Μιχάλης Κατράκης: Μιλώντας για τον «Αποθερισμό»

ΕΝΑΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ, ΜΙΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ
Επιμέλεια: Μαρία Σφυρόερα

Αποθερίζοντας…

Αποθερίζοντας τον αγρό
της ψυχής μου σταμάτησα
μια στιγμή να σκεφτώ
πού χρωστώ και δεν έδωσα.

Καθώς των χαμένων
ναυτικών οι μανάδες
που όρθιες πάνω απ’ τους βράχους
σου πετάνε λουλούδια-
λάβε λοιπόν: Ένα στίχο,
δύο στίχους, τρεις στίχους.

Ανεβαίνοντας στις κορφές
να πλησιάσω τον ουρανό
και μιλώντας διαρκώς
για τα βουνά, σε αδίκησα.

Αυτό το ποίημα, όσο κι αν το ζηλεύω και το αγαπώ, δεν είναι ένα δικό μου ποίημα. Δεν θα τολμούσα να ξεκινήσω να μιλώ για την ποίηση με κάτι που έγραψα εγώ. Βλέπετε, πιστεύω πως ο ποιητής ως τίτλος, το ποίημα ως έργο και η ποίηση ως δημιουργία δεν υφίστανται εν τη γενέσει τους.

Ο ποιητής δεν είναι ποιητής επειδή έγραψε ένα ή εκατό ή χίλια γραπτά. Ο ποιητής είναι τίτλος που τον απονέμει η σπουδή, ο χρόνος και η επιστροφή. Προς το παρόν νιώθω πως ούτε την απαραίτητη σπουδή έχω καταθέσει στην Ποίηση, ούτε τις επιστροφές έχω κερδισμένες ούτε και την καταλυτική δράση του χρόνου έχω στο πλευρό μου.

Το ποίημα δεν είναι ποίημα επειδή έχει μια υποτυπώδη στιχουργία και έναν εσωτερικό Ρυθμό. Το ποίημα είναι ο λόγος που ανοίγει μία πληγή και από το αίμα που ρέει μετασχηματίζει μία μεγάλη αλήθεια, μία αλήθεια που ο αναγνώστης γνώριζε αλλά δεν κατείχε.

Και τέλος, η ποίηση είναι μια απόμακρη κορυφή καταδικασμένη να πατηθεί από ελάχιστους μα επιτρέπει σε πολλούς να βαδίζουν στα ήπια μονοπάτια των παρυφών της.

Για όλα τα παραπάνω επέλεξα να ξεκινήσω παραθέτοντας ένα μάλλον παραγνωρισμένο, μα πάντως προσωπικά σημαντικό, ποίημα του Νικηφόρου Βρεττάκου και να «κρύψω» το βαθύτερο νόημα όσων στίχων περιλαμβάνονται στη συλλογή μου.

Θα μπορούσα να σας προσφέρω μία οπτική μέσα στο κάθε ποίημα του Αποθερισμού όμως δεν θα το κάνω για να μην δημιουργηθεί έτσι ένα αναγνωστικό πλαίσιο που δεν θα είναι απολύτως δικό σας. Κάτι τέτοιο θα ήταν τρομερά άδικο τόσο για την ποίηση, όσο και για τον αναγνώστη της.

Θα σας πω όμως πώς λειτουργεί η ποίηση για εμένα και έτσι θα σας απαντήσω στην προφανή ερώτηση:

«Τι ακριβώς είναι ο Αποθερισμός

Έγραψα αυτά τα ποιήματα σε διάρκεια μερικών ετών, όχι ως ικανό σώμα συλλογής αλλά σκόρπια, ανάμεσα στην πεζογραφία και τη ζωή που προέκυπτε στο μεταξύ. Όταν κατέθεσα το έργο μου στις εκδόσεις Συρτάρι ήταν ακατέργαστο και αποτελούνταν από εκατοντάδες ποιήματα. Σταχυολογήσαμε το υλικό, κάναμε προσθέσεις και αφαιρέσεις από το σώμα και τελικά προέκυψαν 4 συλλογές που συγκροτούν ένα πρώτο ποιητικό κύκλο. Ονόμασα την πρώτη συλλογή αυτού του κύκλου με την ανύπαρκτη λέξη Αποθερισμός (ψάξαμε σε αρκετά λεξικά αλλά και διαδικτυακά και με εξαίρεση μία μικρή αναφορά στη Wikipedia η λέξη δεν αναφέρεται πουθενά).

