Η οικονομία μετά την πανδημία Covid-19 αποτελεί παράδειγμα ανθεκτικότητας, καθώς έχει αντέξει μια σειρά από σοκ και κρίσεις. Αποτελεί επίσης παράδειγμα διαψευσμένων προβλέψεων, καθώς αναλυτές και σχολιαστές προέβλεπαν μια «αναπόφευκτη ύφεση», όπως αναφέρουν οι Φίλιπ Κάρλσον-Σλέζακ και Πολ Σβαρτς σε άρθρο τους που δημοσιεύθηκε στο Harvard Business Review. Ο Φίλιπ Κάρλσον-Σλέζακ είναι διευθύνων σύμβουλος και εταίρος στο γραφείο της BCG στη Νέα Υόρκη και παγκόσμιος επικεφαλής οικονομολόγος της εταιρείας. Ο Πολ Σβαρτς είναι εκτελεστικός διευθυντής και ανώτερος οικονομολόγος στο Ινστιτούτο BCG Henderson, με έδρα τη Νέα Υόρκη.
Τώρα, τα στελέχη επιχειρήσεων αναρωτιούνται εύλογα αν ο πόλεμος ΗΠΑ-Ισραήλ κατά του Ιράν που έχει εξαπλωθεί στην περιοχή, θα προκαλέσει τελικά ύφεση στις ΗΠΑ. Παρότι ο αντίκτυπος του πολέμου είναι εμφανής στα πρωτοσέλιδα και στις τιμές ενέργειας, η επίδρασή του στην οικονομία κάθε άλλο παρά σαφής είναι. Ο πόλεμος αναγκάζει πάντα τους αναλυτές να κάνουν αβέβαιες μακροοικονομικές προβλέψεις, πάνω σε ήδη απρόβλεπτες γεωπολιτικές εξελίξεις.
Αυτό που μπορούν να κάνουν οι ηγέτες είναι να εξετάσουν τόσο τους γεωπολιτικούς παράγοντες όσο και τα κανάλια μέσω των οποίων η ενεργειακή κρίση μεταδίδεται στην πραγματική οικονομία. Αν και η σύγκρουση αυτή θα μπορούσε να δημιουργήσει έναν συνδυασμό αρνητικών πιέσεων που θα οδηγήσουν σε ύφεση, αυτό δεν είναι καθόλου βέβαιο.
Η παγίδα της ιστορίας
Σε περιόδους γεωπολιτικής αναταραχής, αναλυτές και σχολιαστές στρέφονται συχνά στο παρελθόν για παραδείγματα. Ωστόσο, η ιστορία μπορεί εύκολα να παρερμηνευτεί. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η ύφεση του 1990. Η άνοδος των τιμών του πετρελαίου μετά την έναρξη του Πολέμου του Κόλπου αποτέλεσε το τελικό πλήγμα για μια ήδη ευάλωτη αμερικανική οικονομία, αποδυναμωμένη από την κρίση των αποταμιευτικών ιδρυμάτων στα τέλη της δεκαετίας του 1980. Τότε, η εξάρτηση από το πετρέλαιο ήταν πολύ μεγαλύτερη. Μετά την επιχείρηση «Καταιγίδα της Ερήμου», οι τιμές υποχώρησαν, αφαιρώντας ένα σημαντικό εμπόδιο για την ανάκαμψη. Το πλαίσιο έχει σημασία.
Αντίστοιχα, είναι δελεαστικό αλλά επικίνδυνο να αντλήσει κανείς συμπεράσματα από τις πετρελαϊκές κρίσεις της δεκαετίας του 1970. Τότε, η εκτόξευση των τιμών είχε τεράστιο αντίκτυπο επειδή οι προσδοκίες για τον πληθωρισμό δεν ήταν σταθεροποιημένες, με αποτέλεσμα οι αυξήσεις να μεταφέρονται άμεσα στα επιτόκια. Αυτό περιόρισε δραστικά τη δυνατότητα των κυβερνήσεων να αντιδράσουν. Σήμερα, οι προσδοκίες για τον πληθωρισμό είναι πολύ πιο σταθερές.
