Στο δεύτερο μέρος της συνέντευξης με αφορμή το βιβλίο «Ανθρωπιστική Ιατρική: Από τον πατερναλισμό στην ασθενοκεντρικότητα» των Αναστάσιου Ε. Γερμενή και Φωτεινής Δεμπονέρα, που κυκλοφορεί από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, ο Ομότιμος Καθηγητής της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας Αναστάσιος Ε. Γερμενής αναφέρεται σε ορισμένα από τα πιο δύσκολα ζητήματα της σύγχρονης Ιατρικής. Μας εξηγεί ποια είναι τα χαρακτηριστικά του γιατρού που ασκεί ανθρωπιστική Ιατρική και πώς επηρεάζεται η φροντίδα των ασθενών από τις συνθήκες εργασίας των γιατρών.
Συνέντευξη στην Έφη Ζέρβα
Τι χαρακτηρίζει έναν γιατρό που ασκεί ανθρωπιστική Ιατρική;
Ο γιατρός που ασκεί ανθρωπιστική Ιατρική δεν είναι απλώς ένας ευγενικός ή συμπονετικός γιατρός. Είναι, πρώτα απ’ όλα, ένας επιστημονικά επαρκής γιατρός, ο οποίος όμως γνωρίζει ότι η επιστημονική επάρκεια δεν εξαντλεί το νόημα της φροντίδας και ο οποίος κατανοεί ότι η ιατρική πράξη ολοκληρώνεται μόνο όταν η επιστημονική γνώση συνδεθεί με την εμπειρία, τις αξίες και τις πραγματικές ανάγκες του συγκεκριμένου αρρώστου. Ένας γιατρός που, μ’ άλλα λόγια, συνειδητοποιεί ότι η ιατρική πράξη ολοκληρώνεται μόνο όταν η επιστημονική γνώση συνδεθεί με την εμπειρία, τις αξίες, τους φόβους και τις πραγματικές ανάγκες του συγκεκριμένου αρρώστου.
Ένα βασικό χαρακτηριστικό αυτού του γιατρού είναι η ικανότητα ακρόασης. Όχι ακρόασης ως κοινωνικής ευγένειας, αλλά ως κλινικής πράξης. Ο άρρωστος δεν προσφέρει στον γιατρό μόνο πληροφορίες για συμπτώματα. Προσφέρει και την αφήγηση της αρρώστιας του. Μέσα σε αυτήν την αφήγηση υπάρχουν συχνά στοιχεία που δεν χωρούν εύκολα σε ένα πρωτόκολλο, αλλά είναι καθοριστικά για την κατανόηση του ανθρώπου που ζητάει βοήθεια.
![Aνθρωπιστική ιατρική [Μέρος 2ο]: «Ένα σύστημα που εξαντλεί τους γιατρούς του βλάπτει και τους ασθενείς»](https://www.ertnews.gr/wp-content/uploads/2026/05/img-3352-1-1-1024x709.jpeg)
Εξίσου σημαντική είναι η ενσυναίσθηση, αλλά με την ακριβή της έννοια. Ενσυναίσθηση δεν σημαίνει ότι ο γιατρός ταυτίζεται συναισθηματικά με τον άρρωστο ή ότι χάνει την αναγκαία κλινική απόσταση. Σημαίνει ότι μπορεί να κατανοεί τη θέση του άλλου, να του δείχνει ότι την κατανοεί και να μετατρέπει αυτή την κατανόηση σε υπεύθυνη φροντίδα.Στο βιβλίο δίνεται ιδιαίτερη σημασία σε αυτή τη μορφή κλινικής ενσυναίσθησης, που συνδέεται με την επικοινωνία, την εμπιστοσύνη και την ποιότητα της περίθαλψης.