Αρκετούς μήνες μετά, και όσο προχωρούσε η επιμέλεια, βρέθηκα να αναρωτιέμαι από πού προέκυψε αυτή η ονοματοδοσία. Είναι ο τίτλος ενός ποιήματος που περιλαμβάνεται στη συλλογή, βέβαια, αλλά εμένα με ενδιέφερε να καταλάβω από πού μέσα μου είχε προκύψει. Δεν μπορούσα να δώσω απάντηση, μέχρι που τυχαία, κάποια στιγμή επέστρεψα σε μία ποιητική συλλογή που είχα αγοράσει το 1997, στη Συνάντηση με τη θάλασσα, του Νικηφόρου Βρεττάκου. Εκεί βρήκα την απάντηση. Στις πρώτες σελίδες, ο Βρεττάκος καταθέτει το ποίημα που διαβάσατε στην αρχή αυτής της μικρής παρουσίασης. Ο Ποιητής το ονόμασε «Αποθερίζωντας».

Φωτογραφία από το προσωπικό αρχείο του συγγραφέα.

Καθώς ο ποιητής συναντά τη θάλασσα, τις προσφέρει στίχους για μεταμέλεια. Είναι μία πραγματικά τρυφερή «συγγνώμη».

Τώρα, πρέπει να καταλάβετε πως το βιβλίο αυτό το είχα διαβάσει πριν χρόνια και δεν το είχα πιάσει ξανά στα χέρια μου από τότε. Αυτό είναι η ποίηση. Η λέξη, το νόημα, ο στίχος, η αλήθεια που περνά μέσα σου οσμωτικά και ζει εκεί, κάτω από το δέρμα μέχρι που υποθέτεις πως βρισκόταν εκεί εξαρχής, πως ήταν από πάντα δική σου αλήθεια. Πως ήσουν εσύ και όχι ο ποιητής.

Το πρώτο ποίημα του Αποθερισμού είναι ένα μικρό τετράστιχο που δεν ήμουν βέβαιος αν πρέπει να έχει θέση μέσα στη συλλογή γιατί δεν δίνει την αίσθηση ολοκληρωμένου ποιήματος. Δεν του έδωσα καν τίτλο, όταν το έγραψα. Διαβάζοντας ξανά τον Βρεττάκο, διαπίστωσα πως με προμετωπίδα τους δικού του στίχους, ο μόνος τρόπος για να ανοίξει η συλλογή θα ήταν αυτό το τετράστιχο. Ποίημα ολοκληρωμένο δεν θα γίνει στη συνείδησή σας ποτέ, αν πρώτα δεν διαβάσετε το «Αποθερίζωντας» του Βρεττάκου. Δείτε το όμως, τώρα, τόσο κοντά στην ανάγνωση του Βρεττάκου:

«Προσκύνα», του είπε.
Κι εκείνος γονάτισε και
ευλαβικά ψιθύρισε:
«Θάλασσα».

Και αυτό είναι το ποίημα, τελικά. Μία απάντηση σε ένα ερώτημα που κάποιος έθεσε στο παρελθόν και κουβαλάς μαζί σου, σαν να ήταν από πάντα δική σου απορία.

Όπως ανέφερα, γράφω κυρίως πεζογραφία. Είναι μία δύσκολη πεζογραφία, συχνά σκληρή, ακραία σε αρκετές περιπτώσεις που προϋποθέτει μία άνευ όρων κατάδυση στο μαύρο για να αποτυπωθεί. Δεν αντέχεις πολύ μέσα στο μαύρο. Είναι αναγκαίο να αναδυθείς για να κερδίσεις τον χαμένο ύπνο και το ίχνος του χαμόγελου στον καθρέφτη. Όταν ένοιωθα να ασφυκτιώ υπό το βάρος των γραπτών μου, δραπέτευα στην ποίηση. Για τον λόγο αυτό, παρά την υποδόρια θλίψη που μπορεί να φωλιάζει μέσα σε αρκετά από τα ποιήματα, ο Αποθερισμός είναι κυρίως εμποτισμένος με το φως που τρυπώνει στα γραπτά των ποιητών της Ανατολικής Μεσογείου. Είναι γραπτά γεμάτα μνήμη, έρωτα, παιδικότητα, απλότητα και προδίδουν μία απολογιστική διάθεση. Ευτυχώς, το ισοζύγιο γέρνει προς τον ήλιο.

