Μικρή κλινική μελέτη σε 80 ανθρώπους με χρόνια αϋπνία έδειξε σημαντική βελτίωση στην ποιότητα του ύπνου μετά τη λήψη καψουλών με μικροοργανισμούς από το έντερο υγιών δοτών. Οι ερευνητές προειδοποιούν, ωστόσο, ότι πρόκειται ακόμη για πειραματική προσέγγιση και όχι για καθιερωμένη θεραπεία.
Μια μικρή αλλά ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα μελέτη ανοίγει έναν νέο δρόμο στην έρευνα για τη χρόνια αϋπνία, καθώς δείχνει ότι η μεταμόσχευση μικροβιώματος του εντέρου, γνωστή ως FMT, μπορεί να βελτιώσει σημαντικά τον ύπνο.
Η συγκεκριμένη μέθοδος αφορά στη χορήγηση καψουλών που περιέχουν βακτήρια του εντέρου από υγιείς δότες. Στόχος είναι να αλλάξει η σύνθεση του μικροβιώματος του ανθρώπου που λαμβάνει τη θεραπεία.
Στη νέα μελέτη, άνθρωποι με χρόνια αϋπνία που έλαβαν τις κάψουλες παρουσίασαν μεγαλύτερη ποικιλία βακτηρίων στο έντερό τους και θεαματική βελτίωση σε αντικειμενικούς δείκτες ύπνου.
Τα αποτελέσματα δημοσιεύθηκαν στις 22 Ιουλίου στο Journal of Internal Medicine.
Από 79% σε 93% η «αποδοτικότητα» του ύπνου
Η μελέτη πραγματοποιήθηκε σε 80 άνδρες και γυναίκες με χρόνια αϋπνία, οι οποίοι νοσηλεύονταν σε επτά νοσοκομεία στην Κίνα.
Οι συμμετέχοντες δεν είχαν άλλα προβλήματα υγείας, όπως ημικρανίες ή αποφρακτική υπνική άπνοια, που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τα αποτελέσματα.
Οι μισοί συμμετέχοντες αποτέλεσαν την ομάδα θεραπείας. Αρχικά έλαβαν αντιβιοτικά για δύο ημέρες, ώστε να περιοριστεί μέρος των υφιστάμενων βακτηρίων του εντέρου. Στη συνέχεια πήραν 60 κάψουλες FMT, οι οποίες περιείχαν μικροοργανισμούς που είχαν απομονωθεί από δείγματα μικροβιώματος κοπράνων υγιών δοτών με καλό ύπνο.
Δύο εβδομάδες αργότερα έλαβαν ακόμη μία δόση, αποτελούμενη από 20 κάψουλες.
Η άλλη ομάδα έλαβε εικονικό φάρμακο αντί για αντιβιοτικά και κάψουλες FMT.
Οι ερευνητές αξιολόγησαν τον ύπνο των συμμετεχόντων με πολυυπνογραφία, μια εξέταση που καταγράφει μεταξύ άλλων τα εγκεφαλικά κύματα, τις κινήσεις των ματιών, τον καρδιακό ρυθμό, τα επίπεδα οξυγόνου και την αναπνοή.
Τα αποτελέσματα ήταν εντυπωσιακά.
Η αποδοτικότητα του ύπνου – δηλαδή το ποσοστό του χρόνου που κάποιος πραγματικά κοιμάται ενώ βρίσκεται στο κρεβάτι – αυξήθηκε στην ομάδα της FMT από 79% πριν από τη θεραπεία σε 93% έναν μήνα αργότερα.
Στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου, αντίθετα, η μεταβολή ήταν ελάχιστη: από περίπου 85% σε 87%.
Από 79 λεπτά ξύπνιοι μέσα στη νύχτα σε μόλις 17
Ακόμη πιο εντυπωσιακά ήταν τα στοιχεία για τον χρόνο που οι συμμετέχοντες παρέμεναν ξύπνιοι αφού είχαν ήδη αποκοιμηθεί.
Στην ομάδα που έλαβε FMT, ο χρόνος αυτός μειώθηκε από 79 λεπτά σε μόλις 17 λεπτά.
Στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου συνέβη το αντίθετο: ο χρόνος αυξήθηκε από 37 σε 42 λεπτά.
Οι συμμετέχοντες που έλαβαν τη μεταμόσχευση μικροβιώματος ανέφεραν επίσης καλύτερο ύπνο στα ερωτηματολόγια που συμπλήρωσαν, με τη βελτίωση να διατηρείται από τον δεύτερο έως και τον έκτο μήνα μετά τη θεραπεία.
Για τη Χάριετ Σέλεκενς, νευροεπιστήμονα και ερευνήτρια του μικροβιώματος στο University College Cork της Ιρλανδίας, το γεγονός ότι η βελτίωση καταγράφηκε τόσο στις αντικειμενικές μετρήσεις όσο και στην υποκειμενική αντίληψη των ασθενών είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντικό.