Ο ανθρωπιστικός γιατρός χαρακτηρίζεται επίσης από σεβασμό στην αυτονομία του ασθενούς. Αυτό δεν σημαίνει ότι εγκαταλείπει τον άρρωστο μόνο του μπροστά σε δύσκολες αποφάσεις. Σημαίνει ότι δεν αποφασίζει αυθαίρετα για λογαριασμό του, αλλά τον βοηθά να καταλάβει, να σταθμίσει και να συμμετάσχει στον βαθμό που επιθυμεί και μπορεί. Η εγκατάλειψη του πατερναλισμού* δεν πρέπει να οδηγήσει σε ψυχρή μεταβίβαση ευθύνης στον ασθενή. Πρέπει να οδηγήσει σε πραγματική σχέση εμπιστοσύνης.
Τέλος, ο γιατρός που ασκεί ανθρωπιστική Ιατρική πρέπει να έχει επίγνωση του περιβάλλοντος μέσα στο οποίο λειτουργεί. Δεν αρκεί να είναι καλός στη διαπροσωπική σχέση. Χρειάζεται να κατανοεί την τεχνολογία, τα πρωτόκολλα, τις διοικητικές πιέσεις, τις οικονομικές ανισότητες και τις πολιτικές υγείας που διαμορφώνουν τη φροντίδα. Διαφορετικά κινδυνεύει να εκχωρήσει τον ανθρωπισμό του σε μηχανισμούς που δεν ελέγχει. Η ανθρωπιστική Ιατρική σήμερα απαιτεί γιατρό επιστήμονα, συνομιλητή, κριτικό επαγγελματία και υπεύθυνο μέλος ενός συστήματος υγείας που οφείλει και ο ίδιος να βοηθήσει να γίνει πιο ανθρώπινο.
Πώς γίνεται ένας ασθενής να λαμβάνει τεχνικά σωστή θεραπεία και, παρ’ όλα αυτά, να αισθάνεται ότι δεν τον αντιμετώπισαν ως πρόσωπο αλλά μόνο ως διάγνωση ή περιστατικό;
Αυτό συμβαίνει όταν η Ιατρική ταυτίζει την επιτυχία της κυρίως με την τεχνική αντιμετώπιση της νόσου. Όταν δηλαδή το κέντρο βάρους εντοπίζεται αποκλειστικά στη διάγνωση, στην απεικόνιση, στους εργαστηριακούς δείκτες, στο πρωτόκολλο και στη θεραπευτική παρέμβαση, ενώ η εμπειρία του αρρώστου παραμένει στο περιθώριο. Τότε μπορεί πράγματι η νόσος να αντιμετωπίζεται σωστά, αλλά ο άνθρωπος που νοσεί να αισθάνεται ότι δεν συμμετείχε ουσιαστικά στη διαδικασία της φροντίδας.
Η εξέλιξη αυτή έχει ιστορικό βάθος. Με την επικράτηση του βιοϊατρικού μοντέλου, η Ιατρική κέρδισε τεράστια επιστημονική ισχύ. Ταυτόχρονα όμως η προσωπική εμπειρία του αρρώστου υποχώρησε μπροστά στη βιολογική περιγραφή της νόσου. Έτσι η θεραπεία και η φροντίδα άρχισαν να κατανοούνται ως δύο σχεδόν χωριστά μέρη της ιατρικής πράξης.
Σε αυτό συνέβαλαν η εξειδίκευση, η τεχνολογία, η τυποποίηση και ο κατακερματισμός της περίθαλψης. Ο ασθενής μπορεί να περάσει από πολλούς ειδικούς, να κάνει όλες τις σωστές εξετάσεις, να λάβει την ενδεδειγμένη θεραπεία, και όμως να μην έχει συναντήσει έναν γιατρό που να αναλάβει συνολικά την αγωνία του. Η φροντίδα όμως δεν είναι πρόσθετη ενέργεια πάνω στη θεραπεία. Είναι ο τρόπος με τον οποίο η θεραπεία εντάσσεται στη ζωή του συγκεκριμένου ανθρώπου.
