Πλησιάζουμε στην 8η Σεπτεμβρίου που είναι η επέτειος της συνθηκολόγησης της Ιταλίας το 1943 και η έξοδος της από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Της Ιταλίας η έξοδος, όχι των Ιταλών, αφού άλλοι συνέχισαν να πολεμούν στο πλευρό των Γερμανών, ήταν άλλωστε το πιο σκληρό φασιστικό κομμάτι στο οποίο στηρίχθηκε ο Μουσολίνι και άλλοι συνέχισαν τον πόλεμο σαν παρτιζάνοι της ιταλικής αντίστασης, μαχόμενοι τους Γερμανούς ναζί και τους Ιταλούς φασίστες. Αρκετοί είχαν εκτελεσθεί ήδη από τους Γερμανούς επειδή δεν συντάχθηκαν αμέσως μαζί τους. Εγκλήματα όπως αυτό σε βάρος της μεραρχίας Άκουι στην Κεφαλονιά, αλλά και η ομαδική εκτέλεση Ιταλών στην Κω, είναι χαρακτηριστικά.
Κάποιοι από αυτούς, στην προπολεμική τους ζωή, αλλά και στην μεταπολεμική περίοδο, φορούσαν κοντά παντελονάκια και αθλητικές φανέλες. Ήταν οι ποδοσφαιριστές που τον πιο δύσκολο αγώνα τον έδωσαν εκτός γηπέδου. Η Ιταλία λοιπόν δεν πρέπει να μείνει στην ιστορία μόνο για τους μελανοχίτωνες και τους κοκορόφτερους και για τον κάνοντας δημόσιες εμφανίσεις ως γελωτοποιός με τις γκριμάτσες που έκανε, Μπενίτο Μουσολίνι.
Πρέπει να αποδοθεί η δέουσα τιμή που αυτό σημαίνει μάχη ενάντια στη λήθη και την άγνοια και σε αυτούς που στο γήπεδο των κοινωνικών αγώνων «το γύρισαν το παιχνίδι», σε αυτούς που αν το έκαναν στη ροή του αγώνα, οι κερκίδες θα τους φώναζαν «ψυχάρες», αλλά το απέδειξαν και εκτός γηπέδου.
«Ταξιδεύουμε» λοιπόν στο παρελθόν.
Dino Ballacci

Αμυντικός και συγκεκριμένα αριστερό μπακ της Μπολόνια ήταν ο Ντίνο Μπαλάτσι (Dino Ballacci) που γεννήθηκε στις 24 Μαΐου του 1924. Μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας στις 8 Σεπτεμβρίου του 1943 ο Μπαλάτσι πέρασε στην αντίσταση, αλλά τον συνέλαβαν οι Γερμανοί στο Αβιάνο το φθινόπωρο του 1943.. Κατά τη διάρκεια της μεταφοράς του κατάφερε να σκοτώσει τον Γερμανό συνοδό του και να δραπετεύσει με προορισμό του τα βουνά και τις ανταρτικές ομάδες. Εντάχθηκε στους παρτιζάνους του Γκαριμπάλντι των Ταξιαρχιών Νανέτι και η ταξιαρχία του επιχειρούσε μεταξύ Πορντενόνε, Μπελούνο και Τρεβίζο.