Τι σχέση έχει το έντερο με τον ύπνο;
Η μελέτη έρχεται να ενισχύσει μια ολοένα μεγαλύτερη επιστημονική βιβλιογραφία σχετικά με τον άξονα εντέρου-εγκεφάλου.
Τα βακτήρια που ζουν στο έντερό μας δεν είναι απλώς παθητικοί «κάτοικοι». Παράγουν μια σειρά από χημικές ουσίες που μπορούν να επηρεάσουν τον οργανισμό και, μέσω της κυκλοφορίας του αίματος και άλλων μηχανισμών, να επηρεάσουν τη λειτουργία του εγκεφάλου.
Οι ουσίες αυτές μπορεί να επηρεάζουν τη φλεγμονή, την αντίδραση του οργανισμού στο στρες και τους μηχανισμούς που ρυθμίζουν τον κύκλο ύπνου-εγρήγορσης.
Όταν αλλάζει η σύνθεση του μικροβιώματος, μπορούν να αλλάξουν και οι ουσίες που παράγουν τα βακτήρια, αλλά και η λειτουργία του εντερικού φραγμού. Οι αλλαγές αυτές μπορεί στη συνέχεια να επηρεάσουν τον εγκέφαλο και τον ύπνο.
«Το μικροβίωμα του εντέρου μπορεί να διαδραματίζει ρόλο στη ρύθμιση του κύκλου ύπνου-εγρήγορσης», σχολίασε ο Ντέιβιντ Γκοζάλ, ειδικός στην παιδιατρική ιατρική του ύπνου στο Πανεπιστήμιο Marshall, ο οποίος δεν συμμετείχε στη μελέτη.
Υπάρχει, όμως, και η αντίστροφη σχέση.
Η κακή ποιότητα ύπνου μπορεί επίσης να αλλάξει το μικροβίωμα.
Και εδώ βρίσκεται ένα από τα σημαντικότερα ερωτήματα που προσπαθούν να απαντήσουν οι επιστήμονες: «Τι ήρθε πρώτο;»
Ήταν ένα διαταραγμένο μικροβίωμα που συνέβαλε στην αϋπνία ή ήταν η χρόνια αϋπνία που άλλαξε το μικροβίωμα και επιδείνωσε τα συμπτώματα;
Οι κάψουλες άλλαξαν πραγματικά το μικροβίωμα
Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η σύνθεση των βακτηρίων στο έντερο των συμμετεχόντων που έλαβαν FMT είχε αλλάξει σημαντικά μέχρι το τέλος της μελέτης.
Ορισμένα βακτήρια αυξήθηκαν, ενώ άλλα μειώθηκαν, γεγονός που δείχνει ότι η παρέμβαση πράγματι αναδιαμόρφωσε το μικροβίωμα.
Στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου, αντίθετα, η σύνθεση του μικροβιώματος παρέμεινε ουσιαστικά αμετάβλητη.
Ωστόσο, δεν ανταποκρίθηκαν όλοι οι συμμετέχοντες με τον ίδιο τρόπο.
Και ένα ενδιαφέρον εύρημα ήταν ότι όσοι ανταποκρίθηκαν διαφορετικά στη θεραπεία διέφεραν κυρίως ως προς τη σύνθεση του μικροβιώματός τους πριν από τη μεταμόσχευση, και όχι μετά.
Αυτό αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο το αρχικό μικροβίωμα κάθε ανθρώπου να καθορίζει, σε κάποιο βαθμό, το πόσο αποτελεσματική μπορεί να είναι μια τέτοια θεραπεία.
Πόσο ασφαλής είναι η μέθοδος
Τα πρώτα στοιχεία της συγκεκριμένης μελέτης είναι καθησυχαστικά.
Στην ομάδα των 40 ανθρώπων που έλαβαν FMT, μόνο τρεις εμφάνισαν ανεπιθύμητες ενέργειες, οι οποίες ήταν ήπιες, όπως ναυτία και παροδικός πυρετός.
Αυτό, όμως, δεν αρκεί για να θεωρηθεί η μέθοδος αποδεδειγμένα ασφαλής για ευρεία χρήση.
Οι ειδικοί επισημαίνουν αρκετούς περιορισμούς.
Πρώτον, η μελέτη ήταν πολύ μικρή, με μόλις 80 συμμετέχοντες.
Δεύτερον, αφορούσε σχετικά υγιείς ενήλικες στην Κίνα και επομένως δεν είναι βέβαιο ότι τα αποτελέσματα μπορούν να γενικευθούν σε όλους τους ανθρώπους με αϋπνία.
Τρίτον, οι ερευνητές δεν μπορούν να γνωρίζουν με βεβαιότητα πόσο από το όφελος οφειλόταν στα βακτήρια των δοτών και πόσο στα αντιβιοτικά που χορηγήθηκαν πριν από τη μεταμόσχευση.
Η Χάριετ Σέλεκενς και ο Κέντζι Χασιμότο, ερευνητής ψυχικής υγείας στο Πανεπιστήμιο Chiba, τόνισαν ακριβώς αυτή την αβεβαιότητα.