Επομένως, το πρόβλημα δεν είναι ότι η σύγχρονη Ιατρική θεραπεύει υπερβολικά καλά. Το πρόβλημα είναι ότι μερικές φορές θεραπεύει χωρίς να συνομιλεί αρκετά. Ενημερώνει χωρίς να εξηγεί. Παρεμβαίνει χωρίς να ακούει. Ταξινομεί χωρίς να αναγνωρίζει. Και τότε ο ασθενής μπορεί να βγει από μια άρτια οργανωμένη θεραπευτική διαδικασία με την αίσθηση ότι υπήρξε αντικείμενο σωστής διαχείρισης, αλλά όχι αποδέκτης πραγματικής φροντίδας.
Η ανθρωπιστική Ιατρική ζητά να ξαναενωθούν αυτά που δεν έπρεπε να έχουν χωριστεί. Η θεραπεία της νόσου και η φροντίδα του αρρώστου δεν είναι ανταγωνιστικές αποστολές. Η καλή Ιατρική οφείλει να είναι ταυτόχρονα τεχνικά ακριβής και ανθρώπινα παρούσα. Δηλαδή, να θεραπεύει όσο μπορεί τη νόσο, αλλά και να συνοδεύει τον άνθρωπο που ζει με αυτήν.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι η σύγχρονη Ιατρική θεραπεύει υπερβολικά καλά. Το πρόβλημα είναι ότι μερικές φορές θεραπεύει χωρίς να συνομιλεί αρκετά. Ενημερώνει χωρίς να εξηγεί. Παρεμβαίνει χωρίς να ακούει. Ταξινομεί χωρίς να αναγνωρίζει.
Υπάρχουν «δύσκολοι» άρρωστοι;
Υπάρχουν άρρωστοι με τους οποίους η σχέση είναι δύσκολη. Θα ήμουν όμως πολύ προσεκτικός με τον χαρακτηρισμό «δύσκολος άρρωστος», γιατί συχνά μεταφέρει το πρόβλημα αποκλειστικά στον ασθενή και απαλλάσσει τον γιατρό ή το σύστημα από την ανάγκη αυτοκριτικής. Στο βιβλίο σημειώνεται ότι οι ασθενείς χαρακτηρίζονται δύσκολοι όταν προκαλούν αρνητικά συναισθήματα στους γιατρούς, συνήθως λόγω μη συμμόρφωσης, συμπεριφοράς ή κακής επικοινωνίας. Δεν υπάρχει όμως καθολικά αποδεκτός ορισμός του «δύσκολου αρρώστου».
Στην πράξη, ο «δύσκολος» άρρωστος είναι συχνά ένας άρρωστος φοβισμένος, θυμωμένος, δύσπιστος, εξαντλημένος, κοινωνικά ευάλωτος ή πληγωμένος από προηγούμενες εμπειρίες με το σύστημα υγείας. Μπορεί να είναι ένας άνθρωπος με χρόνιο πόνο που δεν έχει γίνει πιστευτός, με ασαφή συμπτώματα που δεν έχουν βρει διάγνωση, με ψυχική επιβάρυνση, με χαμηλό υγειονομικό αλφαβητισμό ή με προσδοκίες που ο γιατρός δυσκολεύεται να διαχειριστεί.
![Aνθρωπιστική ιατρική [Μέρος 2ο]: «Ένα σύστημα που εξαντλεί τους γιατρούς του βλάπτει και τους ασθενείς»](https://www.ertnews.gr/wp-content/uploads/2026/06/vallotton-1-1024x757.jpg)
Αυτό δεν σημαίνει ότι όλα εξηγούνται ή δικαιολογούνται. Υπάρχουν συμπεριφορές επιθετικές, χειριστικές ή πραγματικά δυσλειτουργικές, που δυσκολεύουν σοβαρά την ιατρική σχέση. Ο γιατρός έχει και αυτός όρια, αξιοπρέπεια και ανάγκη προστασίας. Η ανθρωπιστική Ιατρική δεν ζητά από τον γιατρό να ανέχεται τα πάντα. Ζητάει όμως να μην απαντά στην δυσκολία με ετικέτες, ειρωνεία ή απόσυρση.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν ο άρρωστος είναι «δύσκολος», αλλά τι ακριβώς δυσκολεύει τη σχέση. Είναι η συμπεριφορά του ασθενούς; Είναι ο φόβος του; Είναι η δική μας κόπωση; Είναι η έλλειψη χρόνου; Είναι η αδυναμία επικοινωνίας; Είναι μια προηγούμενη αποτυχία του συστήματος; Αν δεν τεθεί αυτό το ερώτημα, ο χαρακτηρισμός «δύσκολος» γίνεται βολική ετικέτα και κλείνει τον δρόμο προς την κατανόηση.
