«Και τα όρνια πετούσαν πάνω από το λόφο του Καπή» – Μία συγκλονιστική μαρτυρία επιζώντα της Σφαγής των Καλαβρύτων

Με τον Γιώργο Δημόπουλο, επιζώντα της Σφαγής των Καλαβρύτων, πραγματοποιούμε διαδοχικές συναντήσεις και συνεντεύξεις τα τελευταία επτά χρόνια, από το 2014 έως σήμερα.

Οι επαναλαμβανόμενες συνεντεύξεις με τον ίδιο μάρτυρα είναι μία ερευνητική μέθοδος προκειμένου να τεκμηριωθούν γεγονότα με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια. Την επέλεξα, γιατί αφενός ο μάρτυρας έδωσε τη συγκατάθεσή του και αφετέρου ήταν η ίδια η φύση του γεγονότος: ένα από τα ειδεχθέστερα εγκλήματα των ναζί στην κατεχόμενη Ελλάδα.

Ο Γιώργος Δημόπουλος στις 13 Δεκεμβρίου 1943 ήταν 14 χρόνων, δηλαδή ένα αγόρι στην εφηβεία που αλληλεπιδρά πλήρως με την πολεμική πραγματικότητα της εποχής που αφήνει οριστικά πίσω του την παιδική ηλικία και που, ίσως όχι αναπάντεχα, η πραγματικότητα αυτή αγκαλιάζει γρήγορα και τα Καλάβρυτα.

Η Σφαγή των Καλαβρύτων έπεται της Σφαγής στο Κομμένο Άρτας και προηγείται της Σφαγής του Διστόμου, βρίσκεται δηλαδή στο μεταίχμιο της περιόδου 1943-1944, που οι ναζί με πρόσχημα την πρακτική των αντιποίνων θα εξαφανίσουν χωριά από τον χάρτη και θα εξοντώσουν τοπικούς πληθυσμούς.

Ξημέρωσε 13 του Δεκέμβρη. Ήταν μια μέρα παγερή, με πολλή καταχνιά που μετά βίας έβλεπες λίγα μέτρα μπροστά σου. Από πολύ πρωί χτύπησαν ασυνήθιστα οι καμπάνες του χωριού σαν μανιασμένες. Όλοι υποθέσαμε πως κάτι σοβαρό θα γινόταν. Κανένας όμως εκείνη την ώρα δεν μπορούσε να φανταστεί την εξέλιξη των γεγονότων. Δεν υπήρχε προηγούμενο ή εμείς δεν γνωρίζαμε κάτι παρόμοιο.

Σαν αστραπή διαδόθηκε η είδηση να πάνε όλες οι οικογένειες στο κτίριο του δημοτικού σχολείου. Επιπροσθέτως, οι άνδρες έπρεπε να πάρουν μαζί τους μια κουβέρτα και τρόφιμα για μια μέρα. Όποιος δεν παρουσιαζόταν στο σχολείο, ανεξαρτήτου ηλικίας ή φύλου, θα τουφεκιζόταν. Αυτή ήταν η διαταγή των Γερμανών κι αυτό σήμαινε πως δεν μπορούσε κανένας να την αγνοήσει. Τα περί κουβέρτας και τροφίμων ήταν παραπλανητικά. Έδωσαν αυτή τη διαταγή για να υποθέσει ο καθένας ότι κάπου θα έστελναν τους άντρες για δουλειά για λίγο και θα επέστρεφαν.

Έτσι πήγαμε όλοι στο σχολείο κατά οικογένειες. Ο φόβος, όμως, έτρωγε τα σωθικά μας αφόρητα και βασανιστικά. Γέροι, παιδιά στην αγκαλιά της μάνας τους, άρρωστοι, ανήμποροι, όλοι εκεί.

Στην είσοδο του σχολείου ήταν δυο Γερμανοί αξιωματικοί, οι οποίοι κατά προσέγγιση προσδιόριζαν την ηλικία των παιδιών ώστε, αν τα θεωρούσαν πάνω από δώδεκα χρόνων, τα οδηγούσαν στην αίθουσα μαζί με όλους τους ενήλικες άντρες που προόριζαν για εκτέλεση. Βέβαια, αυτό δεν το ήξεραν οι άντρες. Τις γυναίκες και τα παιδιά, κάτω από δώδεκα, τους έβαζαν σε άλλες αίθουσες. Τον πατέρα μου τον στείλανε με τους άντρες.

