Ανάμεσα στον Ευφράτη και τον δίδυμο ποταμό του, Τίγρη, στο εύφορο έδαφος της Μεσοποταμίας, οι άνθρωποι ανέπτυξαν μερικές από τις πρώτες μορφές πολιτισμού. Τα δύο ποτάμια έδωσαν ώθηση σε βαθιές καινοτομίες. Τα νερά από τις πλημμύρες τους παρήγαγαν πλούσιες γεωργικές εκτάσεις, στις οποίες αναδύθηκαν αρχαίες πόλεις, ανοίγοντας το δρόμο για την ανάπτυξη της γραφής, της κεντρικής εξουσίας και του δικαίου.
Αυτή η σημαντική πρόοδος για το ανθρώπινο είδος συνέβη πριν από κάτι λιγότερο από 6.000 χρόνια. Ο Ευφράτης, ο οποίος εκτείνεται σε μήκος 2.800 χλμ. – από τη σημερινή Τουρκίας μέχρι το Ιράκ -, δημιουργήθηκε περισσότερο από ένα εκατομμύριο χρόνια νωρίτερα. Ωστόσο, πολλές λεπτομέρειες σχετικά με τον σχηματισμό του παρέμεναν για καιρό μυστήριο για τους επιστήμονες.

Μια νέα έρευνα που δημοσιεύτηκε στο Nature Geoscience προσφέρει πολλά νέα στοιχεία για την προέλευσή του. Τα γεωλογικά δεδομένα δείχνουν ότι ένα ζεύγος ποταμών που έρεαν από την Τουρκία προς την τότε άνυδρη λεκάνη της Μεσογείου συνέκλιναν και τελικά σχημάτισαν τον Ευφράτη πριν από περίπου 3,6 εκατομμύρια έως 1,6 εκατομμύρια χρόνια, θέτοντας τις βάσεις για σχηματισμό της περιοχής που είναι γνωστή ως «Εύφορη Ημισέληνος»: η περιοχή σε σχήμα μισοφέγγαρου στη Μέση Ανατολή από τα παράλια της ανατολικής Μεσογείου και την κοιλάδα του Νείλου έως τη Μεσοποταμία και τον Περσικό Κόλπο, που θεωρείται το λίκνο του ανθρώπινου πολιτισμού.
Το ερευνητικό έργο ξεκίνησε το 2014, όταν ο Άντριου Μάντοφ, γεωλόγος της Chevron, εξέταζε δεδομένα σχετικά με θαλάσσιες τοποθεσίες στα ανοικτά των ακτών του Λιβάνου, ενώ έψαχνε για κοιτάσματα φυσικού αερίου. Χρησιμοποιώντας δεδομένα από σεισμικές απεικονίσεις δημιούργησε μια εικόνα υπόγειων υλικών παρόμοια με έναν υπέρηχο.
Σε αυτή τη διαδικασία, ο Μάντοφ παρατήρησε κάτι ασυνήθιστο. Οι επιστήμονες γνώριζαν ήδη για τις τεράστιες υποθαλάσσιες αποθέσεις αλατιού στην περιοχή – πάχους έως και τεσσάρων χλμ. σε ορισμένα σγμεία – που είχαν σχηματιστεί πριν από περισσότερα από πέντε εκατομμύρια χρόνια, κατά τη διάρκεια μιας περιόδου γνωστής ως Μεσσηνιακή Κρίση Αλατότητας, κατά την οποία η Μεσόγειος Θάλασσα στέγνωσε σχεδόν εντελώς. Ο Μάντοφ συνειδητοποίησε ότι τα ιζήματα πάνω από το αλάτι έμοιαζαν με αποθέσεις ποταμών και άρχισε να αναρωτιέται τι ήταν αυτές οι υδάτινες οδοί και από πού προέρχονταν.

