Στην ανοιχτή θάλασσα, αρμάδες άδειων δεξαμενόπλοιων έχει πάρει ρότα προς τα δυτικά και τις ΗΠΑ, όπου οι εταιρείες εξόρυξης πετρελαίου και τα διυλιστήρια ετοιμάζονται να επωφεληθούν από τον πόλεμο του Ντόναλντ Τραμπ στη Μέση Ανατολή.
Έχουν περάσει λίγο περισσότερο από πέντε χρόνια από τότε που η επανάσταση του σχιστολιθικού πετρελαίου έκανε τις ΗΠΑ καθαρό εξαγωγέα ενέργειας και τον μεγαλύτερο παραγωγό πετρελαίου και φυσικού αερίου στον κόσμο.

Τώρα ο Λευκός Οίκος είναι έτοιμος να ενισχύσει την αξίωσή του για ένα ακόμη μεγαλύτερο μερίδιο της παγκόσμιας αγοράς πετρελαίου, καθώς η κυριαρχία της Μέσης Ανατολής τίθεται εν αμφιβόλω λόγω του πολέμου.
Ο αριθμός των τάνκερ που πρόκειται να συγκεντρωθούν το επόμενο διάστημα στα ύδατα των ΗΠΑ είναι σχεδόν έξι φορές μεγαλύτερος από τον μηνιαίο αριθμό που συνήθως φόρτωνε αμερικανικό αργό πετρέλαιο πριν από τον πόλεμο.
Οι ποσότητες αμερικανικού αργού πετρελαίου που εξέρχονται από τους τερματικούς σταθμούς εξαγωγής της χώρας έχουν αυξηθεί σε επίπεδα ρεκόρ 5,2 εκατομμυρίων βαρελιών την ημέρα, αφότου το Ιράν άρχισε να εμποδίζει τις ημερήσιες ροές 10 εκατομμυρίων βαρελιών πετρελαίου μέσω των Στενών του Ορμούζ.
Εκθέτοντας τους κινδύνους της εξάρτησης του κόσμου από τα ενεργειακά κοιτάσματα της Μέσης Ανατολής, ο πόλεμος απειλεί να αναδιαμορφώσει την παγκόσμια ενεργειακή τάξη επιταχύνοντας μια στροφή προς μια πιο πράσινη ενέργεια και δημιουργώντας νέες ενεργειακές υπερδυνάμεις.
Αυτή η στροφή σηματοδοτεί μια πιθανή αναδιάταξη των παγκόσμιων ενεργειακών αποθεμάτων και τη μεγαλύτερη απειλή για τη μελλοντική ενεργειακή κυριαρχία της Μέσης Ανατολής.
Για δεκαετίες, τα τεράστια αποθέματα πετρελαίου της Σαουδικής Αραβίας καθιστούσαν το βασίλειο τον μεγαλύτερο προμηθευτή αργού πετρελαίου στον κόσμο και τον ντε φάκτο ηγέτη του OPEC. Μέσα σε λίγες εβδομάδες, ο πόλεμος στο Ιράν εξαφάνισε το ένα τρίτο της παραγωγής αργού πετρελαίου της Σαουδικής Αραβίας.

Η επανεκκίνηση της άντλησης από τα κλειστά πεδία πετρελαίου και φυσικού αερίου της περιοχής και των υποδομών που έχουν υποστεί ζημιές από τα πλήγματα αναμένεται να κοστίσει μεταξύ 34 και 58 δισεκατομμυρίων δολαρίων, σύμφωνα με αναλυτές. Η διαδικασία επαναφοράς της παραγωγής στα προηγούμενα επίπεδα θα μπορούσε να διαρκέσει χρόνια, αν επιτευχθεί καν.
«Αυτό που παρατηρούμε στη Μέση Ανατολή δεν είναι απλώς μια διαταραχή του εφοδιασμού με πετρέλαιο και φυσικό αέριο», δήλωσε ο Ντάνκαν Γουντ, επικεφαλής του μη κερδοσκοπικού οργανισμού «Συμβούλιο Διεθνούς Πολιτικής του Ειρηνικού». «Οποιαδήποτε κυβέρνηση σκέφτεται λογικά αναρωτιέται αυτή τη στιγμή πώς θα μειώσει την έκθεση, θα αυξήσει την αυτονομία της και θα διαφοροποιήσει τις πηγές ενέργειας».
Καθώς οι αμφιβολίες σχετικά με μέλλον της κυριαρχίας των πετρελαιοπαραγωγών κρατών του Κόλπου εντείνονται, η απότομη αύξηση των τιμών στην ενεργειακή αγορά έχει αρχίσει να τροφοδοτεί την άνοδο των ενεργειακών παραγωγών στην αμερικάνικη ήπειρο.
Η αύξηση της παραγωγής αργού πετρελαίου στις ΗΠΑ και τον Καναδά αναμένεται να συνεχιστεί κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 2020. Ωστόσο, σχεδόν το ήμισυ της αύξησης της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου κατά το υπόλοιπο της δεκαετίας αναμένεται να προέλθει από την αύξηση της εκμετάλλευσης των κοιτασμάτων στη Λατινική Αμερική.
«Η Νότια Αμερική τοποθετείται πλέον ως η πιο σημαντική πηγή αυξανόμενης προσφοράς στον κόσμο, ακριβώς τη στιγμή που ο κόσμος ψάχνει για εναλλακτικές λύσεις», σημειώνει η Ραντίκα Μπάνσαλ, ανώτερη ερευνήτρια στην Rystad Energy.
Ακόμη και πριν από την κρίση στον Περσικό, οι αναλυτές της Rystad επεσήμαναν την παραγωγή πετρελαίου από τα υπεράκτια κοιτάσματα της Βραζιλίας, της Γουιάνας και του Σουρινάμ, καθώς και από τα σχιστολιθικά πετρώματα της Αργεντινής, ως τις βασικές περιοχές που τροφοδοτούν την παγκόσμια ανάπτυξη ορυκτών καυσίμων.