Άρα, θα έλεγα ότι δεν υπάρχουν απλώς «δύσκολοι άρρωστοι». Yπάρχουν δύσκολες σχέσεις, δύσκολες συνθήκες, δύσκολες ιστορίες ζωής και δύσκολες κλινικές καταστάσεις. Η ανθρωπιστική στάση αρχίζει όταν ο γιατρός αναγνωρίζει τη δυσκολία χωρίς να ακυρώνει τον άνθρωπο που την εκφράζει.
Πόσο συχνά χρησιμοποιούν οι γιατροί στιγματιστική γλώσσα χωρίς καν να το συνειδητοποιούν και πώς επηρεάζει αυτό τους ασθενείς;
Ναι, οι γιατροί χρησιμοποιούν αρκετά συχνά στιγματιστική γλώσσα, όχι πάντοτε από πρόθεση, αλλά από συνήθεια, κόπωση, επαγγελματική αργκό ή πίεση χρόνου. Αυτό ακριβώς την κάνει πιο επικίνδυνη. Η γλώσσα που χρησιμοποιείται καθημερινά μέσα στο νοσοκομείο ή στο ιατρείο μπορεί να φαίνεται τεχνική, ουδέτερη ή απλώς πρακτική, αλλά συχνά μεταφέρει κρίσεις, προκαταλήψεις και σχέσεις εξουσίας.
Όταν λέμε «μη συμμορφούμενος ασθενής», «αντιδραστικός», «ψυχιατρικό περιστατικό», «ναρκομανής», «παχύσαρκος», «το έμφραγμα στο 203» ή «το εξιτήριο», δεν περιγράφουμε απλώς μια κλινική κατάσταση. Συρρικνώνουμε το πρόσωπο σε μια συμπεριφορά, μια διάγνωση, ένα κρεβάτι ή μια διοικητική πράξη. Τέτοιες εκφράσεις δημιουργούν απόσταση, σβήνουν το πρόσωπο πίσω από τη διάγνωση και μετατρέπουν τον ασθενή σε αντικείμενο διαχείρισης.
Η επίδραση στον ασθενή μπορεί να είναι βαθιά. Ο άνθρωπος που αισθάνεται ότι χαρακτηρίζεται ή κρίνεται είναι πιθανό να σιωπήσει, να αποκρύψει πληροφορίες, να χάσει εμπιστοσύνη ή να απομακρυνθεί από τη φροντίδα. Η στιγματιστική γλώσσα δεν είναι λοιπόν απλώς θέμα ευπρέπειας. Επηρεάζει την επικοινωνία, τη θεραπευτική σχέση και τελικά την ποιότητα της περίθαλψης.
Χρειάζεται, επίσης, να θυμόμαστε ότι ο λόγος του γιατρού είναι λόγος ισχύος. Ο γιατρός δεν μιλά από ουδέτερη θέση. Η λέξη που χρησιμοποιεί μπορεί να ανακουφίσει, να εξηγήσει και να οργανώσει την εμπειρία του αρρώστου, αλλά μπορεί και να τον μειώσει ή να τον αποξενώσει από την ίδια του την ιστορία. Γι’ αυτό ο γιατρός δεν καλείται μόνο να ξέρει τι θα πει, αλλά και πώς θα το πει, πότε θα το πει και σε ποιον απευθύνεται.
