Το διεθνές δίκαιο δεν έχει έναν και μόνο «φύλακα», αλλά ένα πλέγμα θεσμών, κρατών και διεθνών οργανισμών που το διαμορφώνουν, το ερμηνεύουν και –όσο γίνεται– το επιβάλλουν. Κεντρικό όμως ρόλο έχει ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών, με αιχμή το Συμβούλιο Ασφαλείας και το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, τα οποία συνδυάζουν πολιτικά και δικαιοδοτικά μέσα προστασίας της διεθνούς έννομης τάξης.
Ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών ιδρύθηκε ακριβώς για τη διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας και την ενίσχυση του κράτους δικαίου στις διεθνείς σχέσεις. Στο πλαίσιο αυτό, ο Καταστατικός Χάρτης του ΟΗΕ αναθέτει στο Συμβούλιο Ασφαλείας την «πρωταρχική ευθύνη» για τη διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας, άρα και για την αντίδραση σε σοβαρές παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου που απειλούν την ειρήνη.
Δίπλα στο Συμβούλιο Ασφαλείας, το Διεθνές Δικαστήριο Δικαιοσύνης (International Court of Justice – ΔΔΔ) λειτουργεί ως ο ανώτατος δικαιοδοτικός φορέας που κρίνει διακρατικές διαφορές και εκδίδει γνωμοδοτήσεις για νομικά ερωτήματα που του παραπέμπουν άλλα όργανα του ΟΗΕ. Παράλληλα, εξειδικευμένα διεθνή δικαστήρια (όπως τα ποινικά δικαστήρια για την πρώην Γιουγκοσλαβία ή τη Ρουάντα, αλλά και το Μόνιμο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο, εκτός ΟΗΕ) και περιφερειακοί μηχανισμοί, όπως το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ή το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, λειτουργούν ως συμπληρωματικοί «φορείς προστασίας» επιμέρους κλάδων του διεθνούς δικαίου.
Η δικαιοδοσία του ΔΔΔ βασίζεται στη συγκατάθεση των κρατών –μέσω ρήτρας σε συνθήκες, ειδικής συμφωνίας ή γενικής αποδοχής της υποχρεωτικής δικαιοδοσίας– γεγονός που περιορίζει μεν τη δυνατότητα εξαναγκασμού, αλλά ενισχύει τον χαρακτήρα του ως δικαστηρίου μεταξύ κυρίαρχων και τυπικά ισότιμων κρατών.
Το Συμβούλιο Ασφαλείας
Σύμφωνα με το άρθρο 24 του Καταστατικού Χάρτη, τα κράτη «εκχωρούν» στο Συμβούλιο Ασφαλείας την πρωταρχική ευθύνη για τη διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας, ώστε να εξασφαλίζεται «ταχεία και αποτελεσματική δράση» του ΟΗΕ. Οι ειδικές αρμοδιότητές του καταγράφονται κυρίως στα Κεφάλαια VI και VII του Χάρτη και εκτείνονται από ειρηνικές μεθόδους διευθέτησης διαφορών μέχρι την επιβολή κυρώσεων και τη χρήση ένοπλης βίας.
Το Συμβούλιο Ασφαλείας διαθέτει μια διαβάθμιση μέσων. Συστάσεις και αποφάσεις για διαπραγματεύσεις ή μεσολάβηση (Κεφάλαιο VI), οικονομικές και διπλωματικές κυρώσεις, εμπάργκο όπλων και άλλα μέτρα μη στρατιωτικού χαρακτήρα, και, εφόσον κρίνει ότι υπάρχει «απειλή κατά της ειρήνης, παραβίαση της ειρήνης ή πράξη επιθετικότητας», εξουσιοδότηση στρατιωτικής δράσης. Οι αποφάσεις του, όταν υιοθετούνται υπό το Κεφάλαιο VII, είναι δεσμευτικές για όλα τα κράτη–μέλη του ΟΗΕ, γεγονός που καθιστά το Συμβούλιο Ασφαλείας τον κατεξοχήν θεσμό που μπορεί να συνδέσει το διεθνές δίκαιο με συλλογικά μέτρα επιβολής.
