Εικόνες οικογενειών που εκτοπίζονται από πλημμύρες, παρατεταμένες ξηρασίες ή ακραίες καταιγίδες επαναλαμβάνονται με ανησυχητική συχνότητα στα καθημερινά δελτία ειδήσεων. Καθώς οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής εντείνονται, αυξάνονται και οι ανησυχίες ότι για το τι μπορεί να σημαίνει για τις μετακινήσεις πληθυσμών, εγείροντας ένα απλό, αλλά σημαντικό ερώτημα: σε ποιο βαθμό η κλιματική αλλαγή προκαλεί μετανάστευση;
Όμως η απάντηση είναι κάθε άλλο παρά απλή. Τις τελευταίες δεκαετίες, η σχέση μεταξύ κλιματικής αλλαγής και μετανάστευσης έχει γίνει ένα ενεργό, δυναμικό πεδίο έρευνας. Ωστόσο, αντί να διαμορφωθεί μια ενιαία άποψη, το θέμα εξακολουθεί να ταλανίζεται από σημαντικές εννοιολογικές, μεθοδολογικές και πολιτικές αποκλίσεις.

Επί σειρά ετών, η συζήτηση για το ερώτημα αυτό διχαζόταν μεταξύ δύο θέσεων: είτε ότι η κλιματική αλλαγή ήταν η άμεση αιτία που οδηγούσε σε σημαντικές μετακινήσεις πληθυσμών, είτε ότι δρούσε μόνο παράλληλα με άλλα οικονομικά, κοινωνικά ή πολιτικά δεδομένα.
Σήμερα, οι περισσότεροι ειδικοί φαίνεται να έχουν μια θέση κάπου ανάμεσα σε αυτά τα δύο άκρα. Αν και τα ακραία κλιματικά φαινόμενα (όπως τυφώνες, πλημμύρες και πυρκαγιές) μπορούν να προκαλέσουν άμεσες, σαφώς αναγνωρίσιμες μετακινήσεις πληθυσμών, οι πιο αργές διεργασίες (όπως η ερημοποίηση, η υποβάθμιση του εδάφους και η σταδιακή απώλεια υδάτινων πόρων) τείνουν να τέμνονται με άλλες προϋπάρχουσες ευπάθειες. Ως αποτέλεσμα, είναι δύσκολο να χαρτογραφηθεί μια μοναδική σχέση αιτίας-αποτελέσματος.
Πρώτη αντίδραση η εσωτερική μετανάστευση
Ένα από τα πιο ασφαλή συμπεράσματα μέσα από τις μελέτες είναι ότι η πλειονότητα των μετακινήσεων που σχετίζονται με το κλίμα συμβαίνουν εντός εθνικών συνόρων. Οι άνθρωποι που μετακινούνται για κλιματικούς λόγους συνήθως μετακινούνται από αγροτικές περιοχές σε πόλεις ή σε άλλες περιοχές της ίδιας χώρας αντί να πραγματοποιούν μεταναστεύσεις μεγάλων αποστάσεων στο εξωτερικό.

Ωστόσο, η έλλειψη κοινών ορισμών και καλών στατιστικών συστημάτων σημαίνει ότι δεν υπάρχει τρόπος να μετρηθεί με ακρίβεια πόσοι άνθρωποι μεταναστεύουν εσωτερικά για λόγους που σχετίζονται με το κλίμα ή ποιες ακριβώς διαδρομές ακολουθούν.
Επιπλέον, η έλλειψη συναίνεσης σχετικά με τον ορισμό εννοιών όπως «κλιματικός μετανάστης» και «κλιματικός πρόσφυγας» εξακολουθεί να παρεμποδίζει τόσο την έρευνα όσο και τον σχεδιασμό δημόσιων πολιτικών.
Προσαρμογή ή επιβίωση;
Ένα άλλο ζήτημα που συζητείται έντονα είναι το κατά πόσον η μετανάστευση μπορεί να γίνει κατανοητή ως στρατηγική προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή.
Ορισμένοι διεθνείς οργανισμοί έχουν υποστηρίξει ότι οι μετακινήσεις μπορούν να αποτελέσουν έναν αποτελεσματικό τρόπο διαχείρισης των περιβαλλοντικών κινδύνων, καθώς η μετανάστευση επιτρέπει στους ανθρώπους να διαφοροποιήσουν τα έσοδα των νοικοκυριών τους και να αποκτήσουν πρόσβαση σε νέες οικονομικές ευκαιρίες, μειώνοντας παράλληλα την πίεση σε ολοένα και πιο ευάλωτες περιοχές.
Αλλά και αυτή η άποψη έχει τους επικριτές της. Πολλοί άνθρωποι δεν θέλουν να εγκαταλείψουν τη γη με την οποία έχουν πολιτιστικούς, οικογενειακούς και κοινοτικούς δεσμούς. Δεν είναι όλες οι μεταναστεύσεις εθελοντικές, ούτε είναι όλες προγραμματισμένες.
Η μετανάστευση μπορεί να αποτελέσει μια προσαρμοστική στρατηγική όταν ο μετανάστης διαθέτει ικανότητα λήψης αποφάσεων, πόρους και ένα σχέδιο.
Ωστόσο, σε πολλές περιπτώσεις πρόκειται απλώς για μια στρατηγική επιβίωσης, η μόνη διαθέσιμη εναλλακτική λύση όταν οι συνθήκες διαβίωσης γίνονται μη βιώσιμες. Η διάκριση είναι σημαντική, καθώς καθιστά ξεκάθαρο ότι για εκατομμύρια ανθρώπους, η κινητικότητα δεν είναι ευκαιρία, αλλά μια αναγκαστική αντίδραση στην απώλεια των μέσων διαβίωσης.

