Τον τελευταίο καιρό έρχομαι όλο και συχνότερα αντιμέτωπη με τον χρόνο. Οι συζητήσεις με τις φίλες μου δεν αφορούν πια στα παιδιά που μεγαλώνουν ή τα επαγγελματικά μας σχέδια. Αφορούν στους γονείς μας. Κάποιες έχουν ήδη χάσει τη μητέρα ή τον πατέρα τους. Άλλες περνούν «βαριές ώρες» στα νοσοκομεία. Μία φίλη έχασε πρόσφατα τη μητέρα της. Μια άλλη χρειάστηκε να αδειάσει το πατρικό σπίτι μέσα σε λίγες ημέρες.
Ακούγοντας τις ιστορίες τους και ζώντας τις απώλειες στη δική μου οικογένεια, συνειδητοποίησα ότι το πένθος συνεχίζεται μέσα στα συρτάρια, στις ντουλάπες και στα κουτιά που περιμένουν να ανοιχτούν.
Όταν το πένθος κρύβεται στα συρτάρια
Όταν πέθανε η μητέρα μου, χρειάστηκε κι εγώ να αδειάσω το σπίτι όπου είχε ζήσει για περισσότερα από πενήντα χρόνια
Πίστευα ότι το δύσκολο κομμάτι ήταν η απώλεια. Δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι υπήρχε και ένα δεύτερο πένθος. Εκείνο που αρχίζει όταν έρχεται η ώρα να αποφασίσεις τι θα κάνεις, με όλα όσα άφηνουν πίσω οι δικοί σου. Γιατί μέσα σε αυτά δεν βρίσκεται μόνο η δική τους ζωή. Είναι φυλαγμένη και η δική σου ζωή.
Καθώς ξεκαθάριζα τα πράγματά της, ένιωθα πως έσβηνα με τα ίδια μου τα χέρια έναν ολόκληρο κόσμο. Ανοίγοντας ντουλάπια και συρτάρια, αναγκαζόμουν να πετάξω μικρά κομμάτια της ζωής της. Αλλά και της ζωής της οικογένειάς μας. Φωτογραφίες ξεχασμένες σε φακέλους, συνταγές γραμμένες βιαστικά στο πίσω μέρος λογαριασμών, βιβλία με σημειώσεις στα περιθώρια. Κάθε αντικείμενο έμοιαζε να κουβαλά μια ιστορία και κάθε ιστορία έκανε δυσκολότερη την απόφαση να το αφήσω.
Κάπως έτσι περιγράφουν πολλοί άνθρωποι μια εμπειρία για την οποία σπάνια μιλάμε. Τη στιγμή που, μετά τον θάνατο ενός αγαπημένου προσώπου, ερχόμαστε αντιμέτωποι με τα πράγματα που άφησε πίσω του. Όταν ένα σερβίτσιο είναι κάτι πολύ περισσότερο από πιάτα και φλιτζάνια. Όταν ένα ρούχο δεν είναι μόνο παλιά μόδα, είναι ο άνθρωπος που το φόρεσε και η ιστορία του.
Δεν υπάρχουν κανόνες
Δεν υπάρχουν κανόνες ούτε συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα, για το πότε και με ποιον τρόπο πρέπει να διαχειριστούμε τα υπάρχοντα ενός ανθρώπου που χάσαμε.
Δεν βιώνουν όλοι το πένθος με τον ίδιο τρόπο. Το ίδιο ισχύει και για τα πράγματα των ανθρώπων που έφυγαν. Κάποιοι σπεύδουν να αδειάσουν ντουλάπες και συρτάρια σχεδόν αμέσως. Άλλοι χρειάζονται μήνες ή και χρόνια πριν αισθανθούν έτοιμοι. Δεν υπάρχει σωστό και λάθος. Υπάρχει μόνο ο χρόνος και ο τρόπος που χρειάζεται ο καθένας για να συμφιλιωθεί με την απώλεια. Η απόφαση είναι βαθιά προσωπική.
