Κάθε Σεπτέμβριο, η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ανεβαίνει στο βήμα της Ολομέλειας στο Στρασβούργο και εκφωνεί την ομιλία της για την Κατάσταση της Ένωσης. Είναι μια στιγμή που προσελκύει μεγάλη προσοχή, εικόνες συγκίνησης, χειροκροτήματα. Λιγότερο συχνά γίνεται αντικείμενο μιας πιο αδρής, αριθμητικής εξέτασης σχετικά με το πόσο από αυτό που ακούγεται είναι απολογισμός όσων έγιναν, και πόσο είναι αναγγελία όσων θα γίνουν ή, ακριβέστερα, όσων η Επιτροπή προτίθεται να επιχειρήσει να κάνει.
Ανάλυση από τον Γιώργο Συριόπουλο, Βρυξέλλες
Μια συστηματική καταμέτρηση της εφετινής ομιλίας (16 Σεπτεμβρίου 2026) δίνει ένα καθαρό αριθμητικό στοιχείο: η φράση «θα» («we will» / «I will» στο πρωτότυπο) εμφανίζεται 59 φορές σε ένα κείμενο περίπου 5.700 λέξεων — 56 φορές στο πρώτο πληθυντικό πρόσωπο («we will») και 3 φορές στο πρώτο ενικό («I will»). Αυτό μεταφράζεται σε μία δέσμευση μέλλοντα κάθε 97 λέξεις κατά μέσο όρο. Από τις 59 αυτές αναφορές, περίπου 30 συνοδεύουν μια συγκεκριμένη, ονομαστική ανακοίνωση πρωτοβουλίας, νομοθετικής πρότασης ή θεσμικού μηχανισμού. Οι υπόλοιπες είναι γενικότερες διαβεβαιώσεις χωρίς μετρήσιμο παραδοτέο («θα υπερασπιστούμε τις αξίες μας», «θα σταθούμε στο πλευρό της Ουκρανίας»).
Το εύρημα αυτό δεν αποκτά νόημα μεμονωμένα. Αποκτά νόημα όταν τοποθετηθεί δίπλα στο τι έλεγε η ίδια η πρόεδρος πέρυσι, την ίδια εποχή, στο ίδιο βήμα, και στο τι προβλέπει ο ίδιος ο θεσμός της ομιλίας αυτής, ως προς τον ρόλο που καλείται να παίξει.
Ένα «θα» ανά 97 λέξεις
Η πυκνότητα αυτή δεν είναι πρωτόγνωρη. Η περσινή ομιλία (10 Σεπτεμβρίου 2025) είχε παρόμοια δομή. «We will propose a Quality Jobs Act», «we will present the first ever European Affordable Housing Plan», «we will propose a new Grids Package», «we will launch a new Media Resilience Programme», «we will set up a new European Centre for Democratic Resilience», «I will commission a panel of experts to advise me by the end of this year» — δεκάδες αντίστοιχες διατυπώσεις. Η ρητορική αυτή μορφή, δηλαδή, δεν είναι επιλογή μιας συγκεκριμένης χρονιάς αλλά πάγιο χαρακτηριστικό του είδους ομιλίας.
Αυτό καθιστά ενδιαφέρουσα όχι τόσο την ύπαρξη του φαινομένου, όσο την τύχη των συγκεκριμένων δεσμεύσεων στον χρόνο. Ποια από τα περσινά «θα» έγιναν φέτος πραγματικότητα; Ποια επανεμφανίστηκαν, με νέο όνομα ή την ίδια ακριβώς διατύπωση, ως αν να λέγονταν για πρώτη φορά; Και ποια απλώς εξαφανίστηκαν από την ατζέντα χωρίς καμία αναφορά στο τι απέγιναν;
Έξι ζητήματα που «σέρνονται»
1. Νέοι ίδιοι πόροι για τον προϋπολογισμό. Η εφετινή ομιλία δηλώνει ρητά ότι «κάθε σύγχρονος προϋπολογισμός χρειάζεται νέους ίδιους πόρους». Πρόκειται για συζήτηση που τρέχει, ουσιαστικά άκαρπη ως προς τη νομοθετική της υλοποίηση, από την εποχή του σχεδίου NextGenerationEU (2020-2021). Η φετινή αναφορά δεν συνοδεύεται από κανένα νέο χρονοδιάγραμμα ή συγκεκριμένο μηχανισμό. Παραμένει ζήτημα που απαιτεί ομοφωνία στο Συμβούλιο, κάτι που ιστορικά δεν έχει βρεθεί.