Το ψευδώνυμο που επέλεξε όπως συνηθίζονταν τότε, ήταν “Κράους”, το όνομα του Γερμανού δεσμοφύλακα που είχε σκοτώσει για να δραπετεύσει. Ήταν θηριώδης ύψους 1.90 και είχε δοκιμάσει και την πυγμαχία. Ακολούθως την άνοιξη του 1944, κατατάχθηκε στην πέμπτη ταξιαρχία Osoppo (5a brigata Osoppo) υπό τη διοίκηση του Pietro Maset, που είχε το ψευδώνυμο “Maso”. Σε μία σκληρή μάχη με τους Γερμανούς στο Piancavallo τραυματίστηκε θανάσιμα ο Maso και ακολούθως ο Μπαλάτσι προήχθη σε αναπληρωτή διοικητή τάγματος.
Μετά τον πόλεμο ο Μπαλάτσι επανήλθε στην Μπολόνια, όπου είχε αγωνιστεί ως νέος και έκανε το ντεμπούτο του στη Serie A με την Μπολόνια στις 10 Μαρτίου 1946, όπου αγωνίστηκε για 12 περιόδους με 305 αγώνες, μία νίκη στο Κύπελλο Ιταλίας το 1946, ενώ χρίστηκε μία φορά διεθνής στις 24 Ιανουαρίου 1954, στον αγώνα των προκριματικών του Παγκοσμίου Κυπέλλου εναντίον της Αιγύπτου στο Μιλάνο (τελικό σκορ: 5-1 υπέρ των Ατζούρι) που ήταν ο πρώτος που μεταδόθηκε στην ιταλική τηλεόραση. Στην Μπολόνια φόρεσε το περιβραχιόνιο του αρχηγού. Ποδοσφαιριστής-παρτιζάνος που έχει μείνει και για τις δύο του ιδιότητες στις καρδιές των φίλων της Μπολόνια, αλλά και των αντιφασιστών όλου του κόσμου.

Carlo Castellani
Έχασε τη ζωή του στο ναζιστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης του Gusen, έχοντας συλληφθεί για αντίποινα στην πολιτική δράση του πατέρα του.
Το όνομά του ήταν Κάρλο Καστελάνι Carlo Castellani (1909-1944) και ήταν επιθετικός, θρύλος της Έμπολι (ντεμπούτο το 1926) που σήμερα έχει δώσει το όνομά του στο γήπεδό της Stadio Carlo Castellani.
Ο πατέρα του ο David, ήταν αντιφασίστας και υποκινητής απεργιών (ειδικά μετά τη συνθηκολόγηση έγιναν πάρα πολλές στην Ιταλία) , έτσι το 1944, στις 8 Μαρτίου, οι Γερμανοί και οι συνεργαζόμενοι με αυτούς Ιταλοί φασίστες εισέβαλαν στο σπίτι του στην περιοχή Fibbiana για να τον συλλάβουν, ήταν καταζητούμενος.


Ο γιός του ο Carlo προσφέρθηκε εθελοντικά στη θέση του και συνελήφθη. Πέθανε από εξάντληση στο στρατόπεδο εξόντωσης Γκούσεν (Μαουτχάουζεν) στις 11 Αυγούστου 1944.
Ήταν μόλις 35 ετών και στη ζωή του έπαιξε για την Έμπολι, το Λιβόρνο και το Βιαρέτζιο.
Χρόνια μετά σε τελετή τιμής και μνήμης, ο γιός του Φράνκο Καστελάνι: «Τον φόρτωσαν σε ένα φορτηγό γεμάτο κόσμο (συνολικά 21 άτομα, οι 16 δεν επέστρεψαν ποτέ), τον μάζεψαν και μετά τον πήγαν πρώτα στους στρατώνες στο Μοντελούπο και μετά στον σταθμό της Φλωρεντίας, όπου τον στοίβαξαν, μαζί με περίπου εξήντα άλλους, σε ένα “κουτί” τρένου.
Μετά από τρεις μέρες, χωρίς να φάει ή να πιει», έφτασε στο Μαουτχάουζεν και μετά, μετά από άλλες δύο μέρες, μεταφέρθηκε, μαζί με τον Άλτο Ροβάι, στο υποστρατόπεδο Γκούσεν. Εκεί δούλευαν δωρεάν.
Το γεύμα αποτελούνταν από έναν ζωμό που έμοιαζε με γαλακτώδη καφέ, ένα κομμάτι ψωμί και λίγη μαργαρίνη ή σαλάμι. Μετά από τρεις μήνες, ο πατέρας μου αρρώστησε με δυσεντερία και έχανε αισθητά βάρος.
Την ημέρα πριν πεθάνει ο Ροβάι, πήγε να τον επισκεφτεί, ο πατέρας μου του είπε ότι ήταν άρρωστος, αλλά δεν πέθαινε.
Την επόμενη μέρα ο Ροβάι επέστρεψε στην καλύβα και του είπαν ότι ο Κάρλο Καστελάνι δεν ήταν πια εκεί, είχε ήδη αποτεφρωθεί».