Η διάρκεια έχει μεγαλύτερη σημασία από τις τιμές
Οι τιμές του πετρελαίου μπορεί να κυριαρχούν στην επικαιρότητα, όμως το βασικό ερώτημα είναι για πόσο καιρό θα παραμείνουν υψηλές. Για τη μακροοικονομία, βαρύνουσα σημασία έχει πόσο θα διαρκέσει ο αποκλεισμός των Στενών του Ορμούζ, περισσότερο από την πολιτική σταθερότητα του Ιράν. Το πρόβλημα είναι ότι κανείς- ούτε καν ο Λευκός Οίκος- δεν γνωρίζει πόσο θα διαρκέσει ο πόλεμος.
Όπως είχε πει ο πρώην υπουργός Άμυνας Τζιμ Μάτις: «Μπορεί να θέλεις να τελειώσει ένας πόλεμος, μπορεί να το δηλώσεις, μπορεί να προσπαθήσεις να αποχωρήσεις. Αλλά στο τέλος, και ο αντίπαλος έχει τον λόγο».
Πώς αποτυπώνεται ο αντίκτυπος στην οικονομία
Υπάρχουν πέντε βασικοί μηχανισμοί μέσω των οποίων οι τιμές της ενέργειας επηρεάζουν τη μακροοικονομία των ΗΠΑ και πρέπει να ληφθούν υπόψη.
Πληθωρισμός και πραγματικοί μισθοί
Η αύξηση των τιμών ενέργειας ενισχύει τον πληθωρισμό και μειώνει την αγοραστική δύναμη. Μια παρατεταμένη αύξηση θα μπορούσε να εξανεμίσει τις μισθολογικές αυξήσεις. Μια βραχυπρόθεσμη απότομη άνοδος των τιμών ενέργειας θα μπορούσε να περιορίσει την αύξηση ίσως μόνο κατά 0,1%. Ωστόσο, αν η άνοδος των τιμών παραταθεί, ενδέχεται να μηδενίσει τις μισθολογικές αυξήσεις φέτος. Τα νοικοκυριά θα μπορούσαν να μετριάσουν τον αντίκτυπο των ενεργειακών κραδασμών στην κατανάλωση, μειώνοντας τις αποταμιεύσεις τους.
Επίδραση στον πλούτο
Η πτώση των χρηματιστηρίων επηρεάζει αρνητικά την κατανάλωση, αν και μέχρι στιγμής η επίδραση παραμένει περιορισμένη. Η μέχρι τώρα πτώση της χρηματιστηριακής αγοράς (-5%) απέχει αρκετά από μια διόρθωση (που ορίζεται ως πτώση -10% ή περισσότερο) και ούτε καν μια πτωτική αγορά (-20%) εγγυάται ύφεση.
Μόνο σε αυτόν τον κύκλο έχουν ήδη παρατηρηθεί δύο πτωτικές αγορές χωρίς ύφεση (2022 και 2025). Ακόμη και με πτώση 20%, οι ισολογισμοί των ΗΠΑ θα παρέμεναν αρκετά ισχυροί.
Επενδύσεις
Η μεταβλητότητα και η αβεβαιότητα επηρεάζουν αρνητικά την εμπιστοσύνη και τις επενδύσεις των επιχειρήσεων, καθώς τα έργα διακόπτονται, αναβάλλονται ή ακυρώνονται. Οι διαρκώς υψηλές τιμές του πετρελαίου ενδέχεται να τονώσουν ορισμένες επενδύσεις στον ενεργειακό τομέα, αλλά δεν θα αντισταθμίσουν τις απώλειες από έργα που διακόπτονται, αναβάλλονται ή ακυρώνονται στον υπόλοιπο οικονομικό τομέα.
Ωστόσο, η ραγδαία αύξηση των κέντρων δεδομένων τεχνητής νοημοσύνης, η οποία έχει λειτουργήσει ως θετικός παράγοντας για την ανάπτυξη, δεν αναμένεται να επηρεαστεί από τις τιμές του πετρελαίου, παρότι ενέχει τους δικούς της κινδύνους. Σε γενικές γραμμές, οι επιχειρηματικές επενδύσεις θα αποτελέσουν έναν επιπλέον αρνητικό παράγοντα για την ανάπτυξη, αλλά η επίδρασή τους θα είναι περιορισμένη, εφόσον η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή δεν παραταθεί.
