Ο εγκέφαλος της μαμάς: Υπάρχει τελικά το mommy brain;

Η νευροεπιστήμη δείχνει σήμερα ότι η μητρότητα συνδέεται με μια βαθιά βιολογική μεταμόρφωση του εγκεφάλου.

Το 2018, μια μητέρα όρκα με το όνομα Ταλεκουά συγκίνησε εκατομμύρια ανθρώπους, επειδή επί 17 ημέρες κουβαλούσε το νεκρό μικρό της στα νερά του Ειρηνικού. Οι επιστήμονες παρακολουθούσαν μια σπαρακτική διαδρομή πένθους, επιμονής και άρνησης του αποχωρισμού. Συγγενείς της τη βοηθούσαν περιστασιακά να μεταφέρει το μικρό της και πιθανότατα τη βοήθησαν να τραφεί κατά τη διάρκεια του πένθους της. Η ιστορία της επανέφερε τη συζήτηση γύρω από τον μητρικό δεσμό, τη συναισθηματική ζωή των ζώων και τις βαθιές βιολογικές αλλαγές που φέρνει η μητρότητα.

Ο εγκέφαλος της μαμάς: Υπάρχει τελικά το mommy brain;
Σεπτέμβριος 2015. Μια ενήλικη θηλυκή όρκα, γνωστή ως J-16, ετοιμάζεται να αναδυθεί μαζί με το μικρό της, κοντά στα νησιά Σαν Χουάν, στην περιοχή Πιούτζετ Σάουντ της πολιτείας της Ουάσινγκτον. Οι όρκες συγκαταλέγονται στα ελάχιστα είδη ζώων που δημιουργούν ισόβιους δεσμούς ανάμεσα στις μητέρες και στα μικρά τους.(NOAA Fisheries/Vancouver Aquarium via AP, File)

Οι επιστήμονες που μελετούν τις όρκες εδώ και δεκαετίες, έχουν χρησιμοποιήσει τα δεδομένα τους για να εξετάσουν τους ισόβιους δεσμούς ανάμεσα στις μητέρες και τα μικρά τους, την πολύπλοκη επικοινωνία τους αλλά και το γιατί οι όρκες είναι ένα από τα ελάχιστα είδη ζώων που περνούν εμμηνόπαυση. Σήμερα, η νευροεπιστήμη επιχειρεί να κατανοήσει όλο και βαθύτερα τι συμβαίνει στον εγκέφαλο μιας μητέρας, όχι μόνο στους ανθρώπους, αλλά και σε άλλα είδη με ισχυρούς κοινωνικούς δεσμούς.

Δεν είναι τυχαίο ότι η Καναδή νευροεπιστήμονας Τζόντι Πάβλουσκι (Jodi Pawluski) επιλέγει να αναφερθεί σε αυτό το παράδειγμα στο βιβλίο της «Ο εγκέφαλος της μαμάς».Η ελληνική έκδοση κυκλοφορεί από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, σε μετάφραση της Κατερίνας Γούλα. Μέσα από επιστημονικά δεδομένα αλλά και προσωπικές ιστορίες, η Πάβλουσκι επιχειρεί να δείξει ότι η μητρότητα δεν είναι μόνο μια κοινωνική ή συναισθηματική εμπειρία, αλλά μια βαθιά νευροβιολογική μεταμόρφωση που επηρεάζει τον εγκέφαλο, το σώμα, τη μνήμη, το άγχος και τον τρόπο με τον οποίο μια γυναίκα σχετίζεται με το παιδί της και με τον κόσμο γύρω της.

Ο εγκέφαλος της μαμάς: Υπάρχει τελικά το mommy brain;

Με αφορμή την Ημέρα της Μητέρας, μιλήσαμε με τη Δρ. Χριστίνα Δάλλα*, Καθηγήτρια Φαρμακολογίας στην Ιατρική Σχολή του ΕΚΠΑ και επιστημονική επιμελήτρια της έκδοσης. Η συζήτηση περιστρέφεται γύρω από το «mommy brain», τη μητρική εξουθένωση, το τραύμα αλλά και όσα η επιστήμη αποκαλύπτει τα τελευταία χρόνια για τον μητρικό εγκέφαλο.

