«Η αλεπού και ο δρ Σιμαμούρα» της Κριστίνε Βούνικε: μεταφράζει η Δέσποινα Κανελλοπούλου

ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ, ΜΙΑ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
Επιμέλεια: Μαρία Σφυρόερα

«Το πιο καλά κρυμμένο μυστικό της γερμανικής λογοτεχνίας». Αυτή η φράση συνοψίζει όσα χρειάζεται να γνωρίζει κανείς για την Κριστίνε Βούνικε, μια πολυβραβευμένη συγγραφέα, την οποία ωστόσο λίγοι έχουν ακουστά, καθώς αποφεύγει τα φώτα της δημοσιότητας. Το έργο της, όμως, έχει καταφέρει να βγει από τα σύνορα της Γερμανίας και να αποκτήσει θαυμαστές στην Αμερική και την Ευρώπη.

Στο βιβλίο Η αλεπού και ο δρ Σιμαμούρα, η Βούνικε χρησιμοποιεί την προσφιλή της φόρμα του μυθιστορήματος εποχής, όπου συνδυάζει με απόλυτη φυσικότητα –και χωρίς καμία έκπτωση ως προς την ιστορική ακρίβεια υπαρκτά πρόσωπα και ιστορικά γεγονότα με τη δική της μυθοπλασία, για να χαρίσει στους αναγνώστες της ένα μεστό βιβλίο, που φλερτάρει με το παράλογο και το μεταφυσικό, ενώ συγχρόνως προσφέρει άφθονη τροφή για σκέψη – αλλά και στιγμές γέλιου.

Ο πρωταγωνιστής αυτής της αλλόκοτης ιστορίας, ο νευρολόγος και ψυχίατρος Σιμαμούρα Σουνίτσι (24 Ιανουαρίου 1864 – 11 Μαρτίου 1923), είναι ένας ήρωας που ζει στο μεταίχμιο δύο τελείως διαφορετικών κόσμων: ένας Ιάπωνας που ομιλεί άπταιστα τη γερμανική γλώσσα, ένας επιστήμονας σε μια χώρα που βρίθει από δεισιδαιμονίες, ένας άνθρωπος με ασιατική όψη και δυτική σκέψη. Και όλα αυτά τα χαρακτηριστικά συγχέονται ιδανικά, καθώς τον ακολουθούμε σε ένα ταξίδι, όπου συναντά τους μεγάλους Ευρωπαίους επιστήμονες της εποχής, με συνοδό του μια… αλεπού! (Ή, μάλλον, ένα πνεύμα αλεπούς· αλλά ας μην μπαίνουμε σε λεπτομέρειες, αφού τίποτα δεν είναι βέβαιο σ’ αυτό το βιβλίο.)

Επεξεργαζόταν εδώ και καιρό, χρόνια ολόκληρα, μια μελέτη ή μονογραφία ή άρθρο στον τομέα της νευρολογίας ή της ψυχολογίας ή της πειραματικής ψυχολογίας της μνήμης. Ταξινομούσε νοερά, ενίοτε και γραπτά, αλλά αυτό πολύ πιο σπάνια, κεφάλαια ή αποσπάσματα που προορίζονταν γι’ αυτό το κείμενο, δίχως να μπορεί να αποφασίσει ούτε το είδος ούτε την έκτασή του. Το είχε βαφτίσει Διαζευκτικό Πόνημα. Ούτε τη μεθοδολογία είχε αποφασίσει με βεβαιότητα. Πολύ θα ήθελε να μετρήσει με γαλβανόμετρο τα εγκεφαλικά κύματα που παράγουν τη μνήμη – και δη τα δικά του. Ή έστω να τα συστηματοποιήσει. Μόνο που ο Σιμαμούρα δεν διέθετε γαλβανόμετρο, τα γαλβανόμετρα αδυνατούν να μετρήσουν τη μνήμη και επιπλέον η μνήμη δεν έχει τίποτα το συστηματικό – τουλάχιστον όχι η μνήμη του Σιμαμούρα Σουνίτσι.