2. «Σύμφωνο κατά της υπερ-κανονιστικής ρύθμισης» (gold-plating). Η έκκληση προς τα κράτη-μέλη να σταματήσουν να προσθέτουν εθνικά επίπεδα γραφειοκρατίας πάνω στην ενωσιακή νομοθεσία είναι μόνιμο αίτημα της Επιτροπής, χωρίς όμως δεσμευτικό εργαλείο επιβολής. Η ίδια η Κομισιόν δεν διαθέτει αρμοδιότητα να το επιβάλει στα κράτη-μέλη. Η εφετινή αναφορά επαναλαμβάνει ουσιαστικά το ίδιο αίτημα.
3. Ολοκλήρωση Ενιαίας Αγοράς / Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων. Ο στόχος «ολοκλήρωσης έως το τέλος του 2027» παραπέμπει σε συζήτηση που τροφοδοτούν οι εκθέσεις Λέττα και Ντράγκι (2024) και, σε προγενέστερη μορφή ως Ένωση Κεφαλαιαγορών, ήδη από το 2015. Πέρυσι, η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν είχε θέσει ως στόχο τον «Οδικό Χάρτη της Ενιαίας Αγοράς έως το 2028». Εφέτος ο ορίζοντας μετατοπίστηκε στο «τέλος του 2027», χωρίς η ομιλία να εξηγεί τι άλλαξε στο ενδιάμεσο διάστημα ώστε ο στόχος να γίνει πιο άμεσος.
4. Ενιαία ευρωπαϊκή θέση για τη Γάζα / Μέση Ανατολή. Πέρυσι, η πρόεδρος της Κομισιόν είχε ανακοινώσει συγκεκριμένο πακέτο μέτρων το οποίο προέβλεπε αναστολή διμερούς στήριξης προς το Ισραήλ, πρόταση κυρώσεων κατά ακραίων υπουργών και βίαιων εποίκων, μερική αναστολή της Συμφωνίας Σύνδεσης σε εμπορικά ζητήματα, δηλώνοντας ρητά ότι γνώριζε πως «θα είναι δύσκολο να βρεθούν πλειοψηφίες». Ένα χρόνο μετά, παραδέχτηκε ανοιχτά ότι τα κράτη-μέλη «δεν μπόρεσαν να συγκροτήσουν την αναγκαία πλειοψηφία για ενιαία απάντηση». Τα μέτρα του 2025 παραμένουν ουσιαστικά στο συρτάρι, και η εφετινή ομιλία δεν πρότεινε κανέναν νέο μηχανισμό υπέρβασης του αδιεξόδου. Απλώς κατέγραψε εκ νέου τη διαπίστωσή του.
5. Προστασία ανηλίκων στα social media – η εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα. Εδώ η εικόνα είναι διαφορετική, καθώς η περσινή αναγγελία σύστασης επιτροπής εμπειρογνωμόνων, με ρητή αναφορά στο παράδειγμα της Αυστραλίας, μετουσιώθηκε εφέτος σε συγκεκριμένη νομοθετική πρόταση, την EU Kids Act. Πρόκειται για ένα από τα λίγα παραδείγματα όπου η δέσμευση ενός έτους έγινε, μέσα σε δώδεκα μήνες, συγκεκριμένο νομοθετικό κείμενο.