Χρηματοπιστωτικές συνθήκες
Η μεταβλητότητα στις χρηματοπιστωτικές αγορές μπορεί να αυξήσει τη ροή και το κόστος της πίστωσης, καθώς και να περιορίσει τη δραστηριότητα στις κεφαλαιαγορές. Οι δραστηριότητες των περισσότερων αμερικανικών επιχειρήσεων δεν είναι ιδιαίτερα ευαίσθητες στις τιμές του πετρελαίου, αλλά η μεταβλητότητα της αγοράς, οι χαμηλότερες αποτιμήσεις, τα υψηλά πιστωτικά περιθώρια ή οι αυστηρότεροι όροι πίστωσης δημιουργούν εμπόδια για τις επιχειρήσεις που επιθυμούν να προσλάβουν προσωπικό ή να επενδύσουν. Και σε αυτή την περίπτωση η επίδραση είναι αρνητική, αλλά οι αναλυτές εκτιμούν ότι θα έχει μικρή μακροοικονομική επίδραση, εκτός αν η σύγκρουση κλιμακωθεί περαιτέρω.
Νομισματική πολιτική
Ακόμη και αν οι κεντρικοί τραπεζίτες τείνουν να εστιάζουν στον πυρήνα του πληθωρισμού και όχι στον πληθωρισμό που οφείλεται στην ενέργεια, η προθυμία τους να προχωρήσουν σε προληπτικές μειώσεις των επιτοκίων για να στηρίξουν την οικονομία πιθανότατα έχει μειωθεί λόγω μιας νέας σειράς ασαφών στατιστικών για τον πληθωρισμό, οι οποίες υπερβαίνουν τον στόχο της νομισματικής πολιτικής τους και παρουσιάζουν ανοδική τάση. Αυτό επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι οι αγορές προεξοφλούν λιγότερες μειώσεις επιτοκίων στην πορεία της νομισματικής πολιτικής από την έναρξη του πολέμου.
Τι πρέπει να κάνουν οι επιχειρήσεις
- Να μην συγχέουν τις γεωπολιτικές κρίσεις με τις οικονομικές. Αν και η πρώτη μπορεί να οδηγήσει στη δεύτερη, υπάρχουν πολλά παραδείγματα γεωπολιτικών κρίσεων που δεν άφησαν μακροοικονομικό αποτύπωμα.
- Να αναλύουν αντί να προβλέπουν. Το καλύτερο που μπορούν να κάνουν τα διευθυντικά στελέχη στην παρούσα κατάσταση, είναι να αναλύσουν τους παράγοντες που προκάλεσαν το σοκ και τους διαύλους μετάδοσής του στην οικονομία, και να επαναξιολογούν την κατάσταση καθώς εξελίσσονται τα γεγονότα.
- Να συμβουλεύονται την Ιστορία, αλλά με σύνεση. Συνήθως, οι διαφορές είναι πιο αποκαλυπτικές από τις ομοιότητες.
- Να εξετάζουν το σύστημα ολιστικά. Ο οικονομικός κίνδυνος δεν αφορά το ίδιο το σοκ. Η ανθεκτικότητα αφορά την κατάσταση του συστήματος τη στιγμή της κρίσης, καθώς και τις πολυάριθμες αντιδράσεις των ενδιαφερόμενων μερών του.
- Να μην είναι υπερβολικά απαισιόδοξοι. Η κατανόηση των κινδύνων υποχώρησης είναι κρίσιμη, αλλά τα ακραία σενάρια πρέπει να εξετάζονται με αυξημένη προσοχή, διερευνώντας γιατί θα αποτύγχαναν όλοι οι μηχανισμοί προστασίας.
Τα τελευταία χρόνια, πολλές κρίσεις- πληθωρισμός, επιτόκια, πόλεμοι, δασμοί- απέτυχαν να οδηγήσουν την οικονομία των ΗΠΑ σε ύφεση. Η μεγαλύτερη απειλή δεν είναι ένα μεμονωμένο σοκ, αλλά ο συνδυασμός πολλών. Σήμερα, η οικονομία βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σημείο: αν οι αυξημένες τιμές ενέργειας διατηρηθούν για μεγάλο διάστημα, ενδέχεται να υπονομεύσουν την αντοχή της.
Πηγή: Harvard Business Review
Κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook
Ακολούθησε μας στο Twitter
Κάνε εγγραφή στο κανάλι μας στο Youtube
Γίνε μέλος στο κανάλι μας στο Viber
– Αναφέρεται ως πηγή το ertnews.gr στο σημείο όπου γίνεται η αναφορά.
– Στο τέλος του άρθρου ως Πηγή
– Σε ένα από τα δύο σημεία να υπάρχει ενεργός σύνδεσμος