Δεν είναι ακόμη θεραπεία για την αϋπνία
Οι ειδικοί που σχολίασαν τα αποτελέσματα συμφωνούν ότι τα ευρήματα είναι ενδιαφέροντα, αλλά δεν πρέπει να οδηγήσουν σε πρόωρα συμπεράσματα.
Ο Χασιμότο χαρακτήρισε τα αποτελέσματα «ενθαρρυντικά στοιχεία απόδειξης της συγκεκριμένης ιδέας», αλλά όχι επιβεβαίωση ότι η FMT είναι έτοιμη να χρησιμοποιηθεί ως συστηματική θεραπεία για την αϋπνία.
Ακόμη πιο ξεκάθαρη είναι η θέση της Σέλεκενς:
«Η FMT παραμένει μια πειραματική προσέγγιση για την αϋπνία και δεν είναι κάτι που θα πρέπει να χρησιμοποιείται εκτός αυστηρά ελεγχόμενων κλινικών μελετών».
Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό, καθώς η μεταμόσχευση μικροβιώματος δεν είναι μια απλή ή ακίνδυνη διατροφική παρέμβαση. Η χορήγηση μικροοργανισμών από άλλο άνθρωπο απαιτεί αυστηρό έλεγχο των δοτών και των δειγμάτων, ώστε να περιορίζεται ο κίνδυνος μετάδοσης λοιμώξεων ή άλλων ανεπιθύμητων παραγόντων.
Το μικροβίωμα του στόματος και της μύτης μπορεί επίσης να παίζει ρόλο
Ένα ακόμη ενδιαφέρον στοιχείο της έρευνας είναι ότι οι επιστήμονες δεν θεωρούν πλέον το έντερο το μοναδικό μικροβιακό σύστημα που μπορεί να επηρεάζει τον ύπνο.
Ο Χασιμότο επισημαίνει ότι οι μικροβιακές κοινότητες στο στόμα και στη ρινική κοιλότητα μπορεί επίσης να επηρεάζουν τη ρύθμιση του ύπνου, μέσω ανοσολογικών, μεταβολικών και νευρικών μηχανισμών.
Με άλλα λόγια, η σχέση μικροβιώματος και εγκεφάλου φαίνεται να είναι πολύ πιο σύνθετη από μια απλή σύνδεση «έντερο – ύπνος».
Το επόμενο βήμα: να βρεθεί τι ακριβώς κάνει τη διαφορά
Ένα από τα βασικά ερωτήματα που παραμένουν αναπάντητα είναι ποια ακριβώς βακτήρια ή ποιες ουσίες που παράγουν τα βακτήρια ευθύνονται για τη βελτίωση του ύπνου.
Ο Γκοζάλ θα ήθελε οι ερευνητές να είχαν μετρήσει τις χημικές ουσίες που παράγονται από τα βακτήρια πριν από τη θεραπεία και να είχαν εξετάσει πώς μεταβλήθηκαν μετά τη FMT.
Αν αυτό επιτευχθεί, οι επιστήμονες μπορεί στο μέλλον να μην χρειάζεται να μεταφέρουν ολόκληρη την κοινότητα μικροοργανισμών από έναν δότη.
Θα μπορούσαν ενδεχομένως να εντοπίσουν συγκεκριμένα βακτήρια ή μεταβολίτες που επηρεάζουν τον ύπνο και να αναπτύξουν στοχευμένες θεραπείες.
Αυτό θα ήταν ένα πολύ σημαντικό βήμα από τις σημερινές μεταμοσχεύσεις μικροβιώματος προς μια πιο ελεγχόμενη και εξατομικευμένη θεραπεία.
Από τα υπνωτικά και τη γνωσιακή θεραπεία… στο μικροβίωμα;
Σήμερα, οι βασικές θεραπευτικές επιλογές για τη χρόνια αϋπνία περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων τη γνωσιακή συμπεριφορική θεραπεία για την αϋπνία (CBT-I) και, σε ορισμένες περιπτώσεις, φαρμακευτική αγωγή.
Η νέα έρευνα δεν έρχεται να αντικαταστήσει αυτές τις θεραπείες.
Ανοίγει, όμως, έναν διαφορετικό δρόμο: την πιθανότητα στο μέλλον η αντιμετώπιση της αϋπνίας να μην επικεντρώνεται μόνο στον εγκέφαλο, αλλά και στο μικροβιακό οικοσύστημα του εντέρου.
Το επόμενο διάστημα θα χρειαστούν μεγαλύτερες και μακροχρόνιες μελέτες, με περισσότερους συμμετέχοντες και καλύτερο σχεδιασμό, ώστε να φανεί αν τα εντυπωσιακά αυτά αποτελέσματα μπορούν να επαναληφθούν.
Κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook
Ακολούθησε μας στο Twitter
Κάνε εγγραφή στο κανάλι μας στο Youtube
Γίνε μέλος στο κανάλι μας στο Viber
– Αναφέρεται ως πηγή το ertnews.gr στο σημείο όπου γίνεται η αναφορά.
– Στο τέλος του άρθρου ως Πηγή
– Σε ένα από τα δύο σημεία να υπάρχει ενεργός σύνδεσμος