Κι αν δεν μπορώ να ξεκινήσω να μιλώ για την ποίηση με ένα δικό μου ποίημα οφείλω στο τέλος να της προσφέρω όσα έχω για εκείνη κρατημένα.

Βλέπετε, ο αναγνώστης οφείλει να πηγαίνει στην Ποίηση κοιτώντας την κατάματα και με τα χέρια άδεια, να φεύγει από εκείνη με βλέμμα και χέρια γεμάτα. Ο ποιητής –ο κάθε ποιητής– οφείλει να φτάνει στην Ποίηση με κεφάλι σκυφτό και χέρια γεμάτα. Να φεύγει άδειος και ελεύθερος. Έφτασα σε εκείνη κρατώντας αυτά που έμαθα καλύτερα μέσα από την πεζογραφία: εικονοπλασία και αφηγηματικότητα. Αυτά Της προσφέρω.

Λάβε, λοιπόν…

«Μία ανασκαφή θα φέρει θάλασσες»

Μάζεψα τα τελευταία κοχύλια.
Όλα μαζί δεν κάνανε μια χούφτα.
Βάρυνε το χέρι μου.
Τα έβαλα στην τσέπη ενός ρούχου
και τώρα γέρνω απ’ την καλή μου μεριά.
Τα κουβαλάω πάνω μου,
μέσα στις πρώτες μπόρες,
στα ξερά φύλλα,
στο πρωινό σκοτάδι με τη φωνή του ανέμου
και τα φέρνω στα χιόνια,
μέχρι που το ρούχο δεν αντέχει άλλο,
τρυπάει η τσέπη και πέφτουν.
Τα παπούτσια των ανθρώπων
τα σκεπάζουν χώμα και σκουπίδια,
μαζί και τα δικά σου.
Κάποιος σκάβει και τα βρίσκει,
όταν όλα έχουν περάσει
σ’ ένα άλλο καλοκαίρι που δεν έφτασε ακόμα
και λέει
«εδώ κάποτε υπήρχε μία θάλασσα».
Τα κρατάνε εκστατικά στα χέρια τους, όπως κι εγώ,
γράφουν για αυτά πολλοί,
για το πώς βρέθηκαν στην καρδιά του βουνού,
άλλοι τόσοι
για το πώς υπήρχαν εκεί πριν από τον χειμώνα,
πριν από τον χρόνο ακόμα.
Μερικοί αναλύουν τις λεπτές τους αποχρώσεις
σε εκθέσεις πολυσέλιδες.
Όμως για το πώς γελούσες,
κάθε που έβρισκες από ένα
–με το κύμα
μπλεγμένο στους γοφούς σου–
δεν έγραψε κανείς.

Μιχάλης Κατράκης

Ο Μιχάλης Κατράκης γεννήθηκε το 1980 στην Αθήνα και μεγάλωσε στον Πειραιά. Είναι πτυχιούχος του I.H.T.T.I. Neuchâtel στον τομέα της διοίκησης ξενοδοχειακών επιχειρήσεων.
Ασχολείται συστηματικά με την πεζογραφία από το 2005. Ο Αποθερισμός είναι η πρώτη του ποιητική συλλογή. Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Συρτάρι (σελ.: 70, τιμή: €12,00).

Όλες οι Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο,  στο ertnews.gr

Διάβασε όλες τις ειδήσεις μας στο Google
Κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook
Ακολούθησε μας στο Twitter
Κάνε εγγραφή στο κανάλι μας στο Youtube

Προσοχή! Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των πληροφοριών του παραπάνω άρθρου (όχι αυτολεξεί) ή μέρους αυτών μόνο αν:
– Αναφέρεται ως πηγή το ertnews.gr στο σημείο όπου γίνεται η αναφορά.
– Στο τέλος του άρθρου ως Πηγή
– Σε ένα από τα δύο σημεία να υπάρχει ενεργός σύνδεσμος

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