Έχετε σκεφτεί ποτέ ότι δεν ακούτε τη φωνή σας όπως την ακούν οι άλλοι;
Οι περισσότεροι από εμάς έχουμε ζήσει την ίδια αμήχανη στιγμή. Ακούμε τη φωνή μας από ένα ηχείο και σκεφτόμαστε: «Μα, αυτή δεν είναι η φωνή μου».
Και όμως, η ηχογράφηση δεν κάνει λάθος. Η φωνή που ακούμε εμείς όταν μιλάμε δεν είναι η ίδια με εκείνη που ακούν οι άλλοι. Ο λόγος είναι ότι ο εγκέφαλός μας δεν επεξεργάζεται μόνο τον ήχο που ταξιδεύει στον αέρα, αλλά και τις δονήσεις που μεταδίδονται μέσα από τα οστά του κρανίου.
Στην πραγματικότητα, η φωνή είναι μόνο ένα παράδειγμα ενός πολύ ευρύτερου φαινομένου. Οι άνθρωποι δυσκολευόμαστε να αντιληφθούμε τον εαυτό μας όπως τον αντιλαμβάνονται οι άλλοι. Το ίδιο φαίνεται να συμβαίνει και στον τρόπο που μιλάμε, στον τρόπο που αξιολογούμε τα κείμενα που γράφουμε –καθώς συχνά δυσκολευόμαστε να τα δούμε με τα μάτια ενός αναγνώστη– και, πολλές φορές, στην εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας.
Υπάρχει μια απλή φυσική εξήγηση γι’ αυτή την αίσθηση και δεν έχει καμία σχέση με την αυτοεκτίμηση.
Όταν μιλάμε, ο ήχος φτάνει στο εσωτερικό αυτί με δύο διαφορετικούς τρόπους ταυτόχρονα: μέσω του αέρα, όπως ακριβώς τον ακούν και οι υπόλοιποι άνθρωποι, αλλά και μέσω των οστών του κρανίου. Η μετάδοση του ήχου μέσω των οστών ενισχύει τις χαμηλές συχνότητες. Έτσι, η φωνή που ακούμε μέσα στο κεφάλι μας είναι πραγματικά πιο βαθιά και πιο γεμάτη από εκείνη που καταγράφει ένα μικρόφωνο.
Η ηχογραφημένη φωνή δεν αποτελεί παραμόρφωση. Είναι η φωνή που ακούν όλοι οι άλλοι. Δεν είναι λοιπόν περίεργο που η ηχογραφημένη φωνή μάς φαίνεται ξένη. Ο εγκέφαλος καλείται ξαφνικά να την επεξεργαστεί χωρίς τις πρόσθετες πληροφορίες στις οποίες βασίζεται συνήθως.
Ερευνητές από το Ομοσπονδιακό Πολυτεχνείο της Λωζάνης (EPFL) στην Ελβετία μελέτησαν ακόμη περισσότερο το φαινόμενο μέσα από τρία πειράματα, τα αποτελέσματα των οποίων δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό Royal Society Open Science. Διαπίστωσαν ότι η μετάδοση του ήχου μέσω των οστών δεν αλλάζει μόνο τον τρόπο με τον οποίο ακούμε τη φωνή μας, αλλά βοηθά τον εγκέφαλο να την αναγνωρίζει ως δική μας.
Διερεύνησαν πώς οι άνθρωποι ξεχωρίζουν τη δική τους φωνή από τη φωνή κάποιου άλλου και διαπίστωσαν ότι η μετάδοση του ήχου μέσω των οστών δεν αλλάζει μόνο τον τρόπο με τον οποίο ακούμε τη φωνή μας, αλλά βοηθά τον εγκέφαλο να την αναγνωρίζει ως δική μας. Όταν αυτή η πληροφορία απουσιάζει, όπως συμβαίνει σε μια ηχογράφηση, ο εγκέφαλος βασίζεται αποκλειστικά στον ήχο που φτάνει μέσω του αέρα, δηλαδή στα ίδια ακριβώς ακουστικά στοιχεία που θα χρησιμοποιούσε και ένας άγνωστος για να αναγνωρίσει τη φωνή μας.