Τη μητέρα μου όμως μαζί με τα άλλα τρία αδέλφια μου που ήταν μικρότερα από μένα, τους σπρώξανε εκεί που ήταν τα γυναικόπαιδα. Ο αξιωματικός που καθόταν αριστερά μ’ έπιασε από τη μπλούζα και δίστασε πού να με στείλει. Στο τέλος, μου ‘δωσε μια δυνατή σπρωξιά και μ’ έριξε κάτω. Χτύπησα χαμηλά στη σπονδυλική στήλη και πόνεσα πάρα πολύ. Κάποια στιγμή πήρε την απόφασή του και μ’ έσπρωξε κατά τη μάνα μου. Τώρα, του θύμισα κάτι, τι ακριβώς έγινε, δεν μπόρεσα να καταλάβω.

Η διαταγή για την «επιχείρηση Καλάβρυτα» δόθηκε από τον Χίτλερ και τον στρατάρχη Κάιτελ στις 29 Οκτωβρίου 1943. Η υλοποίησή της ανατέθηκε στον διοικητή της 117ης Μεραρχίας, αντιστράτηγο Καρλ φον Λεσουίρ.

Ο τελευταίος, αφού συγκέντρωσε τις στρατιωτικές δυνάμεις που θεωρούσε απαραίτητες, εξέδωσε στις 25 Νοεμβρίου την υπ. αριθμ. 1296 διαταγή προς τις μονάδες που επρόκειτο να συμμετάσχουν στην επιχείρηση.

To δημοτικό σχολείο, χώρος που ταυτίζεται με την παιδική ηλικία, θα γίνει ο προσωρινός χώρος εγκλεισμού για τα γυναικόπαιδα. Ο Γεώργιος Δημόπουλος, στο μεταίχμιο παιδικής και εφηβικής ηλικίας, θα βρεθεί από τύχη ή από τυχαία αξιολόγηση του ναζί στρατιώτη στην πλευρά των «αδυνάτων». Αλλά, αν ο χώρος του δημοτικού σχολείου των Καλαβρύτων είναι η «πλατεία» ενός παράλογου και σκοτεινού θεάτρου, η «θεατρική σκηνή» της απόλυτης φρίκης είναι ο λόφος του Καπή.

Θυμάμαι πως όταν γέμιζαν οι αίθουσες των αντρών, τους οδηγούσαν κατά ομάδες στον τόπο που είχαν επιλέξει από την προηγούμενη μέρα, στον τόπο δηλαδή της εκτέλεσης. Ήταν ανηφορικό μέρος και, όποιος τολμούσε να τρέξει προς τα κάτω για να ξεφύγει, τον περίμεναν τρία μυδραλιοβόλα που ήταν διαβολικά όπλα. Έριχναν τεσσερισήμισι χιλιάδες σφαίρες το λεπτό.

Τα είχαν όμως καμουφλαρισμένα ώστε να μην φαίνονται με την πρώτη ματιά. Εμείς, τα παιδιά και οι γυναίκες περιμέναμε βασανιστικά, ώρες ολόκληρες, χωρίς να έχουμε καμιά πληροφόρηση. Η αγωνία μας μεγάλωνε συνεχώς, τα παιδιά έκλαιγαν, όλοι προσεύχονταν και σταυροκοπιόνταν. “Πού να πήγαν τα παιδιά και τους άντρες μας”, αναρωτιόνταν οι γυναίκες.

Την ίδια στιγμή, όμως, καιγόταν ολόκληρο το χωριό και από τα ψηλά παράθυρα του σχολείου βλέπαμε τους καπνούς που έφταναν στον ουρανό. Ώσπου άρχισαν να καίνε και τα γειτονικά στο σχολείο κτίρια. Βλέπαμε τη φωτιά να πλησιάζει.

Κάποια στιγμή οι μαύροι καπνοί τρύπωσαν στις αίθουσες. Τότε ξέσπασε γενικός πανικός. Ακούστηκαν φωνές. “Φωτιά! Φωτιά! Μας καίνε!”. Ακολούθησαν σκηνές αλλοφροσύνης και αλαλαγμών. Παρατεταμένα ουρλιαχτά χωρίς σταματημό. Πώς μπορεί κανείς να περιγράψει την κόλαση; Όλοι όρμησαν στις πόρτες ή πήδηξαν από τα παράθυρα. Οι μάνες προσπαθούσαν να βγάλουν πρώτα τα παιδιά τους έξω από το σχολείο. Θυμάμαι μια ηλικιωμένη γυναίκα που ποδοπατήθηκε και πέθανε επί τόπου.