Giacomo Losi
Ο Λόσι γεννήθηκε στο Σοντσίνο, μια μικρή πόλη στην επαρχία Μάντοβα της Λομβαρδίας, στις 10 Σεπτεμβρίου 1935 στις 4 Φεβρουαρίου 2024, σε ηλικία σχεδόν 88 ετών. Ξεκίνησε το ποδόσφαιρο παίζοντας με ψεύτικο όνομα επειδή ήταν πολύ μικρός,

Υπήρξε σημαντικός παίκτης στην ιστορία της Ρόμα με 15 σεζόν μεταξύ της δεκαετίας του 1950 και του 1960 και 386 συμμετοχές. Παρατσούκλι του ήταν «Core de Roma», λόγω του ότι γύρισε ένα παιχνίδι σημειώνοντας το νικητήριο γκολ αν και έπαιζε τραυματίας. Ξεκίνησε από την Κρεμονέζε ενώ υπήρξε και διεθνής 11 φορές με την εθνική ομάδα, συμπεριλαμβανομένου του Παγκοσμίου Κυπέλλου στη Χιλή.
Το 1969, αποσύρθηκε ενώ έκανε την τελευταία του χρονιά φορώντας φανέλα με τα ίδια χρώματα (κόκκινο-κίτρινο είχε η Ρόμα) τη Serie D, με την Τεβέρε Ρόμα.
Ο δυναμικός αμυντικός σε μικρή ηλικία υπήρξε δραστήριος αντιφασίστας και προέρχονταν από οικογένεια όπου οι γονείς του ήταν επίσης αντιφασίστες που από την πρώτη στιγμή αντιτάχθηκαν στο καθεστώς του Μουσολίνι. «Ο πατέρας μου δεν ήθελε ποτέ να μάθει για την κάρτα μέλους του Φασιστικού Κόμματος. Προερχόταν από σοσιαλιστική οικογένεια…», είχε δηλώσει σε μία συνέντευξή του. Το μήλο λοιπόν έπεσε κάτω από τη μηλιά.
Παιδάκι ακόμα ο Λόσι έζησε τους συμμαχικούς βομβαρδισμούς στην περιοχή του, που τους έκαναν να τρέχουν στα καταφύγια.

Μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας το 1943 ξεκίνησε η αντιστασιακή περίοδος στην Ιταλία με τους Γερμανούς και τους Ιταλούς φασίστες από τη μία πλευρά και τους Ιταλούς αντιφασίστες από την άλλη. Όπως είχε πει ο Λόσι: «οι γονείς μου ήταν εργάτες που έπρεπε να βγάζουν τα προς το ζην. Έπειτα, υπήρχαν οι άλλοι, οι γιοι του ντόπιου φασίστα, που ήταν οι κύριοι με τα χρήματα. Εμείς, από την άλλη πλευρά, ήμασταν αγροτικοί και επικεντρωμένοι στην Απελευθέρωση. Πρώτα, υπήρχαν οι φασίστες και οι Γερμανοί. Αλλά στην τελική φάση του πολέμου, οι παρτιζάνοι κατέκτησαν την πόλη, πριν φτάσουν οι Αμερικανοί».
Στο Σοντσίνο, την πόλη στην επαρχία της Κρεμόνα στην περιοχή της βορειοδυτικής Ρώμης διεξήχθη μια από τις πιο επίμονες μορφές αντίστασης ενάντια στους Γερμανούς.
Ο πιτσιρικάς Λόσι αν ζούσε στην Ελλάδα θα λέγαμε ότι είχε γίνει «σαλταδόρος». Στην Ιταλία το οργανωμένο καθήκον του ήταν να κλέβει ψωμί για να το μεταφέρει στους αντάρτες στα βουνά και να ψάχνει για πυρομαχικά, βόμβες και κορδέλες, τα οποία τους τα μετέφερε επίσης. «Εργαλείο» του ένα ποδήλατο. Συχνά μετέφερε και πολιτικά μηνύματα-οδηγίες, δείγμα της εμπιστοσύνης που είχαν στον πιτσιρικά οι αντάρτες, που μάλλον μετά τον πόλεμο θα τον χειροκροτούσαν στις κερκίδες των γηπέδων.