Τι μέσα διαθέτει συνολικά η διεθνής κοινότητα
Τα μέσα προστασίας του διεθνούς δικαίου δεν εξαντλούνται στα δικαστήρια και στις κυρώσεις, αλλά συγκροτούν ένα ευρύτερο φάσμα εργαλείων που συνδυάζουν νομική, πολιτική και ηθική πίεση.
Τα βασικά μέσα περιλαμβάνουν:
- Ειρηνική επίλυση διαφορών, μέσω διαπραγμάτευσης, διερεύνησης, διαμεσολάβησης, συμβιβασμού, διαιτησίας και δικαστικής επίλυσης, όπως προβλέπονται σε ολόκληρο κεφάλαιο του Χάρτη για την «ειρηνική επίλυση διαφορών».
- Δικαστικό έλεγχο και ερμηνεία αποφάσεις του ΔΔΔ και άλλων διεθνών δικαστηρίων που κρίνουν αν υπάρχει παραβίαση διεθνούς υποχρέωσης και καθορίζουν την έκταση της αποκατάστασης, ενισχύοντας την προβλεψιμότητα του διεθνούς δικαίου.
- Κυρώσεις και συλλογική δράση.
- Νομική και πολιτική «ντροπή», που προκαλείται με εκθέσεις, ψηφίσματα της Γενικής Συνέλευσης και δηλώσεις διεθνών οργάνων που καταγγέλλουν παραβιάσεις, δημιουργώντας πίεση κύρους και κόστους φήμης για τους παραβάτες.
Σε αυτό το πλέγμα προστίθενται ολοένα και περισσότερο μη κρατικοί παράγοντες, όπως διεθνείς ΜΚΟ και εξειδικευμένα ερευνητικά κέντρα, που παρακολουθούν την εφαρμογή του διεθνούς δικαίου (π.χ. στο ανθρωπιστικό ή περιβαλλοντικό δίκαιο) και τροφοδοτούν με τεκμηρίωση τα διακυβερνητικά όργανα.
Επίσημες θέσεις και χαρακτηριστικές δηλώσεις
Σε πρόσφατη παρέμβασή του στο Συμβούλιο Ασφαλείας για την προαγωγή του κράτους δικαίου, ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες τόνισε ότι «το κράτος δικαίου είναι η πρώτη γραμμή άμυνάς μας απέναντι στα εγκλήματα μαζικών θηριωδιών, συμπεριλαμβανομένης της γενοκτονίας» και κάλεσε τα κράτη να κάνουν «πλήρη χρήση» των ειρηνικών μέσων επίλυσης διαφορών του Χάρτη. Στην ίδια ομιλία υπογράμμισε ότι η ύπαρξη σαφών κανόνων για την απειλή ή χρήση βίας, όπως προβλέπονται στο άρθρο 2 παράγραφος 4 και στο Κεφάλαιο VII του Χάρτη, είναι «απαραίτητη» για τη διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας.
Η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ έχει επανειλημμένα χαρακτηρίσει το Διεθνές Δικαστήριο «κεντρικό όργανο για την προαγωγή του κράτους δικαίου στο διεθνές επίπεδο», υπογραμμίζοντας ότι η ευρεία προσφυγή σε αυτό συμβάλλει στην ειρηνική διευθέτηση διαφορών και στην «αποθάρρυνση της παραβίασης του διεθνούς δικαίου». Στην ίδια γραμμή, επίσημες αναλύσεις του ΟΗΕ τονίζουν ότι, μολονότι το ΔΔΔ δεν διαθέτει «δική του αστυνομία», οι αποφάσεις του ενισχύουν τον κανόνα δικαίου επειδή επηρεάζουν τη συμπεριφορά κρατών, διαμορφώνουν ερμηνείες συνθηκών και συχνά συνοδεύονται από πολιτικές και διπλωματικές πιέσεις για συμμόρφωση.
Μια «ρεαλιστική» προσέγγιση για τη δύναμη πίσω από το διεθνές δίκαιο
Άρθρο του Μασσιμιλιάνο Κάρτα στην συντηρητικού προσανατολισμού ιταλική δεξαμενή σκέψης «Fondazione Machiavelli» επιχειρεί μια ρεαλιστική επανερμηνεία της συζήτησης περί «κρίσης» του διεθνούς δικαίου, υποστηρίζοντας ότι δεν βρισκόμαστε μπροστά σε έναν ιστορικό κλονισμό κανόνων, αλλά στην απογύμνωση των πραγματικών σχέσεων ισχύος που πάντοτε το διαμόρφωναν.