Η «Επιχείρηση Καλάβρυτα» ολοκληρώθηκε τυπικά στις 13 Δεκεμβρίου, ακολουθώντας κατά γράμμα τον αρχικό σχεδιασμό της από τους ναζί. Απόρρητο τηλεγραφικό σήμα που έστειλε το τμήμα Ia της 117ης Γερμανικής Μεραρχίας Καταδρομών, στις 31 Δεκεμβρίου 1943, προς το κεντρικό αρχηγείο του 68ου Σώματος Στρατού, αναφέρει πως, στο πλαίσιο αντιποίνων, εκτελέστηκαν 696 Έλληνες σε όλη την περιοχή. Οι 499 ήταν από τα Καλάβρυτα.

Ο μανδύας των αντιποίνων έντυσε ένα από τα πιο φρικιαστικά εγκλήματα των ναζί σε βάρος της ανθρωπότητας και ουδείς από τους σφαγείς λογοδότησε ποτέ στη δικαιοσύνη. Αλλά εκείνο που προείχε κείνες τις πρώτες ώρες ήταν να θάψουν οι γυναίκες και τα απιδιά τους άντρες των Καλαβρύτων.

Όταν βγήκαμε έξω, ο ήλιος ήταν κατακόκκινος από τους καπνούς που είχαν αγκαλιάσει όλο τον τόπο. Βρισκόμασταν στον περίγυρο του σχολείου και απέναντί μας οι Γερμανοί που μόλις είχαν τελειώσει με τη σφαγή των αντρών και επέστρεψαν, απολαμβάνοντας το θέαμα πανευτυχείς.

Πλησίαζε απόγευμα. Σκορπιστήκαμε προς διάφορες κατευθύνσεις, ενώ υπήρχαν μάνες που έψαχναν ακόμη τα παιδιά τους. Κατά την έξοδό μας από το σχολείο και επειδή επικρατούσε πανζουρλισμός, κάποια παιδιά είχαν χαθεί. Κανένας δεν μπορούσε να πει σε αυτές τις γυναίκες αν κάηκαν, αν τα πήραν οι Γερμανοί, αν έτρεξαν μακριά να γλιτώσουν.

Ταυτόχρονα, βλέπαμε τα καμένα σπίτια μας να σωριάζονται στη γη. Όλα έμοιαζαν γύρω μας ξένα. Όλα έγιναν φαντάσματα. Και το σπίτι μας και το μαγαζί μας κάηκαν. Δεν έμεινε τίποτα.
Εκείνη την ώρα δεν ήξερε κανένας πού βρίσκονταν οι άντρες και τα αγόρια που ήταν πάνω από δεκατριών χρόνων.

Δεν πέρασε πολλή ώρα και την απάντηση την έδωσε η στεντόρεια φωνή μιας γυναίκας. Λεγόταν Φελελή. Από το απέναντι καταράχι, εκεί βρισκόταν το σπίτι της και κίνησε να πάει προς τα εκεί, φώναξε γοερά και παρατεταμένα: “Γυναίκες! Τους σκότωσαν όλους!” Έπεσε κεραυνός. Όλες οι γυναίκες και τα μικρά παιδιά τρέξαμε προς τα εκεί. Πώς να αντέξουν όμως τα παιδιά αυτό που έβλεπαν;

Τον πατέρα μου τον είδα τελευταία φορά στις σκάλες του σχολείου. Δεν θυμάμαι τις τελευταίες κουβέντες του. Εκείνες τις στιγμές ήμασταν σαν απολιθωμένοι, δεν λειτουργούσαν τα αισθήματα. Ήταν πολυτέλεια να τον αγκαλιάσεις, να τον φιλήσεις. Μας είχε κυριεύσει ο φόβος, μόνο φόβος.

Κάποιοι βέβαια που ήταν κάπως πιο μορφωμένοι ίσως ένιωθαν τον κίνδυνο, κατάλαβαν πως αυτός ο αποχωρισμός θα ήταν ο τελευταίος. Θυμάμαι μόνο πως με το βλέμμα του ο πατέρας μου προσπαθούσε να αγκαλιάσει ολόκληρη την οικογένειά του.

Εκεί, στο καταράχι που τον ξαναβρήκαμε, μόνο ένας ήχος ακουγόταν-ο απόηχος των πολυβόλων. Όπως ένας κάμπος είναι διάσπαρτος με παπαρούνες, έτσι έμοιαζε το αίμα των σκοτωμένων από μακριά. Η τρέλα και η παραφροσύνη έσμιγαν στο μυαλό των ζωντανών. Αυτό που αντίκριζαν δεν το χωρούσε ο νους. Κομμένα μέλη, τρύπια κρανία, μυαλά σκόρπια, σάρκες διάσπαρτες.