6. Ευρωπαϊκή αμυντική αρχιτεκτονική στα ανατολικά σύνορα. Το περσινό «Eastern Flank Watch» και το εξαγγελθέν «τείχος από drones» (drone wall) στα βαλτικά σύνορα απουσίαζαν εντελώς, ονομαστικά, από τη φετινή ομιλία. Η έμφαση μετατοπίστηκε σε νέες ονομασίες (όπως «Ευρωπαϊκό Εργαλείο Στρατηγικών Δυνατοτήτων», «Πρωτόκολλο Έκτακτης Ασφάλειας») χωρίς κάποιον απολογισμό για το τι απέγιναν οι προηγούμενες πρωτοβουλίες που είχαν παρουσιαστεί με παρόμοια έμφαση.
7. Ο Καναδάς ως «πρώτο συνδεδεμένο μέλος» — μια πρόταση χωρίς διαδικασία. Ίσως η πιο εντυπωσιακή φετινή εξαγγελία ήταν η πρόταση προς τον παρόντα στην αίθουσα πρωθυπουργό Μαρκ Κάρνεϊ να ανοίξει ο δρόμος για τον Καναδά να γίνει το πρώτο συνδεδεμένο μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης «Συμμαχίας για το Μέλλον» που θα διαδεχθεί την υφιστάμενη εμπορική συμφωνία CETA.
Πρόκειται, ωστόσο, για ανακοίνωση χωρίς κανένα προηγούμενο θεσμικό πλαίσιο αναφοράς. Η ιδιότητα του «συνδεδεμένου μέλους» δεν προβλέπεται πουθενά στις Συνθήκες ως ενδιάμεσο στάδιο ένταξης, ούτε υπάρχει ώς τώρα διαδικασία, κριτήρια ή χρονοδιάγραμμα για κάτι τέτοιο. Η ίδια η διατύπωση της κ. Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν «θα ήθελα να δουλέψω μαζί σου για να ανοίξουμε την πόρτα» είναι εξαρχής πρόθεση συζήτησης, όχι δέσμευση με ουσία. Ανοίγει, δε, μια συζήτηση για διαβάθμιση σε νέου είδους προνομιακές σχέσεις της ΕΕ με τρίτες χώρες.
Υπάρχει, ωστόσο, και μια δεύτερη ανάγνωση, πέρα από τη στενά θεσμική. Η εξαγγελία έρχεται σε μια στιγμή όπου οι σχέσεις Οτάβα-Ουάσινγκτον περνούν την πιο δύσκολη φάση τους εδώ και δεκαετίες, με τον Κάρνεϊ να αναζητά ενεργά εναλλακτικούς εταίρους πέρα από τον παραδοσιακό αμερικανικό ομφάλιο λώρο. Υπό αυτό το πρίσμα, η πρόταση της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν δεν είναι απλώς ασαφής ευχή για το μέλλον, αλλά και μια κίνηση με άμεσο διπλωματικό βάρος: προσφέρει στον Καναδά μια συμβολική εναλλακτική ακριβώς τη στιγμή που τη χρειάζεται, και ταυτόχρονα στέλνει ένα μήνυμα προς την Ουάσινγκτον, ότι η Ευρώπη έχει και άλλους φίλους, και είναι πρόθυμη να τους αγκαλιάσει δημόσια.
Οι δύο αναγνώσεις δεν αναιρούν η μία την άλλη. Η πρόταση μπορεί κάλλιστα να παραμείνει, τεχνικά, ένα «θα» χωρίς σάρκα και οστά για χρόνια, ενώ ταυτόχρονα να έχει ήδη πετύχει τον στόχο της ως πολιτικό μήνυμα την ίδια τη στιγμή που εκφωνήθηκε. Το αν και πώς θα μετουσιωθεί σε κάτι θεσμικά συγκεκριμένο θα φανεί μόνο σε επόμενες ομιλίες. Το αν πέτυχε τον γεωπολιτικό της στόχο, πιθανώς φάνηκε ήδη.