Οι χώρες αυτές μαζί αναμένεται να προσθέσουν σχεδόν 2,5 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα μέχρι το τέλος της δεκαετίας, από μια προβλεπόμενη παγκόσμια αύξηση 5,6 εκατομμυρίων. Όμως αν οι τιμές του πετρελαίου παραμείνουν πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι, αυτό θα μπορούσε να απελευθερώσει επιπλέον 2,1 εκατομμύρια βαρέλια αργού πετρελαίου την ημέρα σε όλη τη Νότια Αμερική μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 2030, θεωρεί η Rystad.
Την ίδια ώρα, η Βενεζουέλα θα μπορούσε να αυξήσει την παραγωγή της κατά 1 εκατομμύριο βαρέλια την ημέρα έως το 2035, αλλά αυτή η ποσότητα θα μπορούσε να είναι σημαντικά υψηλότερη αν μεγάλες δυτικές πετρελαϊκές εταιρείες, όπως οι ExxonMobil, Chevron και Shell, δώσουν βάση στην έκκληση του Τραμπ να εκμεταλλευτούν τα τεράστια κοιτάσματα πετρελαίου της χώρας.
Τα διυλιστήρια των ΗΠΑ ήδη επωφελούνται οικονομικά από την ανάπτυξη της Λατινικής Αμερικής. Η απότομη αύξηση των επικερδών αποστολών καυσίμων αεροσκαφών από τις ΗΠΑ προς την Ευρώπη έχει τροφοδοτηθεί από το πετρέλαιο που εισάγεται από τη Βενεζουέλα, η οποία κατέχει τα μεγαλύτερα αποθέματα αργού πετρελαίου στον κόσμο.
Μετά από δεκαετίες που ήταν παραμελημένες, οι εξαγωγές πετρελαίου της Βενεζουέλας έχουν ήδη αρχίσει να αυξάνονται από 860.000 βαρέλια την ημέρα υπό την προεδρία του Νικολάς Μαδούρο σε 1,1 εκατομμύρια βαρέλια σε λιγότερο από τέσσερις μήνες από την στρατιωτική επιχείρηση των ΗΠΑ για τη σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο τον Ιανουάριο.
Η επανάσταση της ηλεκτροκίνησης
Η αναθεώρηση των ροών ορυκτών καυσίμων παραβλέπει όμως μια άλλη βασική αναδιάταξη του παγκόσμιου ενεργειακού συστήματος: την άνοδο του ηλεκτρισμού. Για πολλούε ενεργειακούς αναλυτές, ο «απόλυτος νικητής» της κρίσης στο Ιράν φαίνεται πιθανό να είναι το Πεκίνο.
Η Κίνα κυριαρχεί εδώ και καιρό στις αλυσίδες εφοδιασμού για τα βασικά δομικά στοιχεία των τεχνολογιών καθαρής ενέργειας, από τις ανεμογεννήτριες μέχρι τα ηλιακά πάνελ και τις μπαταρίες. Η κινεζική βιομηχανική ισχύς έχει επιτρέψει στον μεγαλύτερο εισαγωγέα ενέργειας στον κόσμο να κατακτήσει μεταξύ 60% και 85% της παγκόσμιας αγοράς ανανεώσιμων πηγών ενέργειας σε μια εποχή που οι χώρες προετοιμάζονται να επιταχύνουν τη στροφή τους από τα ορυκτά καύσιμα.

