση απέναντί της αποκαλύπτοντας τις αδυναμίες και τους κινδύνους που εγκυμονεί η μυθοποίησή της και αναδεικνύοντας τη θεμελιώδη αρχή ότι κανένα ψηφιακό εργαλείο ή πρόγραμμα ΤΝ δεν είναι ουδέτερο , πάντα βασίζεται και συνδέεται με συγκεκριμένες αλγοριθμικές επιλογές. Άρα το σχολείο δεν μπορεί να είναι παρατηρητής αυτών των εξελίξεων και οι μαθητές να έρχονται σε επαφή με την ψηφιακότητα έξω από τους τοίχους σχολείου, όπως συμβαίνει σήμερα.
Λέτε ότι κανένα πρόγραμμα τεχνητής νοημοσύνης δεν είναι ουδέτερο. Τι σημαίνει αυτό στην πράξη για έναν μαθητή που χρησιμοποιεί ένα γλωσσικό μοντέλο για να αναζητήσει πληροφορίες ή να μάθει; Και πώς μπορεί το σχολείο να του καλλιεργήσει την κριτική σκέψη, ώστε να μην θεωρεί δεδομένο και αντικειμενικό οτιδήποτε του «απαντά» η τεχνητή νοημοσύνη;
Σημαίνει ότι ο μαθητής δεν πρέπει να θεωρεί μοναδικές και απόλυτα αληθείς τις πληροφορίες και κυρίως τις γνώσεις που αναζητά μέσω των γλωσσικών μοντέλων της τεχνητής νοημοσύνης. Οφείλει να γνωρίζει μέσω του σχολείου ότι οι πληροφορίες και οι γνώσεις αυτές προέρχονται από συγκεκριμένες πηγές, επιλέγονται και ιεραρχούνται με συγκεκριμένες αλγοριθμικές οδηγίες και έχουν ιδεολογικό πρόσημο. Σε συγκεκριμένα προγράμματα ΤΝ στις ΗΠΑ που αξιοποιούνται στην ποινική δικαιοσύνη διαπιστώθηκε εμφανής φυλετική ή κοινωνική προκατάληψη έναντι συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων ή μειονοτήτων. Το σχολείο μπορεί να καλλιεργήσει την κριτική στάση των μαθητών απέναντι σε αυτά τα γλωσσικά μοντέλα και γενικά στα προγράμματα ΤΝ, όταν τα φέρνει και τα κρίνει εντός της διδασκαλίας αποκαλύπτοντας τις υπόρρητες σκοπιμότητες που τα διέπουν. Κι αυτό μπορεί να γίνει με τη καθιέρωση της διδασκαλίας του κριτικού γραμματισμού όχι μόνο στη Γλώσσα αλλά σε όλα τα μαθήματα του σχολείου με τη διεπιστημονική συνεργασία μεταξύ των διαφόρων ειδικοτήτων.
Μεταβαίνουμε δηλαδή σε μια εποχή, στην οποία ένα παιδί θα μεγαλώνει χωρίς βιβλία;
Δεν θα μεγαλώνει χωρίς βιβλία αλλά ανάμεσα σε χιλιάδες ψηφιακά βιβλία και σε λίγα και επιλεγμένα έντυπα βιβλία. Πράγματι υπάρχει ο κίνδυνος η ανάγνωση όπως τη γνωρίζουμε να περιοριστεί γιατί απαιτεί χρόνο, διάθεση και ήρεμους ρυθμούς , στοιχεία πιθανόν δυσεύρετα στο ψηφιακό μέλλον. Από την άλλη είναι πιθανό επίσης ο άνθρωπος να διαβάζει με πιο γρήγορους ρυθμούς, μικρότερα και περιεκτικά κείμενα αλλά να επικοινωνεί περισσότερο και να έχει την ανάγκη για ανάγνωση και ψυχαγωγία την οποία υπόσχονται να του προφέρουν τα διαρκώς εξελισσόμενα ψηφιακά εργαλεία. Σκεφτείτε μόνο πόσοι άνθρωποι άκουγαν ηχητικά βιβλία ή οτιδήποτε ηχητικό παλιότερα και τι γίνεται σήμερα που πολλά βιβλία συνοδεύονται και με ηχητική απόδοση ή δείτε τι γίνεται με την άνθιση των podcasts.Το σχολείο σε αυτή τη μετάβαση μπορεί να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στη σχέση των νέων με τις ποικίλες μορφές ανάγνωσης και επικοινωνίας μη παραμένοντας βουβό και άλαλο όπως εμφανίζεται, συνήθως, σήμερα!