Η μετάφραση του βιβλίου, ως διαδικασία, ήταν εξίσου αλλόκοτη με το ίδιο το βιβλίο. Υπήρχε μια διαρκής αγωνία να αποδοθεί στα ελληνικά όχι μόνο το ίδιο το κείμενο, αλλά και ό,τι «σάλευε» πίσω από τις αράδες του – κάτι που, φυσικά, ισχύει για όλα τα κείμενα, μα εδώ ήταν πολύ πιο έντονο, ιδίως στις πιο σουρεαλιστικές σκηνές, που δεν απευθύνονται στον νου, αλλά στο συναίσθημα του αναγνώστη. Επίσης, το βιβλίο απαιτούσε πολυεπίπεδη έρευνα, όχι μόνο λόγω της ιατρικής ορολογίας (η οποία μπορεί να μη δυσκολεύει την ανάγνωση, καθώς δεν τελεί σε σχέση εξάρτησης με την πλοκή, αλλά παρ’ όλα αυτά οφείλει να στέκει), αλλά και επειδή διαδραματίζεται στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα – που σημαίνει ότι αφενός καραδοκούσαν παντού πιθανοί αναχρονισμοί και αφετέρου είχε ειδικές απαιτήσεις ως προς το ύφος. Επιπλέον, λόγω του έντονου ιαπωνικού στοιχείου, περιέχει αναφορές σε μια κουλτούρα τελείως ξένη για τις δυτικές μας προσλαμβάνουσες.

«Στο Βερολίνο», είπε ο Σιμαμούρα, «όπου έμεινα έναν ολόκληρο χρόνο, μπορεί και δύο, κάθε απόγευμα μετά το σχόλασμα καθόμουν και έγραφα σωρηδόν άρθρα όπου ανέλυα γιατί η Ιαπωνία κάνει καλό στα νεύρα. Επίμονο οκλαδόν κάθισμα στο πάτωμα, ραπάνι τουρσί για πρωινό, μια γλώσσα χωρίς αριθμό και γένη, σπίτια που τα παίρνει ο άνεμος, γενεαλογικά δέντρα, οχτώ εκατομμύρια θεοί, σεισμοί, καταποντισμοί και πάει λέγοντας. Όλα αυτά χαλυβδώνουν τα νεύρα, υποστήριζα […]»

Συγχρόνως, όμως, όσο μετέφραζα, απολάμβανα τη μοναδική γραφή, τη διακριτική ειρωνεία, τη γνώση που κρυβόταν μέσα στην ιστορία, την ατμόσφαιρα της εποχής, και πάνω απ’ όλα το ταξίδι σε έναν μακρινό κόσμο, τόσο στον χώρο όσο και στον χρόνο. Αισθάνομαι ότι από τη συγκεκριμένη μετάφραση βγήκα ψυχικά πλουσιότερη. Κάθε φορά που ξαναδιάβαζα το κείμενο, ανακάλυπτα και κάτι καινούργιο, έναν συσχετισμό που δεν τον είχα ανακαλύψει νωρίτερα, έναν προβληματισμό που ουδόλως με είχε προβληματίσει αρχικά. Δεν θα πω περισσότερα γι’ αυτό, παρά μόνο ότι η Βούνικε είναι εξαιρετικά διαβασμένη, τόσο στο ιστορικό κομμάτι όσο και στο επιστημονικό. Ιδίως στο θέμα της υστερίας, ένα από τα κεντρικά θέματα του βιβλίου, έχει μελετήσει σε βάθος τη θεωρία του Σαρκό, ο οποίος την ανήγαγε «από παραπαίδι της Γυναικολογίας σε κορωνίδα της Νευρολογίας» και γέμισε το νοσοκομείο Σαλπετριέρ με υστερικές ασθενείς. (Εδώ, ωστόσο, οφείλουμε να σημειώσουμε ότι, όλως περιέργως, μετά τον αιφνίδιο θάνατο του καθηγητή Σαρκό, οι ασθενείς του θεραπεύτηκαν ως δια μαγείας, ενώ η υστερία έπαψε οριστικά να θεωρείται ψυχική νόσος τη δεκαετία του 1980). Μάλιστα, οι πιο παρατηρητικοί αναγνώστες ίσως διακρίνουν μέχρι και αναφορές στην πλατωνική θεωρία, σύμφωνα με την οποία η ὑστέρα, δηλαδή η μήτρα, μπορούσε να μετακινείται ελεύθερα, σαν ζώο, μέσα στο γυναικείο σώμα.