Αντί για κατάρρευση των κανόνων, ο συγγραφέας μιλά για σταδιακή διάβρωση των νορματιβιστικών και «δικαιωματικών» αφηγήσεων που κυριάρχησαν μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και καλλιέργησαν την προσδοκία ενός ειρηνικού, σχεδόν τελεολογικού, μεταπολεμικού διεθνούς συστήματος.
Στο θεωρητικό επίπεδο, ο Κάρτα ευθυγραμμίζεται με τον κλασικό και δομικό ρεαλισμό στις διεθνείς σχέσεις, υιοθετώντας την θέση ότι το διεθνές δίκαιο δεν υπήρξε ποτέ πραγματικά δεσμευτικό για τα κράτη με ουσιαστική ισχύ.
Το δίκαιο, σύμφωνα με αυτή την οπτική, λειτουργεί ως παράγωγο της κατανομής υλικών πόρων και ως εργαλείο των κυρίαρχων δρώντων, περισσότερο παρά ως αυτόνομος περιορισμός των στρατηγικών τους επιλογών.
Η τρέχουσα συγκυρία, με τις κρίσεις από τη Βενεζουέλα μέχρι τα άλλα μέτωπα, παρουσιάζεται όχι ως ρήξη, αλλά ως φάση μεγαλύτερης διαφάνειας των δυναμικών ισχύος που προϋπήρχαν.
Κεντρικό επιχείρημα του κειμένου είναι η ανάδειξη της «αναρχίας» του διεθνούς συστήματος, όπως την περιγράφει ο δομικός ρεαλισμός: απουσία υπέρτερης κυρίαρχης αρχής πάνω από τα κράτη. Σε αυτό το πλαίσιο, οι διεθνείς κανόνες είναι εγγενώς αποδυναμωμένοι, εφόσον στερούνται κεντρικού, καθολικού μηχανισμού επιβολής και εξαρτώνται από την εκούσια συμμόρφωση ή την επιλεκτική επιβολή τους από τις μεγάλες δυνάμεις.
Ο θεσμικός ιστός μετά το 1945, με τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών και τη ρητορική περί οικουμενικών αξιών, δεν αναιρεί – κατά τον συγγραφέα – αυτή τη θεμελιώδη δομή, όπως αποδεικνύει, μεταξύ άλλων, η βίαιη ιστορία του Ψυχρού Πολέμου με πολέμους δι’ αντιπροσώπων, πραξικοπήματα και μαζικές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Η σχετική «σταθερότητα» μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων στον ύστερο 20ό αιώνα δεν αποδίδεται σε εσωτερίκευση νομικών ή ηθικών κανόνων, αλλά στην πυρηνική αποτροπή.
Αρκετοί αναλυτές υποστηρίζουν πως η αποφυγή μιας τρίτης παγκόσμιας σύρραξης οφείλεται στο ορθολογικό κόστος/όφελος που επέβαλε η ισορροπία του τρόμου. Μια ολοκληρωτική σύγκρουση θα ήταν υπαρξιακά καταστροφική για όλα τα εμπλεκόμενα κράτη. Έτσι, η πρωτοκαθεδρία της κρατικής ασφάλειας, και όχι το κύρος του διεθνούς δικαίου, εμφανίζεται ως ο πραγματικός μηχανισμός σταθεροποίησης.
Ο ηγεμονικός δρων – χωρίς αντίβαρο ισότιμης ισχύος – παρουσιάζεται να επαναπροσδιορίζει επιλεκτικά τη «νομιμότητα» διεθνών παρεμβάσεων, χρησιμοποιώντας ηθικές ή ασφαλιστικές αφηγήσεις για να αιτιολογήσει στρατιωτικές επιχειρήσεις και έμμεσες παρεμβάσεις.