Τον τελευταίο καιρό ακούμε συχνά τον όρο «πολλαπλό βιβλίο», όμως οι περισσότεροι δεν γνωρίζουμε τι ακριβώς σημαίνει. Τι θα αλλάξει στην πράξη για τους μαθητές και τους εκπαιδευτικούς;
Ο όρος «πολλαπλό βιβλίο» είναι μία ελληνική ιδιαιτερότητα και γεννήθηκε ως αντίπαλη πρόταση στο καθεστώς του μοναδικού σχολικού βιβλίου. Στην ουσία εννοείται το ποικίλο και εναλλακτικό διδακτικό υλικό προσέγγισης ενός μαθήματος το οποίο επιτρέπει σε μαθητή και εκπαιδευτικό να έχουν μια πολυπρισματική θεώρηση της σχολική γνώσης και όχι μονομερή όπως συμβαίνει ως τώρα. Το «πολλαπλό βιβλίο» που επιχειρείται να εισαχθεί από το σχολ. έτος 2027-28 είναι μια παραλλαγή της υπάρχουσας πραγματικότητας με την έννοια ότι ο μαθητής θα έχει πάλι ένα σχολικό εγχειρίδιο βασισμένο σε ένα πολύ ασφυκτικό πρόγραμμα σπουδών. Άρα μπορεί οι εκπαιδευτικοί του σχολείου να έχουν να επιλέξουν ανάμεσα σε δύο συνήθως βιβλία, αυτά όμως είναι παρόμοιας λογικής και τρόπου προσέγγισης της γνώσης. Αυτή η εμμονή στη μονομέρεια , σε μια εποχή μάλιστα που οι πηγές πληροφόρησης και προσέγγισης της γνώσης είναι πολλές, θα καταστήσει πάλι τη σχολική γνώση παρωχημένη και τους μαθητές αδιάφορους γι΄ αυτήν.
Πώς θα έπρεπε, λοιπόν, να εφαρμοστεί το πολλαπλό βιβλίο για να έχει πραγματικό νόημα, κατά τη γνώμη σας;
Το σημαντικό είναι να δοθεί η σταδιακή δυνατότητα (αρχικά από τις πρώτες τάξεις κάθε βαθμίδα) συμμετοχής ποικίλων ομάδων (ιδιωτικοί φορείς, Πανεπιστήμια, επιστημονικές ενώσεις, ερευνητικά ιδρύματα αλλά και δημόσιες ή ιδιωτικές σχολικές μονάδες) στη συγγραφή όχι ενός αλλά πολλών, σχολικών βιβλίων και άλλου διδακτικού υλικού σε κάθε μάθημα σε έντυπη και ψηφιακή μορφή. Το σημαντικότερο είναι, με βάση ανοιχτά και σύγχρονα προγράμματα σπουδών, να δοθεί η θεσμική και οικονομική δυνατότητα στους εκπαιδευτικούς και στις σχολικές μονάδες να παράγουν το δικό τους υλικό, το οποίο να μπορούν να υποβάλουν για αξιολόγηση ως εγκεκριμένο διδακτικό υλικό. Ιδιαίτερα τα Πρότυπα και Πειραματικά σχολεία θα μπορούσαν να αποτελέσουν τους πυλώνες παραγωγής και εφαρμογής πρωτότυπου και διαρκώς ανανεώσιμου διδακτικού υλικού με ποικίλες μορφές από τις πιο παραδοσιακές έως τις πιο εναλλακτικές. Μαθητές και εκπαιδευτικοί θα είχαν την δυνατότητα πρόσβασης σε πολλαπλό και διαφορετικό υλικό, γεγονός που θα υπονόμευε τη σημερινή αποστήθιση και αναπαραγωγή της γνώσης ενώ παράλληλα θα καλλιεργούσε την κριτική σκέψη μέσα από την επαφή με διαφορετικές θεωρητικές και πρακτικές προσεγγίσεις της γνώσης.