Μια ζωή μέσα σε τέσσερις ημέρες
Μια γνωστή μου ζούσε στο εξωτερικό όταν πέθανε η μητέρα της. Επέστρεψε εσπευσμένα στην Ελλάδα, αλλά είχε μόλις τέσσερις ημέρες στη διάθεσή της για να αδειάσει το διαμέρισμα.
Μέσα σε λίγες ώρες, έπιπλα που είχαν συντροφεύσει μια ολόκληρη ζωή βρέθηκαν στο πεζοδρόμιο. Μια μασίφ τραπεζαρία, χειροποίητες πολυθρόνες, βιβλιοθήκες και μικρά αντικείμενα που κάποτε είχαν επιλεγεί με φροντίδα και αγάπη. Πολλά από αυτά ήταν εξαιρετικής ποιότητας, από εκείνα που δύσκολα βρίσκει κανείς σήμερα. Κι όμως, δεν είχαν καμία εμπορική αξία. Κανείς δεν τα αγόραζε και κανείς δεν ήθελε να τα φυλάξει κάπου.
Αργότερα μού είπε ότι δεν την στενοχώρησε τόσο η απώλεια των επίπλων όσο η αίσθηση ότι μια ολόκληρη ζωή διαλύθηκε μέσα σε λίγες ημέρες.
Όταν χάνουμε έναν άνθρωπο, αργά ή γρήγορα συνειδητοποιούμε ότι δεν μπορούμε να κρατήσουμε τα πάντα. Ούτε τα αντικείμενα ούτε τις στιγμές. Μπορούμε όμως να κρατήσουμε όσα έχουν ιδιαίτερη σημασία για εμάς. Άλμπουμ με φωτογραφίες, ένα κόσμημα, ένα μαντήλι. Μικρά πράγματα που γίνονται γέφυρες ανάμεσα στο παρελθόν και στο παρόν.
Ανάμεσα στα πράγματα που δυσκολεύομαι περισσότερο να αποχωριστώ είναι τα κεντήματα της γιαγιάς μου. Κεντημένα στο χέρι, βελονιά τη βελονιά, σε μια εποχή που ο χρόνος κυλούσε διαφορετικά.

Ποιος ξέρει πόσες έγνοιες, πόσες σκέψεις, συνόδευσαν εκείνες τις σταυροβελονιές και τα καρσάνικα κεντήματα. Πόσες ώρες μοναξιάς, κούρασης ή αγάπης έγιναν νήμα και σχέδιο πάνω στο ύφασμα. Σήμερα, καθώς τα κρατώ στα χέρια μου, αναρωτιέμαι πώς μπορώ να τα αφήσω. Φοβάμαι μήπως εάν τα δώσω προδώσω εκείνη που τα δημιούργησε.
Στην τελευταία ταινία του Τζιμ Τζάρμους, «Πατέρας, Μητέρα, Αδελφή, Αδελφός», δύο αδέλφια στέκονται μπροστά σε μια αποθήκη γεμάτη με τα πράγματα των γονιών τους και των παππούδων τους. Μια ολόκληρη ζωή έχει χωρέσει σε λίγα τετραγωνικά μέτρα. «Τι θα κάνουμε με όλα αυτά;» ρωτάει η κοπέλα. «Δεν ξέρω», απαντά ο αδελφός της.
Ίσως γιατί δεν υπάρχει σωστή απάντηση.
Κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook
Ακολούθησε μας στο Twitter
Κάνε εγγραφή στο κανάλι μας στο Youtube
Γίνε μέλος στο κανάλι μας στο Viber
– Αναφέρεται ως πηγή το ertnews.gr στο σημείο όπου γίνεται η αναφορά.
– Στο τέλος του άρθρου ως Πηγή
– Σε ένα από τα δύο σημεία να υπάρχει ενεργός σύνδεσμος