![Aνθρωπιστική ιατρική [Μέρος 2ο]: «Ένα σύστημα που εξαντλεί τους γιατρούς του βλάπτει και τους ασθενείς»](https://www.ertnews.gr/wp-content/uploads/2026/06/978-618-230-210-1-707x1024.jpg)
Η ανθρωπιστική γλώσσα δεν σημαίνει ωραιοποίηση ούτε αποφυγή της αλήθειας. Σημαίνει ακρίβεια χωρίς υποτίμηση. Σημαίνει να μιλούμε για «άνθρωπο με εξάρτηση» και όχι να τον ταυτίζουμε με την εξάρτηση, για «άνθρωπο που ζει με αναπηρία» και όχι να τον ορίζουμε από την ανικανότητα, για «ασθενή που δυσκολεύεται να ακολουθήσει τη θεραπεία» και όχι απλώς για «μη συμμορφούμενο». Η αλλαγή της γλώσσας δεν είναι διακοσμητική. Είναι αλλαγή βλέμματος.
Άρα, η γλώσσα του γιατρού είναι μέρος της θεραπευτικής πράξης. Αν ο ανθρωπισμός της Ιατρικής κρίνεται στη σχέση με τον άρρωστο, τότε κρίνεται και στις λέξεις με τις οποίες τον περιγράφουμε, ακόμη και όταν εκείνος δεν είναι παρών.
Γράφετε ότι η επαγγελματική εξουθένωση και η «σιωπηρή παραίτηση» των γιατρών δεν είναι απλώς ατομικό πρόβλημα αλλά ευθύνη των ίδιων των συστημάτων υγείας. Πώς επηρεάζει αυτό τελικά την ποιότητα της φροντίδας που λαμβάνει ο ασθενής;
Η επαγγελματική εξουθένωση των γιατρών δεν είναι απλώς ένα πρόβλημα προσωπικής αντοχής. Δεν αφορά μόνο το αν ένας γιατρός είναι κουρασμένος, πιεσμένος ή δυσαρεστημένος. Αφορά την ίδια τη δυνατότητά του να παραμένει διαθέσιμος, προσεκτικός, ενσυναισθητικός και κλινικά νηφάλιος απέναντι στον άρρωστο.
Όταν ο γιατρός εργάζεται για μεγάλο διάστημα μέσα σε συνθήκες υπερφόρτωσης, έλλειψης χρόνου, διοικητικής πίεσης, συνεχούς ευθύνης και ανεπαρκούς υποστήριξης, αρχίζει να προστατεύεται ψυχικά. Μειώνει τη συναισθηματική του εμπλοκή, περιορίζεται στα απολύτως αναγκαία, αποφεύγει την επιπλέον προσπάθεια και χάνει σταδιακά την αίσθηση νοήματος της εργασίας του. Εκεί εμφανίζεται αυτό που συχνά ονομάζεται «σιωπηρή παραίτηση», όχι ως απλή αδιαφορία, αλλά ως απόσυρση από το νόημα και την υπέρβαση που απαιτεί η φροντίδα.
Οι συνέπειες για τον ασθενή είναι άμεσες. Μειώνεται η ποιότητα της επικοινωνίας, αυξάνεται η πιθανότητα λάθους, περιορίζεται η διάθεση του γιατρού να ακούσει πιο προσεκτικά, να εξηγήσει περισσότερο, να αναζητήσει το ψυχοκοινωνικό πλαίσιο της αρρώστιας ή να ασχοληθεί με τις αξίες και τις προτιμήσεις του αρρώστου. Η επαγγελματική εξουθένωση συνδέεται με περισσότερα ιατρικά λάθη, χειρότερη επικοινωνία, χαμηλότερη ποιότητα φροντίδας και μειωμένη ικανοποίηση των ασθενών.
Η σιωπηρή παραίτηση είναι ιδιαίτερα ανησυχητική από ανθρωπιστική άποψη, γιατί ο γιατρός μπορεί να συνεχίζει τυπικά να επιτελεί τα καθήκοντά του, αλλά να μην υπερβαίνει πλέον το ελάχιστο απαραίτητο όριο. Και η ανθρωπιστική Ιατρική συχνά βρίσκεται ακριβώς πέρα από αυτό το ελάχιστο. Στον επιπλέον χρόνο, στην επιπλέον εξήγηση, στην προσεκτική ακρόαση, στην αναγνώριση του φόβου, στην ανάληψη ευθύνης για τον άνθρωπο και όχι μόνο για τη διάγνωση.