Συνέντευξη στην Έφη Ζέρβα

Θα θέλαμε να εξηγήσετε στους αναγνώστες μας τι είναι ο εγκέφαλος της μαμάς. «Το mommy brain» είναι κάτι καινούριο ή μήπως οφείλεται στις πιέσεις της εποχής;

Το «mommy brain» είναι ένας όρος που περιγράφει την υποκειμενική αίσθηση απώλειας μνήμης ή «θολούρας» που συχνά αναφέρεται κατά την εγκυμοσύνη και τη λοχεία. Δεν ταυτίζεται με τις αντικειμενικές αλλαγές που συμβαίνουν στον εγκέφαλο κατά την κύηση και τη γαλουχία, οι οποίες σχετίζονται κυρίως με ορμονικές και νευρωνικές προσαρμογές.

Ο εγκέφαλος της μαμάς: Υπάρχει τελικά το mommy brain;

Δεν πρόκειται για κάτι πολύ καινούριο. Ήδη από το 1969 δημοσιεύτηκε η πρώτη επιστημονική εργασία για τη μνήμη και τη μητρότητα, ενώ η συστηματική έρευνα ξεκίνησε τη δεκαετία του ’80. Μελέτες έχουν δείξει ότι το 50%-64% των συμμετεχουσών ανέφεραν έκπτωση γνωσιακών λειτουργιών, όπως δυσκολία συγκέντρωσης σε καθημερινές δραστηριότητες (διάβασμα, δουλειές, συζητήσεις), προβλήματα μνήμης και αυξημένη διάσπαση προσοχής. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το ότι τα φαινόμενα αυτά καταγράφηκαν συχνότερα σε γυναίκες μεγαλύτερης ηλικίας, παντρεμένες, που συγκατοικούσαν με σύντροφο και είχαν υψηλότερο μορφωτικό επίπεδο, κάτι που ενδεχομένως συνδέεται με αυξημένο «νοητικό φορτίο».

Όσον αφορά τις πιέσεις της σύγχρονης εποχής, υπάρχουν μελέτες που δείχνουν ότι οι έγκυες γυναίκες εμφανίζουν δυσκολίες μνήμης στο σπίτι, αλλά όχι σε εργαστηριακές συνθήκες. Αυτό αναδεικνύει τον ρόλο του «νοητικού φορτίου» (mental load), που αποτελεί ένα αναδυόμενο και ιδιαίτερα σημαντικό πεδίο έρευνας. Βεβαίως, το νοητικό φορτίο έχει αυξηθεί στην εποχή μας λόγω του σύγχρονου τρόπου ζωής και άρα είναι πολύ πιθανό να επιδεινώνει αυτά τα φαινόμενα.

Ο εγκέφαλος της μαμάς: Υπάρχει τελικά το mommy brain;
H καθηγήτρια Φαρμακολογίας στην Ιατρική Σχολή του ΕΚΠΑ και επιστημονική επιμελήτρια της έκδοσης, Χριστίνα Δάλλα. (Photo: Tobias Koch)

Μπορεί το «mommy brain» να σχετίζεται με περιπτώσεις όπως το σύνδρομο του ξεχασμένου μωρού;

Από όσο γνωρίζω, δεν υπάρχουν επαρκή ερευνητικά δεδομένα που να συνδέουν άμεσα τα δύο φαινόμενα, επομένως μπορούμε να μιλάμε μόνο υποθετικά. Δεν μπορεί να αποκλειστεί κάποια συσχέτιση, ωστόσο πρόκειται για ένα εξαιρετικά σπάνιο φαινόμενο, που δεν αφορά τη μεγάλη πλειονότητα των γονέων με γνωσιακές δυσκολίες. Πιθανότατα εμπλέκονται πολλοί παράγοντες, όπως το αυξημένο νοητικό φορτίο, το στρες και η εξουθένωση. Αυτοί οι παράγοντες μπορεί να επιδεινώνουν την προσοχή και τη μνήμη, γι’ αυτό και η πρόληψη είναι κρίσιμη. Οι γονείς χρειάζονται στήριξη και ενδυνάμωση από την κοινωνία, την οικογένεια και τις δημόσιες πολιτικές που αφορούν τη φροντίδα της οικογένειας.

Η δρ. Τζόντι Πάβλουσκι (Jodi Pawluski) υποστηρίζει ότι όλοι οι άνθρωποι μπορούν να γίνουν γονείς, όχι μόνο οι βιολογικές μητέρες. Συγκεκριμένα  αναφέρει στο βιβλίο της: «Όταν λέμε “γονείς” μπορεί να εννοούμε έναν μπαμπά και μια μαμά, μια μαμά και μια δεύτερη μαμά, έναν μπαμπά και έναν δεύτερο μπαμπά, μια μαμά μόνη, έναν μπαμπά μόνο, έναν θείο και μια θεία, μια γιαγιά, έναν παππού και μια γιαγιά, έναν γονέα, βιολογικό ή όχι.» Οι αλλαγές στον εγκέφαλο θα συμβούν σε όλους, αναφέρει.