Απολογισμός ή πρόγραμμα;
Το ερώτημα που τίθεται εύλογα είναι αν αυτή η πυκνότητα προθέσεων αποτελεί απόκλιση από τον αναμενόμενο ρόλο μιας τέτοιας ομιλίας, ή αν είναι σύμφυτη με αυτόν. Η απάντηση βρίσκεται στην ίδια τη θεσμική καταγωγή του θεσμού.
Η ομιλία για την Κατάσταση της Ένωσης δεν προβλέπεται από τις ιδρυτικές Συνθήκες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση δεν την αναφέρει καθόλου. Καθιερώθηκε το 2010, επί προεδρίας Μπαρόζο, μέσω της Συμφωνίας-Πλαισίου για τις σχέσεις μεταξύ Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ως εργαλείο «εκ των προτέρων λογοδοσίας» (ex-ante accountability) της Επιτροπής απέναντι στο Κοινοβούλιο. Η ίδια η Συμφωνία-Πλαίσιο προβλέπει ρητά ότι η ομιλία συνοδεύεται από επιστολή προθέσεων (letter of intent) προς τους προέδρους του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, η οποία περιγράφει αναλυτικά τις νομοθετικές και άλλες πρωτοβουλίες που η Επιτροπή σχεδιάζει να αναλάβει έως το τέλος του επόμενου έτους.
Με άλλα λόγια, ο θεσμικός σχεδιασμός της ομιλίας αυτής την ορίζει εξαρχής ως άσκηση πολιτικού προγραμματισμού, όχι ως απολογιστικό κείμενο υπό στενή έννοια. Ο ίδιος ο μηχανισμός προβλέπει η Πρόεδρος της Κομισιόν να ανακοινώνει τι προτίθεται να κάνει η Επιτροπή τον επόμενο χρόνο και όχι απλώς τι έχει ήδη γίνει τον προηγούμενο. Υπό αυτό το πρίσμα, η πυκνότητα των «θα» στο κείμενο δεν είναι εκτροπή από τον θεσμικό ρόλο, αλλά αναμενόμενη συνέπειά του.
Αυτό, ωστόσο, δεν εξαντλεί το ζήτημα. Το γεγονός ότι ο θεσμός προβλέπει προγραμματική ομιλία δεν σημαίνει αυτόματα ότι η αναλογία απολογισμού προς πρόγραμμα είναι σταθερή ή αυτονόητη. Στο τέλος της ημέρας είναι επιλογή του ομιλητή.
Η εφετινή ομιλία, όπως και η περσινή, αφιέρωσε συγκριτικά περιορισμένο χρόνο σε συγκεκριμένους δείκτες επίτευξης προηγούμενων δεσμεύσεων, και πολύ μεγαλύτερο σε αναγγελία νέων πρωτοβουλιών. Αυτή είναι μια επιλογή δομής, όχι θεσμική επιταγή. Και είναι μια επιλογή που αφήνει στον αναγνώστη, στον δημοσιογράφο, στον ευρωβουλευτή το έργο να παρακολουθήσει ο ίδιος ποιες από τις φετινές εξαγγελίες θα βρίσκονται ξανά στο ίδιο βήμα, με νέο όνομα ή την ίδια ακριβώς διατύπωση, σε δώδεκα μήνες.
Κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook
Ακολούθησε μας στο Twitter
Κάνε εγγραφή στο κανάλι μας στο Youtube
Γίνε μέλος στο κανάλι μας στο Viber
– Αναφέρεται ως πηγή το ertnews.gr στο σημείο όπου γίνεται η αναφορά.
– Στο τέλος του άρθρου ως Πηγή
– Σε ένα από τα δύο σημεία να υπάρχει ενεργός σύνδεσμος