«Η Κίνα αντλεί στρατηγική μόχλευση από την ηγετική της θέση στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και την ηλεκτροκίνηση, τη μεταποίηση και την καινοτομία, την εγχώρια ανάπτυξη και τις παγκόσμιες εξαγωγές», εξηγεί η βρετανική δεξαμενή σκέψης για το κλίμα και την ενέργεια Ember, τονίζοντας ότι «το Πεκίνο δεν κατασκευάζει απλώς ηλεκτροτεχνολογικό υλικό, κατασκευάζει ένα ενεργειακό μέλλον στο οποίο κατέχει κυρίαρχη θέση».
«Τα σοκ των ορυκτών καυσίμων ενισχύουν την τάση για εκμετάλλευση της ηλιακής ενέργειας», δήλωσε ο Ίβαν Γκράχαμ, ανώτερος αναλυτής της Ember. «Η ηλιακή ενέργεια έχει ήδη γίνει η κινητήρια δύναμη της παγκόσμιας οικονομίας και τώρα το ράλι στις τιμές των ορυκτών καυσίμων επιταχύνουν αυτήν την τάση ακόμη περισσότερο».
Οι εξαγωγές κινέζικης ηλιακής τεχνολογίας διπλασιάστηκαν σε επίπεδα ρεκόρ μόνο τον πρώτο μήνα της κρίσης στο Ιράν. Τα 68 γιγαβάτ των εξαγωγών ήταν περισσότερα από τη συνολική ηλιακή ισχύ της Ισπανίας.
Καθώς ο μεγαλύτερος παγκόσμιος επενδυτής στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας ετοιμάζεται να ηγηθεί μιας επανάστασης της πράσινης ενέργειας ενάντια στην κρίση των ορυκτών καυσίμων, έχει ήδη φροντίσει να προστατεύσει το δικό του ενεργειακό κόστος.
Το Πεκίνο εκμεταλλεύτηκε για χρόνια αθόρυβα την πτώση των τιμών του πετρελαίου για να συσσωρεύσει ρεκόρ αποθεμάτων αργού πετρελαίου, τα οποία ανέρχονται σε περίπου 1,4 δισεκατομμύρια βαρέλια, αρκετά για να καλύψουν επτά μήνες εισαγωγών από τον Κόλπο, ενώ παράλληλα επιτάχυνε τα σχέδιά του για τον περιορισμό της εξάρτησής του από τα εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα.

Το 2020, έθεσε ως στόχο τα ηλεκτρικά οχήματα να αποτελούν το 20% όλων των πωλήσεων νέων αυτοκινήτων το 2025. Αυτός ο στόχος ξεπεράστηκε κατά πολύ: τα ηλεκτρικά οχήματα αντιπροσώπευαν το ήμισυ όλων των πωλήσεων νέων οχημάτων πέρυσι. Η ποσότητα καυσίμων που εξοικονομήθηκε από την υπέρβαση των στόχων είναι περίπου ίση με τις εισαγωγές πετρελαίου από τη Σαουδική Αραβία πριν από την κρίση.
Μια νέα εποχή
Ανάμεσα στην άνοδο των αμερικανικών πετρελαιοπαραγωγών χωρών στα δυτικά και το μέλλον της Κίνας ως κινητήριος μοχλός της ηλεκτροκίνησης στα ανατολικά, βρίσκονται οι ανεπτυγμένες χώρες της Ευρώπης και οι ταχέως αναπτυσσόμενες οικονομίες της Ασίας και της Αφρικής.
Η ενεργειακή κρίση αναγκάζει αυτές τις χώρες να εξετάσουν και να εξασφαλίσουν τον ενεργειακό τους εφοδιασμό τις επόμενες εβδομάδες και μήνες, όμως πολλές θα κοιτάξουν και δεκαετίες μπροστά.
Το τελευταίο διάστημα, περίπου 50 χώρες κατέγραψαν νέα υψηλά εισαγωγών κινεζικής ηλιακής ενέργειας, οι περισσότερες από τις οποίες βρίσκονται στην Αφρική και την Ασία. Οι εξαγωγές προς την Αφρική αυξήθηκαν κατά 176% σε σύγκριση με τον Φεβρουάριο, ενώ οι εξαγωγές προς την Ασία διπλασιάστηκαν. Χώρες της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένης της Ιταλίας και της Πολωνίας, κατέγραψαν επίσης ρεκόρ εισαγωγών ηλιακής ενέργειας.
«Η επόμενη δεκαετία θα αποδειχθεί καθοριστική. Θα αναδειχθούν νέοι νικητές και ηττημένοι. Οι εταιρείες και τα έθνη που επιθυμούν να ευδοκιμήσουν σε αυτή την εποχή πρέπει να επανεξετάσουν τις στρατηγικές τους τόσο ριζικά, όσο αλλάζει και το ίδιο το ενεργειακό σύστημα» καταλήγει η Ember.
Πηγή: The Guardian
Κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook
Ακολούθησε μας στο Twitter
Κάνε εγγραφή στο κανάλι μας στο Youtube
Γίνε μέλος στο κανάλι μας στο Viber
– Αναφέρεται ως πηγή το ertnews.gr στο σημείο όπου γίνεται η αναφορά.
– Στο τέλος του άρθρου ως Πηγή
– Σε ένα από τα δύο σημεία να υπάρχει ενεργός σύνδεσμος