Αλλάζει αυτή η άποψη τον τρόπο που βλέπουμε τη μητρική ταυτότητα σήμερα;

Σαφώς. Οι μελέτες των τελευταίων δεκαετιώνδείχνουν ότι δεν υφίσταται κάποια βιοκοινωνική «υπεροχή» των μητέρων. Η γονεϊκότητα είναι μια δυναμική διαδικασία που δεν περιορίζεται από το φύλο ή τον σεξουαλικό προσανατολισμό.

Ο εγκέφαλος της μαμάς: Υπάρχει τελικά το mommy brain;
(Robert Bussey on Unsplash)

Αυτό σημαίνει ότι χρειάζεται να επαναπροσδιορίσουμε τον τρόπο που η κοινωνία αντιλαμβάνεται τη μητρική ταυτότητα. Συχνά οι μητέρες εξιδανικεύονται και φορτώνονται με υπερβολικές προσδοκίες, γεγονός που εντείνει το άγχος τους και διαστρεβλώνει τον ρόλο τους. Στην ελληνική κοινωνία, μέχρι πρόσφατα, το μεγαλύτερο βάρος ευθύνης έπεφτε κυρίως στις μητέρες, από την οικογένεια, την εκπαίδευση, την πολιτεία, ακόμη και το σύστημα υγείας. Αυτό όμως αρχίζει να αλλάζει, με μεγαλύτερη και συχνά ισότιμη συμμετοχή των πατέρων, την αναγνώριση διαφορετικών μορφών οικογένειας και την προώθηση της κοινής ανατροφής των παιδιών, εντός και εκτός γάμου. Η παραδοχή ότι όλοι οι άνθρωποι – εφόσον είναι κατάλληλοι – μπορούν να γίνουν γονείς, μπορεί να αποφορτίσει τις μητέρες και να συμβάλει σε ένα πιο υγιές και ισότιμο περιβάλλον για τα παιδιά.

Όπως αναφέρει στο βιβλίο της η δρ Πάβλουσκι, παγκοσμίως το 10% των εγκύων και το 13% των γυναικών που έχουν μόλις γεννήσει πάσχουν από κάποια ψυχική διαταραχή, κυρίως κατάθλιψη. Αλλά και το τραύμα και το στρες μπορούν να επηρεάσουν τον μητρικό και ενδεχομένως τον πατρικό εγκέφαλο. Μπορούμε να προλάβουμε ή να διαχειριστούμε την κατάθλιψη και το στρες μετά τη γέννα;

Σε σημαντικό βαθμό ναι, μέσω κατάλληλης ιατρικής, ψυχολογικής και κοινωνικής υποστήριξης. Ιδανικά, τα ζητήματα ψυχικής υγείας θα πρέπει να εντοπίζονται και να αντιμετωπίζονται ήδη πριν από την εγκυμοσύνη, με συνεχή παρακολούθηση από ειδικούς.

Η υποστήριξη κατά τη διάρκεια της κύησης και της γαλουχίας είναι κρίσιμη. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ακόμη και η φαρμακευτική αγωγή με αντικαταθλιπτικά μπορεί να είναι ασφαλής και ενδεδειγμένη, υπό ιατρική καθοδήγηση. Εξίσου σημαντικός είναι ο ρόλος των μαιών και άλλων εξειδικευμένων επαγγελματιών (π.χ. σύμβουλοι θηλασμού), καθώς μπορούν να μειώσουν το στρες και να υποστηρίξουν πρακτικά την οικογένεια.

Ο εγκέφαλος της μαμάς: Υπάρχει τελικά το mommy brain;
@ Jimmy Conover on Unsplash

Παράλληλα, η ενίσχυση της σχέσης του ζευγαριού, όταν αυτό υφίσταται, αποτελεί καθοριστικό παράγοντα. Η μετάβαση στη γονεϊκότητα συχνά συνοδεύεται από αυξημένες απαιτήσεις, ανακατανομή ρόλων και πιθανές εντάσεις. Σε αυτό το πλαίσιο, η οικογενειακή ή/και η θεραπεία ζεύγους μπορεί να λειτουργήσει προληπτικά, βοηθώντας τους γονείς να επικοινωνούν πιο αποτελεσματικά, να διαχειρίζονται τις συγκρούσεις και να προσαρμόζονται στις νέες συνθήκες. Ακόμη και σε περιπτώσεις όπου η σχέση δοκιμάζεται σοβαρά ή οδηγείται σε διάσταση ή διαζύγιο, η υποστήριξη από ειδικούς μπορεί να συμβάλει σε πιο συνειδητές αποφάσεις και σε μια πιο ομαλή μετάβαση, με γνώμονα την κοινή ανατροφή και την ψυχική υγεία όλων των μελών της οικογένειας και ιδιαίτερα των παιδιών.