Γι’ αυτό η ευθύνη δεν μπορεί να μετατεθεί μόνο στον γιατρό. Ασφαλώς κάθε γιατρός έχει προσωπική ευθύνη για τον τρόπο με τον οποίο φέρεται στον άρρωστο. Αλλά όταν η εξουθένωση παράγεται μαζικά, τότε δεν μιλούμε για ατομική αποτυχία χαρακτήρα. Μιλούμε για αποτυχία των συστημάτων υγείας να προστατεύσουν τις συνθήκες, μέσα στις οποίες η φροντίδα μπορεί να παραμένει ανθρώπινη. Οι ίδιοι οι γιατροί έχουν περιορισμένη δυνατότητα να λύσουν ατομικά αυτά τα προβλήματα, όταν αυτά προκύπτουν από την αδιαφορία ή την ανεπάρκεια των συστημάτων ως προς τις εργασιακές συνθήκες, την ευημερία και την ψυχική υγεία των γιατρών.
Άρα, η προστασία του γιατρού δεν είναι συντεχνιακό αίτημα. Είναι όρος ποιότητας και ασφάλειας της φροντίδας. Ένα σύστημα που εξαντλεί τους γιατρούς του δεν βλάπτει μόνο τους γιατρούς. Βλάπτει και τους ασθενείς, επειδή διαβρώνει ακριβώς τις ανθρώπινες και κλινικές ικανότητες, πάνω στις οποίες στηρίζεται η καλή Ιατρική.
Ένα σύστημα που εξαντλεί τους γιατρούς του δεν βλάπτει μόνο τους γιατρούς. Βλάπτει και τους ασθενείς…
Στο κεφάλαιο για την ιατρική απανθρωποποίηση περιγράφετε την ανάγκη των γιατρών να αναπτύσσουν ορισμένους ψυχικούς μηχανισμούς άμυνας, ώστε να αντέχουν την καθημερινή έκθεση στον πόνο, στην αγωνία και στον θάνατο. Πού βρίσκεται όμως το όριο ανάμεσα στην αναγκαία επαγγελματική απόσταση και στην ψυχρότητα; Και πώς πρέπει να ανακοινώνεται ένας θάνατος ή μια πολύ δυσμενής πρόγνωση με τρόπο αληθή αλλά όχι απάνθρωπο;
Η επαγγελματική απόσταση είναι αναγκαία στην Ιατρική. Ο γιατρός δεν μπορεί να καταρρέει μαζί με κάθε άρρωστο, ούτε να βιώνει κάθε θάνατο σαν προσωπική απώλεια με την ίδια ένταση που τον βιώνει η οικογένεια. Αν συνέβαινε αυτό, δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει. Χρειάζεται λοιπόν μια μορφή εσωτερικής προστασίας, ώστε να παραμένει ικανός να σκέφτεται, να αποφασίζει και να βοηθά.
Το όριο όμως βρίσκεται εκεί όπου η προστατευτική απόσταση μετατρέπεται σε απώλεια αναγνώρισης του άλλου. Όταν ο άρρωστος ή οι συγγενείς του δεν αντιμετωπίζονται πλέον ως άνθρωποι που βρίσκονται σε οριακή στιγμή, αλλά ως «περιστατικό», «κρεβάτι», «διάγνωση» ή «ενημέρωση που πρέπει να γίνει», τότε η απόσταση έχει γίνει ψυχρότητα. Στο βιβλίο η ιατρική απανθρωποποίηση περιγράφεται ακριβώς ως άρνηση ή εξασθένηση της ανθρώπινης υπόστασης του άλλου και ως αντιμετώπισή του σαν πρόβλημα προς διεκπεραίωση.