Μερικοί ήταν ακόμη ζωντανοί. Κάποιος προσπαθούσε να φέρει το χέρι του στα μάτια του, κάποιος άλλος έπιανε τα σωθικά του και προσπαθούσε να τα βάλει στην κοιλιά του, κάποιοι βαριανάσαιναν-ο ρόγχος του θανάτου.

Ήταν και δυο άντρες νεκροί που κείτονταν αγκαλιασμένοι. Και μέσα σε αυτή την κόλαση, άρχισαν να ξεπροβάλλουν σιγά σιγά σαν φαντάσματα οι δεκατρείς διασωθέντες, διάτρητοι κι αυτοί από σφαίρες. Πετάγονταν ένας ένας, όπως ο Λάζαρος, από τον σωρό των πτωμάτων. Ήσαντε ο Γιωργαντάς με κομμένη τη γλώσσα του, ο Καρακάσης με βγαλμένο το ένα μάτι του, ο Αδαμόπουλος κρατούσε τα έντερά του… Όλοι αιμορραγούσαν.

Οι γυναίκες άρχισαν να ψάχνουν τους δικούς τους. Μετακινούσαν τα πτώματα για να βρουν το παιδί τους ή τον άντρα τους. Ρωτούσε η μια την άλλη… Θυμάμαι κάποια που έλεγε: “Βρήκα τον Κώστα”. Κάποια άλλη, η Βασονιά, αυτή που φώναξε πρώτη, και η Λυμπέραινα, σπάραζαν γιατί η καθεμιά είχε χάσει εκτός από την άντρα της και από τρία παιδιά. Το ψάξιμο δεν είχε τελειωμό. Δεν άκουγες λόγια παρηγοριάς. Ποιος να παρηγορήσει ποιον.

Όσες γυναίκες έβρισκαν τους άντρες τους, τους έβαζαν πάνω στην κουβέρτα και τους έσερναν μέχρι το νεκροταφείο, ενάμισι χιλιόμετρο μακριά. Να μην τους βρει το βράδυ στο καταράχι. Θα τους έτρωγαν τα σκυλιά που μύρισαν το αίμα και όλο πλησίαζαν κοντύτερα και τα όρνια που πετούσαν πάνω από τον λόφο. Στη μεταφορά των νεκρών βοηθούσαν και τα παιδιά.

Το τηλεγράφημα της 117ης Μεραρχίας των ναζί αναφέρει μεταξύ άλλων πως καταστράφηκαν οι οικισμοί Ρωγοί, Κερπινή, Άνω και Κάτω Ζαχλωρού, Σούβαρδο, Βραχνί, Καλάβρυτα, Μονή Μεγάλου Σπηλαίου, Μονή Αγίας Λαύρας, Αγία Κυριακή, Αυλές, Βυσωκά, Φτέρη, Κλαπατσούνα, Πυργάκι, Βάλτσα, Μελίσσια, Μονή Ομπλού, Λαπαναγοί, Μάζι, Μαζέικα, Παγκράτι, Μορόχωβα, Δερβινή, Βάλτος, Πλανητέρο, Καλύβια. Ταυτόχρονα, έγιναν πυρπολήσεις σπιτιών και σε άλλα χωριά τα οποία δεν αναφέρει η γερμανική αναφορά. Οι ναζί έτσι, με την ολοκληρωτική καταστροφή ολόκληρων χωριών, με την πυρπόληση οικιών και αγροκτημάτων και την απαλοιφή κάθε ίχνους ανθρώπινου κόπου και προσπάθειας, αποστέρησαν από τους επιζώντες το δικαίωμα να οικοδομήσουν μία νέα ζωή πάνω στα συντρίμμια και στη μεταπολεμική συνθήκη της απώλειας.

Επίλογος

Ουδείς από τους εγκληματίες πολέμου λογοδότησε ποτέ για τις πράξεις του και ουδεμία από τις οικογένειες των θυμάτων αποζημιώθηκε ποτέ για τον θάνατο των αγαπημένων ανθρώπων της.

του ΘΩΜΑ ΣΙΔΕΡΗ  αποκλειστικά για το ERTNEWS.gr

Όλες οι Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο,  στο ertnews.gr
Διάβασε όλες τις ειδήσεις μας στο Google
Κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook
Ακολούθησε μας στο Twitter
Κάνε εγγραφή στο κανάλι μας στο Youtube
Προσοχή! Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των πληροφοριών του παραπάνω άρθρου (όχι αυτολεξεί) ή μέρους αυτών μόνο αν:
– Αναφέρεται ως πηγή το ertnews.gr στο σημείο όπου γίνεται η αναφορά.
– Στο τέλος του άρθρου ως Πηγή
– Σε ένα από τα δύο σημεία να υπάρχει ενεργός σύνδεσμος