Τα μωρά που εκτέθηκαν σε υψηλά επίπεδα ατμοσφαιρικής ρύπανσης κατά τη διάρκεια της κύησης παρουσιάζουν πιο αργή γλωσσική και κινητική ανάπτυξη κατά τους πρώτους 18 μήνες σε σύγκριση με εκείνα που εκτέθηκαν σε χαμηλότερα επίπεδα. Αυτό διαπιστώνει μελέτη του King’s College London στην ευρύτερη περιοχή του Λονδίνου.
Η εισπνοή ατμοσφαιρικών ρύπων αποτελεί τον δεύτερο μεγαλύτερο παράγοντα κινδύνου θανάτου για τα παιδιά κάτω των πέντε ετών παγκοσμίως, μετά τον υποσιτισμό, σύμφωνα με την έκθεση «State of Global Air Report».
Στη μελέτη παρακολουθήθηκαν 498 βρέφη από την ευρύτερη περιοχή του Λονδίνου, που γεννήθηκαν κατά την περίοδο 2015-2020. Τα 125 από αυτά γεννήθηκαν πρόωρα. Η ερευνητική ομάδα του King’s College συνεργάστηκε με την Περιβαλλοντική Ερευνητική Ομάδα του Imperial College London για να μετρήσει τη ρύπανση.
Το εργαλείο που χρησιμοποιήθηκε «London Air Pollution Toolkit» μοντελοποιεί τα επίπεδα ρύπανσης με βάση τον όγκο της κυκλοφορίας και τις μέσες ταχύτητες κίνησης. Αυτό επέτρεψε στους ερευνητές να υπολογίσουν το επίπεδο ρύπανσης στο οποίο εκτέθηκαν οι μητέρες κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, με βάση τον ταχυδρομικό κώδικα της κατοικίας τους. Μεταξύ των ρύπων που αναλύθηκαν περιλαμβάνονται τα αιωρούμενα σωματίδια και το διοξείδιο του αζώτου, τα οποία εκπέμπονται κατά την κυκλοφορία των αυτοκινήτων.
Οι ερευνητές εντόπισαν ότι τα επίπεδα ατμοσφαιρικής ρύπανσης ήταν μέσα στα όρια που είχαν τεθεί από την κυβέρνηση στη νομοθεσία του 2010, ωστόσο ήταν υψηλότερα από τα επίπεδα ασφαλείας που έχει ορίσει ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας το 2021.
Στα μωρά που παρακολουθήθηκαν διαπιστώθηκαν διαφορές στο μέγεθος της εγκεφαλικής δομής, οι οποίες αποδίδονται στην έκθεση σε ρύπανση κατά τη διάρκεια της κύησης. Επίσης, οι ερευνητές εντόπισαν ότι η έκθεση στη ρύπανση κατά το πρώτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης, που προήλθε από πηγές όπως η κυκλοφοριακή συμφόρηση, συνδέθηκε με χειρότερες γλωσσικές δεξιότητες στους 18 μήνες ζωής των μωρών. Αντίθετα, δεν εντοπίστηκε συσχετισμός με την έκθεση στη ρύπανση κατά το δεύτερο και τρίτο τρίμηνο της κύησης. Η ρύπανση είχε ακόμα μεγαλύτερη επίδραση στα πρόωρα μωρά, τα οποία είχαν χειρότερες γλωσσικές και κινητικές δεξιότητες.
Η επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης, Αλεξάνδρα Μπονθρόουν, από τη Σχολή Βιομηχανικής Μηχανικής και Επιστημών Απεικόνισης στο King’s College επισημαίνει ότι «είναι πολύ νωρίς για να πούμε αν αυτά τα μωρά θα καλύψουν τη διαφορά σε σχέση με τους συνομηλίκους τους- ο μόνος τρόπος να το διαπιστώσουμε είναι να τα μελετήσουμε αργότερα στην παιδική ηλικία».
Ο καθηγητής Φρανκ Κέλι από την Ομάδα Περιβαλλοντικής Έρευνας του Imperial College του Λονδίνου υπογραμμίζει ότι «αυτή η μελέτη δείχνει ότι ακόμη και εντός των επιπέδων ατμοσφαιρικής ρύπανσης που σήμερα ονομάζουμε “νόμιμα”, παρατηρούμε μετρήσιμες επιπτώσεις στον αναπτυσσόμενο εγκέφαλο. Αυτό θα πρέπει να αλλάξει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την “αποδεκτή” ποιότητα του αέρα για τις εγκύους και τα μικρά παιδιά. Η βελτίωση της ποιότητας του αέρα δεν σχετίζεται απλώς με καθαρότερο ουρανό, αφορά στο να προσφέρουμε σε κάθε παιδί το καλύτερο δυνατό ξεκίνημα στη ζωή».
Η έρευνα δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Journal of Physiology».
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ
Κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook
Ακολούθησε μας στο Twitter
Κάνε εγγραφή στο κανάλι μας στο Youtube
Γίνε μέλος στο κανάλι μας στο Viber
– Αναφέρεται ως πηγή το ertnews.gr στο σημείο όπου γίνεται η αναφορά.
– Στο τέλος του άρθρου ως Πηγή
– Σε ένα από τα δύο σημεία να υπάρχει ενεργός σύνδεσμος