Libero Marchin
Ο Λίμπερο Μαρτσίνι (Libero Marchini) με καταγεγραμμένο έτος γέννησης το 1914, στην περιοχή του δήμου Castelnuovo Magra, αν και είχε γεννηθεί ένα χρόνο νωρίτερα, ήταν Ιταλός ποδοσφαιριστής που έπαιζε ως μέσος και αγωνίστηκε στους Θερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες του 1936 στο Βερολίνο, την διοργάνωση που επένδυσε πάνω της ο Χίτλερ, όπου η Ιταλία πήρε το χρυσό μετάλλιο. Ήταν πρώην παίκτης των Καραρέζε, Φιορεντίνα, Γένοβα, Λουτσέζε, Λάτσιο και Τορίνο) .

Αγωνίζονταν ως δεξιός εξτρέμ και έμεινε στην ιστορία για μία φωτογραφία του 1936 στο στάδιο Marassi στη Γένοβα, όπου η Ιταλία είχε την Τσεχοσλοβακία με 2-0. Ο Μαρτσίνι αρνήθηκε να χαιρετήσει τον Μπενίτο Μουσολίνι στο τέλος των εθνικών ύμνων και η φωτογραφία, τον δείχνει να προσποιείται ότι ξύνει τον μηρό του. Πολιτικά έχει καταγραφεί σαν αναρχικός.
Μετά τον πόλεμο είχε μεταγραφεί από τη Λάτσιο στην Τορίνο, αφού είχε εκτίσει εννέα μήνες αποκλεισμού που του είχε επιβάλει η ομοσπονδία για την υπογραφή δύο συμβολαίων με διαφορετικούς συλλόγους, αλλά στην πραγματικότητα επειδή αρνήθηκε να αγωνιστεί σε έναν εκτός έδρας αγώνα με την Παλέρμο και με έναν στρατηγός τον Vaccaro, που ήταν οπαδός της Λάτσιο, να ζητά να τον κλείσουν στις φυλακές της Gaeta λόγω αυτής της άρνησης.
Στη ζωή του δεν έδωσε ποτέ αυτόγραφο και γενικά δεν ήταν άνθρωπος που επιζητούσε την δημοσιότητα, το αντίθετο θα λέγαμε.
Σχετικά θέματα
Bruno Neri: Ο ποδοσφαιριστής – παρτιζάνος που αψήφισε τον Μουσολίνι
Μικέλε Μορέτι: O παρτιζάνος ποδοσφαιριστής που «σφύριξε τη λήξη» στη ζωή του Μπενίτο Μουσολίνι
Υ.Γ. η σειρά των αφιερωμάτων σε Ιταλούς αντιφασίστες ποδοσφαιριστές στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, δεν θα είχε πραγματοποιηθεί ποτέ, αν δεν είχαμε κάποια αρχικά στοιχεία και κατευθύνσεις έρευνας, που μας έκανε γνωστά ο δημοσιογράφος Παντελής Σταματελόπουλος και μαζί του οι Ιταλοί που επισκέφτηκαν την Ελλάδα, μέλη του ANPI (Associazione Nazionale Partigiani d’Italia), Vincenzo De Michele (συνδικαλιστής μεταλλεργάτης της FION-CGIL Basilicata) και Danilio di Chio (συντονιστής του εργατικού κέντρου του Lavello και συγγενής του Antonio Pelegrino Ιταλού αντιφασίστα που εκτελέστηκε στο Μπλόκο της Καλογρέζας), τους οποίους ευχαριστούμε για τη συμβολή τους.
Κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook
Ακολούθησε μας στο Twitter
Κάνε εγγραφή στο κανάλι μας στο Youtube
Γίνε μέλος στο κανάλι μας στο Viber
– Αναφέρεται ως πηγή το ertnews.gr στο σημείο όπου γίνεται η αναφορά.
– Στο τέλος του άρθρου ως Πηγή
– Σε ένα από τα δύο σημεία να υπάρχει ενεργός σύνδεσμος