Δεν είναι λοιπόν περίεργο που η ηχογραφημένη φωνή μάς φαίνεται ξένη. Ο εγκέφαλος καλείται ξαφνικά να την επεξεργαστεί χωρίς την πληροφορία που του δίνει η μετάδοση του ήχου μέσω των οστών του κρανίου. Η έκπληξη είναι ότι το φαινόμενο αυτό δεν περιορίζεται στη φωνή. Οι ερευνητές έχουν δείξει ότι η ίδια δυσκολία αντικειμενικής αυτοαντίληψης επηρεάζει ακόμη και τον τρόπο με τον οποίο πιστεύουμε ότι μιλάμε.
Το ίδιο «τυφλό σημείο» εμφανίζεται και στην προφορά
Η έκπληξη είναι ότι το φαινόμενο αυτό δεν περιορίζεται στη φωνή. Επηρεάζει ακόμη και τον τρόπο με τον οποίο πιστεύουμε ότι μιλάμε.
Σε ένα κλασικό πείραμα της κοινωνιογλωσσολόγου Nancy Niedzielski, κάτοικοι του Ντιτρόιτ άκουσαν όλοι την ίδια ακριβώς ηχογράφηση. Στους μισούς ειπώθηκε ότι η ομιλήτρια ήταν από το Μίσιγκαν, ενώ στους υπόλοιπους ότι ήταν Καναδή.
Η μοναδική αυτή πληροφορία ήταν αρκετή για να αλλάξει όσα πίστευαν ότι άκουγαν. Παρότι όλοι άκουσαν ακριβώς την ίδια φωνή, όσοι θεωρούσαν ότι η ομιλήτρια ήταν Καναδή ανέφεραν ότι διέκριναν χαρακτηριστικά που ταίριαζαν περισσότερο στο στερεότυπο της καναδικής προφοράς. Δεν άλλαξε ο ήχος. Άλλαξε ο τρόπος με τον οποίο τον ερμήνευσε ο εγκέφαλος.
Το πείραμα έδειξε ότι ο εγκέφαλός μας δεν λειτουργεί σαν μια απλή συσκευή καταγραφής. Δεν επεξεργάζεται παθητικά τους ήχους που φτάνουν στα αυτιά μας, αλλά τους ερμηνεύει αξιοποιώντας τις γνώσεις, τις εμπειρίες και τις προσδοκίες που έχει ήδη διαμορφώσει.
Με άλλα λόγια, οι προσδοκίες δεν επηρεάζουν μόνο τον τρόπο με τον οποίο ερμηνεύουμε όσα ακούμε. Μπορούν να επηρεάσουν ακόμη και αυτό που τελικά αντιλαμβανόμαστε ότι ακούσαμε.
Οι περισσότεροι άνθρωποι πράγματι νιώθουν λιγότερη αμηχανία όσο εξοικειώνονται με τη φωνή τους ακούγοντας την. Ωστόσο, η εξοικείωση δεν αλλάζει το γεγονός ότι η φωνή που ακούμε όταν μιλάμε δεν είναι ακριβώς η ίδια με εκείνη που ακούν οι άλλοι.
Ίσως, λοιπόν, την επόμενη φορά που θα ακούσετε τη φωνή σας και θα σκεφτείτε «αυτή δεν είμαι εγώ», να θυμηθείτε ότι η ηχογράφηση δεν κάνει λάθος. Αποτυπώνει τη φωνή που ακούνε οι γύρω σας εδώ και χρόνια. Εκείνος που την άκουγε διαφορετικά ήσασταν μόνο εσείς.
Κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook
Ακολούθησε μας στο Twitter
Κάνε εγγραφή στο κανάλι μας στο Youtube
Γίνε μέλος στο κανάλι μας στο Viber
– Αναφέρεται ως πηγή το ertnews.gr στο σημείο όπου γίνεται η αναφορά.
– Στο τέλος του άρθρου ως Πηγή
– Σε ένα από τα δύο σημεία να υπάρχει ενεργός σύνδεσμος