Δεν θα πω ψέματα: Η αλεπού και ο δρ Σιμαμούρα είναι ένα απαιτητικό βιβλίο, που προ(σ)καλεί τον αναγνώστη του να βουτήξει σε λίγο πιο βαθιά νερά, να ξεπεράσει την αρχική του αμηχανία και να εγκλιματιστεί στη γραφή της Βούνικε, η οποία, εντούτοις, θα τον ανταμείψει πλουσιοπάροχα αν επιμείνει. Είναι από τα βιβλία που θα τον ταξιδέψουν, θα διευρύνουν το οπτικό πεδίο και τους ορίζοντές του, ενώ συγχρόνως θα χορτάσουν με τον καλύτερο τρόπο τη λογοτεχνική του δίψα.

Δέσποινα Κανελλοπούλου

Το μυθιστόρημα της Κριστίνε Βούνικε Η αλεπού και ο δρ Σιμαμούρα κυκλοφορεί, σε μετάφραση της Δέσποινας Κανελλοπούλου, από τις Εκδόσεις Αιώρα (σελ.: 208, τιμή: €13,89).

Η ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

Η πολυβραβευμένη συγγραφέας και μεταφράστρια Christine Wunnicke (Κριστίνε Βούνικε) (Μόναχο 1966) γράφει μυθιστορήματα, βιογραφίες και θεατρικά έργα για το ραδιόφωνο. Σπούδασε στο Βερολίνο και στη Γλασκόβη Γλωσσολογία, Μεσαιωνική Γερμανική Φιλολογία και Ψυχολογία. Το 2002 τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας της Βαυαρίας για το βιβλίο της Die Nachtigall des Zaren [Το αηδόνι του Τσάρου]. Για το μυθιστόρημά της Serenity [Γαλήνη] τιμήθηκε το 2008 με το βραβείο Tukan και για το μυθιστόρημα Η αλεπού και ο δρ Σιμαμούρα με το βραβείο Franz-Hessel το 2016. Τα βιβλία της κυκλοφορούν με επιτυχία στα αγγλικά και στα γαλλικά.
Το επίσης βραβευμένο βιβλίο της Die Dame mit der bemalten Hand [Η γυναίκα με το βαμμένο χέρι] θα κυκλοφορήσει από τις Εκδόσεις Αιώρα.

Η ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΡΙΑ

Η Δέσποινα Κανελλοπούλου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1980. Είναι απόφοιτος της Γερμανικής Σχολής Αθηνών και πτυχιούχος του Τμήματος Μεθοδολογίας, Ιστορίας και Θεωρίας της Επιστήμης και της Νομικής Σχολής Αθηνών. Τα τελευταία χρόνια ασχολείται αποκλειστικά με τη μετάφραση.
Μεταξύ άλλων, έχει μεταφράσει βιβλία των Pat Barker, Roderick Beaton, Agatha Christie, Sebastian Fitzek, Romy Hausmann, Bodo Kirchhoff και Rosamunde Pilcher.

Όλες οι Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο,  στο ertnews.gr

Διάβασε όλες τις ειδήσεις μας στο Google
Κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook
Ακολούθησε μας στο Twitter
Κάνε εγγραφή στο κανάλι μας στο Youtube

Προσοχή! Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των πληροφοριών του παραπάνω άρθρου (όχι αυτολεξεί) ή μέρους αυτών μόνο αν:
– Αναφέρεται ως πηγή το ertnews.gr στο σημείο όπου γίνεται η αναφορά.
– Στο τέλος του άρθρου ως Πηγή
– Σε ένα από τα δύο σημεία να υπάρχει ενεργός σύνδεσμος

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