Η ανακοίνωση ενός θανάτου ή μιας πολύ δυσμενούς πρόγνωσης είναι μία από τις πιο απαιτητικές πράξεις της Ιατρικής. Δεν είναι απλή μετάδοση πληροφορίας. Είναι στιγμή βαθιάς ηθικής και ανθρώπινης σημασίας. Ο γιατρός οφείλει να πει την αλήθεια, αλλά η αλήθεια δεν χρειάζεται να ειπωθεί με ωμότητα. Η ειλικρίνεια δεν ταυτίζεται με την απότομη εκφορά. Ούτε η σαφήνεια με την απουσία ευαισθησίας.
Ανθρωπιστική ανακοίνωση σημαίνει προετοιμασία, ιδιωτικότητα, χρόνος, απλή και καθαρή γλώσσα, αποφυγή τεχνικών όρων που απομακρύνουν, σεβασμός στη σιωπή και δυνατότητα των ανθρώπων να ρωτήσουν. Σημαίνει, επίσης, ότι ο γιατρός δεν εξαφανίζεται μετά τη φράση «δεν υπάρχει τίποτε άλλο να κάνουμε». Συχνά υπάρχει ακόμη κάτι πολύ σημαντικό να γίνει. Να ανακουφιστεί ο άρρωστος, να υποστηριχθεί η οικογένεια, να εξηγηθεί τι συνέβη, να μη βιωθεί ο θάνατος ως εγκατάλειψη.
Χρειάζεται, βέβαια, να είμαστε δίκαιοι και προς τους γιατρούς. Πολλοί δεν έχουν εκπαιδευθεί επαρκώς στο πώς ανακοινώνονται οι κακές ειδήσεις. Το έμαθαν μιμητικά, μέσα σε κουλτούρες όπου η συναισθηματική έκφραση θεωρείται συχνά αδυναμία και όπου η πίεση χρόνου ακυρώνει την ποιότητα της επικοινωνίας. Το βιβλίο επισημαίνει ότι οι συνθήκες της σύγχρονης περίθαλψης δυσχεραίνουν την ανάπτυξη ανθρωπιστικών σχέσεων και αποδυναμώνουν αυτό το «ανθρώπινο ενδιάμεσο» που στηρίζει την εμπιστοσύνη και τον σεβασμό ανάμεσα στον γιατρό και τον άρρωστο.
Αυτό όμως δεν αναιρεί την ευθύνη. Η ψυχική άμυνα του γιατρού είναι κατανοητή. Η απανθρωπιά δεν είναι. Η ανθρωπιστική Ιατρική δεν ζητά από τον γιατρό να πάψει να προστατεύεται. Ζητά να προστατεύεται χωρίς να χάνει την ικανότητα να βλέπει τον άλλον ως άνθρωπο, ιδίως τη στιγμή που αυτός ο άλλος βρίσκεται μπροστά στην αρρώστια, την απώλεια ή τον θάνατο.
Ποια είναι η ερώτηση που θα θέλατε να σας είχα κάνει και δεν σας την έκανα;
Ίσως θα ήθελα να με είχατε ρωτήσει αν η Ανθρωπιστική Ιατρική μπορεί πράγματι να διδαχθεί. Γιατί συχνά θεωρούμε ότι ο ανθρωπισμός του γιατρού είναι ζήτημα χαρακτήρα. Ότι κάποιος είτε είναι ευαίσθητος, είτε δεν είναι. Αυτό είναι εν μέρει αληθές, αλλά ανεπαρκές. Η ανθρωπιστική άσκηση της Ιατρικής δεν είναι απλώς φυσική καλοσύνη. Είναι γνώση, άσκηση, γλώσσα, κρίση, αυτογνωσία, εμπειρία και παιδεία.