Αφού εξέτασε τα σεισμικά δεδομένα, ο Μάντοφ και οι συν-συγγραφείς της έρευνας εξέτασαν γεωλογικούς χερσαίους χάρτες της περιοχής, οι οποίοι έδειξαν ότι εκεί υπήρχαν δύο ποτάμια – ένας βόρειος κλάδος γνωστός ως Παλαιο-Καράσου, και ένας νότιος που ονομάζεται Παλαιο-Μουράτ – τα οποία είχαν την εκβολή τους στη λεκάνη της Μεσογείου. Και οι δύο υδάτινες οδοί έχουν πάρει το όνομά τους από τους παραποτάμους του σύγχρονου Ευφράτη.
Η ομάδα χρησιμοποίησε επίσης ηλεκτρονική μοντελοποίηση για να εκτιμήσει το μέγεθος των δύο ποταμών, οι οποίοι, σύμφωνα με τον Μάντοφ, ήταν τεράστιοι σε σύγκριση με τις σύγχρονες υδάτινες οδούς της περιοχής. Υπολογίζοντας τη ροή και την παραγωγή ιζημάτων, ο Παλαιο-Καράσου ήταν μεγαλύτερος από τον σημερινό ποταμό Νείλο, ενώ ο Παλαιο-Μουράτ ήταν μεγαλύτερος από τους σύγχρονους Τίγρη και Ευφράτη μαζί. Τα ποτάμια έρεαν στην περιοχή της αποξηραμένης Μεσογείου μόνο για «περίπου 120.000 χρόνια», που γεωλογικά είναι ένα πολύ σύντομο χρονικό διάστημα.
Τα δεδομένα της ομάδας υποδηλώνουν ότι τεκτονικά γεγονότα – όπως ένας σεισμός ή ο σχηματισμός μιας οροσειράς – τελικά ώθησαν τα νερά νοτιοανατολικά και μακριά από τη Μεσόγειο, όπου συγχωνεύθηκαν σε ένα ποτάμι πριν τελικά εκβάλλουν στον Περσικό Κόλπο.
Η εργασία παρέχει επίσης κρίσιμες νέες γνώσεις για την Μεσσηνιακή Κρίση Αλατότητας της Μεσσηνίας, λέει ο Άντζελο Καμερλένγκι, ερευνητής στο Εθνικό Ινστιτούτο Ωκεανογραφίας και Εφαρμοσμένης Γεωφυσικής (OGS) της Ιταλίας. Ενώ οι περισσότεροι επιστήμονες συμφωνούν ότι η Μεσόγειος Θάλασσα στέρεψε εντελώς κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, υπάρχει εντούτοις μια έντονη συζήτηση σχετικά με το πόσο έπεσε η στάθμη της θάλασσας και πώς το γλυκό νερό τελικά γέμισε τη Λεκάνη της Μεσογείου. Η έρευνα του Μάντοφ προσφέρει εδώ μια νέα προοπτική.
Επειδή η έρευνα του Μάντοφ βασίστηκε σε μοντελοποίηση μέσω υπολογιστικών προγραμμάτων και σεισμική ανάλυση εξ αποστάσεως, «αντί για άμεσα στοιχεία πεδίου», ο Καμερλένγκι παραδέχεται ότι εξακολουθεί να υπάρχει κάποιο επίπεδο αβεβαιότητας σχετικά με την πορεία αυτών των αρχαίων ποταμών. Η ανάλυση δειγμάτων πεδίου θα επιβεβαίωνε περαιτέρω τα αποτελέσματα, λέει, και θα μπορούσε να διασφαλίσει ότι οι εκτιμήσεις του για τις διαδρομές των ποταμών είναι ακριβείς.
«Όταν κοιτάμε το σύγχρονο τοπίο ή τα ποτάμια, πρέπει να σκεφτόμαστε ότι είναι εφήμερα», λέει ο Μάντοφ. Ωστόσο, ακόμη και μικρά γεγονότα στο πλαίσιο της πλανητικής ανάπτυξης, όπως ένας σεισμός ή ένας σχηματισμός βουνών, μπορούν να έχουν αρκετά μεγάλο αντίκτυπο ώστε να διαμορφώσουν ενδεχομένως την ανάπτυξη μεγάλων πολιτισμών.

Στην περίπτωση των ποταμών Παλαιο-Καράσου και Παλαιο-Μουράτ, «αν τα ποτάμια δεν είχαν αλλάξει κατεύθυνση και δεν είχαν συγχωνευθεί, μπορεί να μην υπήρχε ποτέ μια Εύφορη Ημισέληνος», συνεχίζει. Η ροή του Ευφράτη πιθανότατα επηρέασε τα πρότυπα ανθρώπινης μετανάστευσης για χιλιετίες, στην Εριντού, την Ουρ και αλλού, μερικές από τις πρώτες πόλεις του ανθρώπινου πολιτισμού, οι οποίες και εγκαταλείφθηκαν μετά την αλλαγή πορείας του Ευφράτη.
Μπορεί να πρόκειται για μια σειρά από περίπλοκα χορογραφημένες γεωλογικές διεργασίες που τελικά επέτρεψαν στην σύγχρονη κοινωνία να υπάρξει. Αυτή η μελέτη μας βοηθά να «κατανοήσουμε το υλικό και το περιβαλλοντικό πλαίσιο που οδήγησαν στις πιο σημαντικές καινοτομίες στον ανθρώπινο πολιτισμό», λέει ο Φαϊζάλ Χουσεΐν, ιστορικός στο Πανεπιστήμιο Πεν Στέιτ. «Όλες οι πτυχές αυτού που ονομάζουμε σύγχρονο πολιτισμό γεννήθηκαν σε εκείνο το μέρος», υπογραμμίζει.
Πηγή: Nature Geoscience
Κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook
Ακολούθησε μας στο Twitter
Κάνε εγγραφή στο κανάλι μας στο Youtube
Γίνε μέλος στο κανάλι μας στο Viber
– Αναφέρεται ως πηγή το ertnews.gr στο σημείο όπου γίνεται η αναφορά.
– Στο τέλος του άρθρου ως Πηγή
– Σε ένα από τα δύο σημεία να υπάρχει ενεργός σύνδεσμος