Δημόσιες πολιτικές: ευχολόγια, χωρίς συντονισμό
Η δημόσια πολιτική είναι ο τομέας όπου η συναίνεση είναι ιδιαίτερα αδύναμη. Παρόλο που η κινητικότητα λόγω κλιματικής αλλαγής κατέχει πλέον εξέχουσα θέση στις διεθνείς ατζέντες, εξακολουθεί να μην υπάρχει παγκόσμιο πλαίσιο που να προσφέρει μια συνεκτική και συντονισμένη απάντηση. Μέσα όπως το Παγκόσμιο Σύμφωνο του ΟΗΕ για τη Μετανάστευση και οι Στόχοι Βιώσιμης Ανάπτυξης έχουν εν μέρει συμπεριλάβει αυτά τα προβλήματα στους οδικούς χάρτες τους, αλλά ο αντίκτυπός τους στον πραγματικό κόσμο είναι περιορισμένος.

Οι ειδικοί δίνουν προτεραιότητα στην ενσωμάτωση της κλιματικής δικαιοσύνης στις πολιτικές αναπτυξιακής συνεργασίας. Συμφωνούν επίσης ότι οι πολιτικές αναπτυξιακής συνεργασίας θα πρέπει να προσανατολίζονται στη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης των πιο ευάλωτων πληθυσμών και στην ενίσχυση της ικανότητάς τους να προσαρμόζονται.
Παρ ‘όλα αυτά, οι ειδικοί επισημαίνουν μια κραυγαλέα αντίφαση. Οι πολιτικές για τη μετανάστευση, το εμπόριο, τη γεωργία και την αλιεία τείνουν να είναι ασύνδετες και μπορεί ακόμη και να έρχονται σε σύγκρουση με τους στόχους βιώσιμης ανάπτυξης που επιδιώκει να προωθήσει η διεθνής συνεργασία. Αυτή η έλλειψη συνοχής πολιτικής περιορίζει την ικανότητά τους να ανταποκριθούν στο ολοένα και πιο πιεστικό φαινόμενο της μετανάστευσης που προκαλείται από την κλιματική αλλαγή.
Οι προκλήσεις για την επιστήμη και την πολιτική
Από επιστημονική και πολιτική άποψη, η έρευνα για την ανθρώπινη κινητικότητα λόγω κλίματος εξακολουθεί να βρίσκεται σε εξέλιξη. Η έλλειψη κοινών ορισμών, η σπανιότητα συγκρίσιμων δεδομένων και η δυσκολία ενσωμάτωσης προοπτικών από διαφορετικούς κλάδους ευθύνονται σε μεγάλο βαθμό για την απόκλιση.
Ωστόσο, εν μέσω αυτής της έλλειψης σαφήνειας, οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής εντείνονται. Το αποτέλεσμα: οι περιβαλλοντικοί μετασχηματισμοί ξεπερνούν τις πολιτικές αποφάσεις που θα μπορούσαν να διαφυλάξουν την ευημερία και τα μέσα διαβίωσης.
Είναι απαραίτητο να υπάρξει μια καλύτερη εικόνα για το ποιος εκτοπίζεται, γιατί και ποιες θεσμικές απαντήσεις μπορούν να εγγυηθούν τα δικαιώματά του. Αυτό δεν γίνεται μόνο για να προβλεφθούν μελλοντικές μετακινήσεις πληθυσμών, αλλά και για να διασφαλιστεί ότι οι άνθρωποι που αναγκάζονται να μεταναστεύσουν δεν θα παγιδευτούν σε νομικά και πολιτικά κενά που απέχουν ακόμη πολύ από την επίλυσή τους.
Πηγή: The Conversation
Κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook
Ακολούθησε μας στο Twitter
Κάνε εγγραφή στο κανάλι μας στο Youtube
Γίνε μέλος στο κανάλι μας στο Viber
– Αναφέρεται ως πηγή το ertnews.gr στο σημείο όπου γίνεται η αναφορά.
– Στο τέλος του άρθρου ως Πηγή
– Σε ένα από τα δύο σημεία να υπάρχει ενεργός σύνδεσμος