Οι Ιατρικές Ανθρωπιστικές Επιστήμες έχουν εδώ ιδιαίτερη σημασία. Όχι επειδή θα μετατρέψουν μηχανικά τους φοιτητές σε «καλούς ανθρώπους», ούτε επειδή η λογοτεχνία, η φιλοσοφία ή η ιστορία μπορούν να υποκαταστήσουν τη βιοϊατρική γνώση. Η συμβολή τους είναι διαφορετική. Βοηθούν τον μελλοντικό γιατρό να καταλάβει ότι η αρρώστια δεν είναι μόνο βιολογικό συμβάν. Είναι και εμπειρία, αφήγηση, φόβος, απώλεια, κοινωνική θέση, οικογενειακή δοκιμασία, μερικές φορές και υπαρξιακή κρίση.
Αν η ιατρική εκπαίδευση περιοριστεί στην παραγωγή τεχνικά ικανών διαχειριστών της νόσου, τότε θα έχουμε γιατρούς που ξέρουν πολλά για τον οργανισμό αλλά λιγότερα για τον άνθρωπο που πάσχει. Αν, αντίθετα, η επιστημονική εκπαίδευση συνοδευθεί από κριτικό αναστοχασμό, επαφή με την κλινική πραγματικότητα, άσκηση στην επικοινωνία, κατανόηση της αβεβαιότητας και εξοικείωση με τις ανθρωπιστικές επιστήμες, τότε ο γιατρός μπορεί να αποκτήσει πιο ολοκληρωμένη αντίληψη της αποστολής του.
Βεβαίως, η εκπαίδευση δεν αρκεί αν το ίδιο το σύστημα υγείας παράγει βιασύνη, εξουθένωση, κατακερματισμό και απρόσωπη διαχείριση. Αλλά χωρίς εκπαίδευση δεν μπορεί να υπάρξει ουσιαστική αλλαγή. Η Ανθρωπιστική Ιατρική δεν είναι μάθημα ευγένειας. Είναι ένας τρόπος να ξανασκεφτούμε τι σημαίνει να είναι κανείς γιατρός μέσα σε μια Ιατρική που γίνεται ολοένα πιο ισχυρή, πιο τεχνολογική και πιο περίπλοκη.
Αν έπρεπε να συμπυκνώσω το βιβλίο σε μία φράση, θα έλεγα ότι η πρόοδος της Ιατρικής χρειάζεται αντίστοιχη πρόοδο στην κατανόηση του ανθρώπου. Διαφορετικά, μπορεί να διαθέτουμε όλο και περισσότερες θεραπείες, αλλά να δυσκολευόμαστε όλο και περισσότερο να προσφέρουμε πραγματική φροντίδα.
Ο Αναστάσιος Γερμενής είναι Ομότιμος Καθηγητής της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, Αντεπιστέλλον Μέλος της Ακαδημίας Αθηνών και Μέλος του Συμβουλίου Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Κεφαλονιά, σπούδασε Ιατρική και ειδικεύθηκε στην Παθολογία και την Ανοσολογία. Εκτός από τα επιστημονικά και ακαδημαϊκά του ενδιαφέροντα, ασχολείται με τη φιλοσοφία της επιστήμης και με την ποίηση, έχοντας εκδώσει σχετικά βιβλία και ποιητικές συλλογές. Το φωτογραφικό υλικό προέρχεται από έργα που χρησιμοποιήθηκαν στο βιβλίο.
*Πατερναλισμός: Ο ιατρικός πατερναλισμός αποτέλεσε για δεκαετίες το κυρίαρχο μοντέλο στη σχέση γιατρού και ασθενούς, με τον γιατρό να αποφασίζει για το καλό του ασθενούς χωρίς τη δική του ενεργό συμμετοχή. Σήμερα, η έμφαση δίνεται στην ενημερωμένη συναίνεση και στην κοινή λήψη αποφάσεων
Κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook
Ακολούθησε μας στο Twitter
Κάνε εγγραφή στο κανάλι μας στο Youtube
Γίνε μέλος στο κανάλι μας στο Viber
– Αναφέρεται ως πηγή το ertnews.gr στο σημείο όπου γίνεται η αναφορά.
– Στο τέλος του άρθρου ως Πηγή
– Σε ένα από τα δύο σημεία να υπάρχει ενεργός σύνδεσμος