Πόσα από τα παραπάνω αυτονόητα υλοποιήθηκαν με την απόπειρα εφαρμογής του λεγόμενου «πολλαπλού βιβλίου» τα τελευταία χρόνια; Πραγματικά ελάχιστα! Πέραν της σύνταξης νέων προγραμμάτων σπουδών πριν από έξι χρόνια, τα οποία ήδη φαντάζουν παλιά γιατί είναι μακριά από της ταχύτατες εξελίξεις ιδίως στο πεδίο της Τεχνητής Νοημοσύνης, η συγγραφή και ένταξη των αντίστοιχων βιβλίων μετά από οκτώ ή εννέα χρόνια συνιστά παράγοντα υπονόμευσης οποιαδήποτε αλλαγής στο διδακτικό υλικό. Παράλληλα, ο τρόπος και οι γραφειοκρατικές απαιτήσεις της προκήρυξης και των προδιαγραφών του «πολλαπλού βιβλίου» δεν έδωσαν τη δυνατότητα σε καμιά σχολική ομάδα ή σε ανεξάρτητες ομάδες εκπαιδευτικών και επιστημονικών φορέων να συμμετάσχουν σε μια χρονοβόρα και κοστοβόρα διαδικασία. Αν το όλο εγχείρημα κρίνεται εκ του αποτελέσματος, πράγματι τα αποτελέσματα είναι πολύ πενιχρά και ουσιαστικά επιβεβαιώνουν τις προβλέψεις ότι δεν μιλάμε πλέον για πολλαπλό σχολικό εγχειρίδιο και διδακτικό υλικό.
Σε άρθρο σας στο ψηφιακό εκπαιδευτικό περιοδικό “ΝΕΑ ΠΑΙΔΕΙΑ”, του οποίου είστε Διευθυντής Σύνταξης, αναφέρετε ότι η αναβάθμιση του σχολείου δεν εξαρτάται κυρίως από τα νέα βιβλία, αλλά από μια συνολικότερη μεταρρύθμιση της εκπαίδευσης. Αν έπρεπε να επιλέξετε μία αλλαγή που θα έκανε πραγματικά καλύτερο το ελληνικό σχολείο, ποια θα ήταν;
Πράγματι έχουμε κουραστεί από τις διακηρύξεις ότι αλλάζει ριζικά το εκπαιδευτικό μας σύστημα με αφορμή την αλλαγή των βιβλίων ή του εξεταστικού συστήματος. Κατά τη γνώμη μου μία σημαντική αλλαγή θα ήταν ο τρόπος που οργανώνεται ο σχολικός χρόνος και η αναζήτηση της ουσίας της μάθησης. Αυτό απαιτεί ένα ριζικά διαφορετικό τρόπο διαμόρφωσης και οργάνωσης του σχολικού χώρου και χρόνου καθώς και ενός προγράμματος σπουδών το οποίο θα οικοδομείται ισότιμα σε τέσσερις πλευρές της ανθρώπινης ζωής:
- άθληση-φροντίδα και αγάπη για το σώμα/Υγεία: στοιχεία εντελώς παραγκωνισμένα σήμερα
- γενική μόρφωση(ανθρωπιστική, κοινωνική, θετική, ψηφιακή κτλ.) με καλλιέργεια κριτικής σκέψης και όχι αναπαραγωγική μάθηση.
- έρευνα και κοινωνική δράση: η ερευνητική δραστηριότητα καλλιεργείται στο σχολείο ενώ παράλληλα το σχολείο δρα και συμμετέχει στις κοινωνικές εξελίξεις
- δημιουργική έκφραση μέσω της τέχνης-αισθητική: έχει εξοβελιστεί εντελώς από την εκπαίδευση οπότε κατανοούμε γιατί το σημερινό σχολείο δεν αγγίζει τους νέους!