Τέλος, πολιτικές όπως η άδεια ανατροφής, η βοήθεια στο σπίτι και η πρόσβαση σε υπηρεσίες ψυχικής υγείας για όλους τους γονείς είναι καθοριστικές για τη μείωση του στρες και την προαγωγή της ευεξίας.

Πώς θα θέλατε να κλείσουμε τη συζήτησή μας σήμερα, που είναι η Γιορτή της Μητέρας;

Θα ήθελα να κλείσουμε με ένα μήνυμα από το βιβλίο της Jodi Pawluski: το γεγονός ότι ο εγκέφαλος αλλάζει δεν είναι πρόβλημα—είναι απαραίτητο, γιατί επιτρέπει στον άνθρωπο να προσαρμοστεί στον νέο του ρόλο ως γονέας. Υπό αυτή την έννοια, το «mommy brain» μπορεί να ιδωθεί ως κάτι θετικόμια μορφή «υπερδύναμης» που υποστηρίζει τη φροντίδα του παιδιού.

Το ίδιο βέβαια ισχύει και για τους πατέρες, που συχνά δεν αναγνωρίζονται στον ίδιο βαθμό. Σε πολλές περιπτώσεις είναι οι «αόρατοι» ήρωες της καθημερινότητας.

Τέλος, θα θέλαμε να προσκαλέσουμε τους γονείς να συμμετάσχουν σε μια διεθνή έρευνα με μορφή ερωτηματολογίων μεταφρασμένων στα ελληνικά και τίτλο: «Ψυχικό Φορτίο και Νοητική Επιβάρυνση κατά τη Φροντίδα Παιδιών και τον Προγραμματισμό Γονεϊκών Καθηκόντων». Η μελέτη διεξάγεται σε συνεργασία με τη Dr. Jodi Pawluski και απευθύνεται σε γονείς παιδιών κάτω των 3 ετών. Στόχος είναι να διερευνηθεί πώς το νοητικό και συναισθηματικό φορτίο επηρεάζει τη μνήμη και την ευεξία όλων των γονέων. Τα ευρήματα φιλοδοξούν να συμβάλουν στην καλύτερη κατανόηση της γονεϊκότητας και στην ανάπτυξη τεκμηριωμένων στρατηγικών υποστήριξης.

Μπορείτε να βρείτε τη μελέτη και εάν θέλετε να απαντήσετε εδώ.


*Η Δρ. Χριστίνα Δάλλα είναι Καθηγήτρια Φαρμακολογίας στην Ιατρική Σχολή του ΕΚΠΑ, στη Β’ Μαιευτική και Γυναικολογική Κλινική του Αρεταίειου Νοσοκομείου. Είναι Πρόεδρος του Ελληνικού Συμβουλίου για τον Εγκέφαλο και της Ελληνικής Εταιρείας Γυναικών Πανεπιστημιακών, με ερευνητικό έργο που εστιάζει στις διαφορές φύλου, το στρες και την κατάθλιψη. Έχει τιμηθεί με διεθνείς διακρίσεις, μεταξύ των οποίων το βραβείο L’Oréal UNESCO για νέες γυναίκες επιστήμονες.

Όλες οι Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο,  στο ertnews.gr
Διάβασε όλες τις ειδήσεις μας στο Google
Κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook
Ακολούθησε μας στο Twitter
Κάνε εγγραφή στο κανάλι μας στο Youtube
Γίνε μέλος στο κανάλι μας στο Viber

Προσοχή! Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των πληροφοριών του παραπάνω άρθρου (όχι αυτολεξεί) ή μέρους αυτών μόνο αν:
– Αναφέρεται ως πηγή το ertnews.gr στο σημείο όπου γίνεται η αναφορά.
– Στο τέλος του άρθρου ως Πηγή
– Σε ένα από τα δύο σημεία να υπάρχει ενεργός σύνδεσμος