Οι εξελίξεις μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2001 προβάλλονται ως καμπή, με το διεθνές δίκαιο να λειτουργεί συχνά ως εκ των υστέρων μηχανισμός νομιμοποίησης αποφάσεων ισχύος, αντί να τις προλαμβάνει ή να τις περιορίζει.
Ως προς την ευρωπαϊκή διάσταση, ο Κάρτα διαπιστώνει ότι μεγάλο τμήμα του πολιτικού και ακαδημαϊκού διαλόγου υιοθέτησε μια έντονα νορματιβιστική ανάγνωση (normative reading) της παγκόσμιας τάξης. Κατά την ανάλυσή του, αυτή η προσέγγιση υπερεκτίμησε την ικανότητα των θεσμών και των νομικών πλαισίων να ρυθμίζουν την κρατική σύγκρουση, καλλιεργώντας μια ωραιοποιημένη εικόνα της παγκόσμιας διακυβέρνησης και υποβαθμίζοντας τις υλικές και συγκρουσιακές όψεις του διεθνούς συστήματος.
Ο σχετικά αποδυναμωμένος ρόλος της δυτικής ηγεμονίας και η αναδιαμόρφωση των παγκόσμιων ισορροπιών φέρονται να έχουν πλέον διαβρώσει αυτές τις «αυταπάτες», δημιουργώντας αφηγηματικές ρωγμές και αυξανόμενη απόσταση ανάμεσα στη ρητορική περί καθολικών αξιών και στην πραγματική γεωπολιτική πρακτική.
Στο συμπέρασμά του, μάλιστα, υπογραμμίζει ότι, από ρεαλιστική σκοπιά, το διεθνές δίκαιο παραμένει αυτό που πάντοτε ήταν: ένα πλέγμα κανόνων του οποίου η αποτελεσματικότητα εξαρτάται από την κατανομή της ισχύος και τις στρατηγικές προτεραιότητες των κρατών με υπεροχή σε στρατιωτικό, τεχνολογικό, οικονομικό και πολιτικό επίπεδο.
Η επαναφορά σφαιρών επιρροής και η μείωση της ρητορικής «μεσολάβησης» στη χρήση βίας δεν θεωρούνται ιστορικές παρεκκλίσεις, αλλά επανεμφάνιση διαχρονικών, συστημικών λογικών που ουδέποτε εξαφανίστηκαν.
Στην ψυχρή πραγματικότητα, κανείς δεν αμφισβητεί επισήμως το διεθνές δίκαιο· όμως οι μηχανισμοί επιβολής του συχνά εξαντλούνται σε μακροχρόνιες δηλώσεις και όχι σε ουσιαστικά αποτελέσματα. Όσο η Ευρώπη παραμένει πολιτικά και αμυντικά κατακερματισμένη, η (επιλεκτική) αναβίωση της Pax Americana φαίνεται να λειτουργεί ως η μοναδική πρακτική εγγύηση ασφάλειας έναντι υπαρκτών ή δυνητικών απειλών από τη Ρωσία και την Κίνα. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, τα πυρηνικά οπλοστάσια εξακολουθούν να αποτελούν τον απόλυτο παράγοντα αποτροπής.
Η συζήτηση για το διεθνές δίκαιο είναι απαραίτητη και πολύτιμη — αρκεί να μη γίνει προνομιακό πεδίο ρητορικών βεβαιοτήτων αλλά, αντιθέτως, αφετηρία μιας ειλικρινούς επανεκτίμησης των ορίων και των δυνατοτήτων του.
Η πραγματική πρόκληση για τον «πολιτισμένο κόσμο» δεν είναι να υπερασπίζεται το δίκαιο μόνο σε επίπεδο αρχών, αλλά να το στηρίξει και με την απαραίτητη πολιτική και στρατηγική βούληση πριν εξαντληθούν οι αντοχές του διεθνούς συστήματος.
Κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook
Ακολούθησε μας στο Twitter
Κάνε εγγραφή στο κανάλι μας στο Youtube
Γίνε μέλος στο κανάλι μας στο Viber
– Αναφέρεται ως πηγή το ertnews.gr στο σημείο όπου γίνεται η αναφορά.
– Στο τέλος του άρθρου ως Πηγή
– Σε ένα από τα δύο σημεία να υπάρχει ενεργός σύνδεσμος