Σε πολλές χώρες οι εκπαιδευτικοί εγκαταλείπουν το επάγγελμα, επικαλούμενοι, μεταξύ άλλων, την έλλειψη αναγνώρισης και εκτίμησης για το έργο τους. Βλέπετε αντίστοιχα σημάδια και στην Ελλάδα;
Το διαπιστώναμε εδώ και δύο δεκαετίες σε άλλες χώρες, τώρα το παρατηρούμε και στη χώρα μας. Τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότεροι πτυχιούχοι καθηγητικών ή παιδαγωγικών σχολών αποστασιοποιούνται από το επάγγελμα του εκπαιδευτικού ή παραιτούνται μετά την ανάληψη υπηρεσίας. Η ερμηνεία του φαινομένουείναι πολυπαραγοντική αλλά η κύρια αιτία είναι μία. Η δραματική οικονομική και κοινωνική υποβάθμιση του επαγγέλματος του εκπαιδευτικού. Είναι ο χώρος με την μεγαλύτερη οικονομική υποβάθμιση μετά τις μεγάλες μειώσεις αποδοχών το 2010 και ύστερα οι οποίες δεν αποκαταστάθηκαν σε κανένα βαθμό ως σήμερα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα: είναι δυνατόν ένας νεοδιόριστος εκπαιδευτικός με υψηλά προσόντα και μεταπτυχιακές σπουδές να έχει ως πρώτο μισθό περίπου 800 Ε και να μπορεί να ανταποκριθεί στις υψηλές οικονομικές απαιτήσεις διαμονής και διαβίωσης στον τόπο διορισμού του; Από εκεί και πέρα η απαξίωση αυτή επιδρά καταλυτικά και στη συμπεριφορά και την εκτίμηση της κοινωνίας και των μαθητών προς το επάγγελμα και το ρόλο του εκπαιδευτικού. Δυστυχώς είναι φανερό σε πολλές δυτικές χώρες πλέον ότι η δημόσια εκπαίδευση δεν αντιμετωπίζεται ως θεμελιώδης κοινωνικός θεσμός αλλά ως ένας παράγοντας επιβάρυνσης των δημόσιων οικονομικών χωρίς εμφανές όφελος! Αυτή η πολιτικού κουλτούρα έχει μεταφερθεί και στη χώρα μας και ερμηνεύει πλέον με σαφήνεια τη στάση της Πολιτείας απέναντι, θα έλεγα, στο λειτούργημα του εκπαιδευτικού.
Σας ανησυχεί αυτή η εξέλιξη;
Φυσικά με ανησυχεί και στο άμεσο μέλλον θα αντιμετωπίσουμε ως χώρα σοβαρό πρόβλημα εύρεσης αξιόλογων εκπαιδευτικών. Μοναδικό αντίδοτο σε αυτή την πολιτική και θεσμική αναισθησία είναι η προσωπική μας στάση ως πηγή ατομικής αντίστασης. Ως επιστήμονες, ως εκπαιδευτικοί, ως γονείς, ως πολίτες με την προσωπική μας καλλιέργεια, τη μελέτη, τον διάλογο, το ήθος, παραφράζοντας τη ρήση του Massimo Recalcati* μπορούμε να απευθυνθούμε στους μελλοντικούς εκπαιδευτικούς με τους οποίους είμαστε σε καθημερινή επαφή στα Πανεπιστήμια ή στην κοινωνία και να τους βεβαιώσουμε ότι «αν τα πάντα σας σπρώχνουν σήμερα προς στην απουσία του κόσμου, προς την ατομικιστική απόσυρση, προς την καλλιέργεια απομονωμένων κόσμων (τεχνολογικών, εικονικών, χρησιμοθηρικών), η μόρφωση και η διδασκαλία παραμένουν αγαθά που διαφυλάσσουν τον άνθρωπο, τη συνάντηση, τις σχέσεις, την ανταλλαγή, τη φιλία, τις πνευματικές ανακαλύψεις, τον έρωτα». Αυτό το δρόμο ας ακολουθήσουν και ας διεκδικήσουν με αξιοπρέπεια το σεβασμό για το λειτούργημά τους!
*Massimo Recalcati «Η ώρα του μαθήματος. Για την ερωτική διάσταση της διδασκαλίας», μτφρ. Α. Πλεύρη –Γ. Βεσσαλά, Κέλευθος, Αθήνα 2020.
Σχετικό θέμα: Το επάγγελμα του εκπαιδευτικού περνάει κρίση σε παγκόσμιο επίπεδο
Κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook
Ακολούθησε μας στο Twitter
Κάνε εγγραφή στο κανάλι μας στο Youtube
Γίνε μέλος στο κανάλι μας στο Viber
– Αναφέρεται ως πηγή το ertnews.gr στο σημείο όπου γίνεται η αναφορά.
– Στο τέλος του άρθρου ως Πηγή
– Σε ένα από τα δύο σημεία να υπάρχει ενεργός σύνδεσμος