«Αν με ρωτούσατε την άποψή μου, το πρώτο άρθρο το οποίο θα άλλαζα θα ήταν το άρθρο περί αναθεώρησης του Συντάγματος» επισήμανε ο καθηγητής Δημοσίου Δικαίου του Πανεπιστημίου Αθηνών με έμφαση στο Συνταγματικό Δίκαιο Σπύρος Βλαχόπουλος, σε συνέντευξή του στο ΕΡΤnews Radio 105,8 και την εκπομπή «Ναι μεν Αλλά» με την Ευαγγελία Μπαλτατζή και τον Δημήτρη Τάκη.
Ο κ. Βλαχόπουλος έκανε λόγο για τα μειονεκτήματα που έχει το άρθρο 110 του Συντάγματος για την αναθεώρηση του Συντάγματος.
«Απαιτούνται, για να γίνει αναθεώρηση του Συντάγματος στην πρώτη, την προτείνουσα Βουλή και στη δεύτερη την αναθεωρητική 151 και 180 ψήφοι με οποιοδήποτε συνδυασμό, 151 στην πρώτη και 180 στη δεύτερη, 180 στην πρώτη και 151 στη δεύτερη. Τι γίνεται τώρα; Αν στην πρώτη Βουλή την προτείνουσα, έχεις 180 ψήφους, τότε, η επόμενη πλειοψηφία στην δεύτερη Βουλή με 151 ψήφους μπορεί να προσδώσει όποιο περιεχόμενο θέλει στη διάταξη τη συνταγματική. Άρα, είναι λογικό να σκέφτονται τα κόμματα της αντιπολίτευσης ότι δεν θα το κάνουμε αυτό το πράγμα γιατί αν συμφωνήσουμε τώρα με 180 και στην επόμενη Βουλή, η Νέα Δημοκρατία έχει 151 έδρες, τότε μπορεί να προσδώσει όποιο περιεχόμενο. Γι’ αυτό λέω ότι θα πρέπει να αλλάξει αυτή η διαδικασία αναθεώρησης Συντάγματος. (…)
Γι’ αυτό λέω ότι θα πρέπει να αλλάξει, κατά την άποψή μου, αυτό το σύστημα των δύο Βουλών, το οποίο είναι και πρωτότυπο σύστημα νομίζω, δεν θυμάμαι αν υπάρχει σε άλλη χώρα, να καταργηθεί και να πάμε σε αυξημένη πλειοψηφία, αλλά σε μία Βουλή σε δύο συνόδους. Έτσι, τα κόμματα αντί να συζητάνε επί της ουσίας των προτάσεων αναθεώρησης του Συντάγματος, σκέφτονται με υπολογισμούς τι θα κάνουν στην επόμενη Βουλή και τι θέση θα έχουν και αν θα είναι πρώτο κόμμα, θα είναι δεύτερο. Αυτό νομίζω ότι είναι προβληματικό» ανέφερε χαρακτηριστικά.
Ως προς τη διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης, εξήγησε ότι διεξάγεται από τη Βουλή και εντός της Βουλής. Άρα λοιπόν θα υποβληθεί η πρόταση μετά με βάση αυτά τα οποία είπε και ο πρωθυπουργός, προφανώς από τους βουλευτές του κυβερνώντος κόμματος.
Σχετικά με το κατά πόσο είναι αναγκαία η αναθεώρηση, τόνισε τα εξής:
«Ένα Σύνταγμα έχει τη δυνατότητα να προσαρμόζεται στις εξελίξεις και γι’ αυτό μιλάμε πολλές φορές για ένα ζωντανό Σύνταγμα. Και γι’ αυτό πολλές φορές το Σύνταγμα χρησιμοποιεί γενικόλογες εκφράσεις προκειμένου να προσαρμόζεται στην πραγματικότητα. Τούτο όμως δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να αναθεωρείται το Σύνταγμα, γιατί πραγματικά κάποιες διατάξεις μπορούν να καθίστανται ανεργές στο πέρασμα χρόνου. (…)
Προφανώς τώρα υπάρχουν κάποιες διατάξεις όμως, οι οποίες δεν μπορούν να σταθούν στο σημερινό Σύνταγμα. Να πω κάτι το οποίο σας αφορά και ως δημοσιογράφος αλλά και όλο τον κόσμο. Το άρθρο 14 του Συντάγματος μιλάει για την κατάσχεση εντύπων. Σοβαρά τώρα, στην εποχή του διαδικτύου μπορούμε να μιλάμε για κατάσχεση εντύπων; Αυτές οι διατάξεις όταν κάνω μάθημα με Γερμανούς φοιτητές στο πλαίσιο του προγράμματος Εράσμους, πραγματικά γουρλώνουν τα μάτια τους όταν διαβάζουν αυτές τις διατάξεις του ελληνικού Συντάγματος.
Άρα, η απάντησή μου στο ερώτημα είναι ναι μεν το Σύνταγμα έχει την ικανότητα να ανανεώνεται, από την άλλη όμως θα πρέπει να φρεσκάρεται προκειμένου να μην έχει διατάξεις τις οποίες δεν πρέπει να έχει ή να μην έχει διατάξεις τις οποίες θα πρέπει να έχει».
Σε ό,τι αφορά την «έκταση» των αλλαγών, στα 70 από τα 120 άρθρα, σχολίασε «είμαι επιφυλακτικός να δω. Νομίζω ότι 70 από τα 120 άρθρα και μένα μου ακούγονται πάρα πολλά, αλλά θα πρέπει να το δούμε προκειμένου να έχουμε συγκεκριμένες προτάσεις και να δούμε τι ακριβώς εννοεί. Όμως θα πρέπει να δούμε κάποια ζητήματα και νομίζω ότι θα πρέπει να γίνει μια αναθεώρηση, η οποία κατά την άποψή μου δεν πρέπει να έχει τόσο το χαρακτηριστικό της εκτεταμένης αναθεώρησης όσο της ριζικής, ριζικής, της ουσιώδους αναθεώρησης».
«Ένα παράδειγμα, το οποίο έχει να κάνει με την πρόσφατη επικαιρότητα σε σχέση με την καλή νομοθέτηση και τις άσχετες διατάξεις με το κύριο αντικείμενο του νομοσχεδίου. Υπάρχει διάταξη του Συντάγματος το άρθρο 74, παράγραφος 5, η οποία προβλέπει ότι απαγορεύονται άσχετες διατάξεις με το κύριο αντικείμενο του νομοσχεδίου. Υπάρχει ο αντίλογος, αυτό δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην πράξη κτλ. Ή την κρατάς σε αυτή τη διάταξη και τη σέβεσαι και εκεί θα πρέπει να βρεις μηχανισμούς ελέγχου. Θα πρέπει να βάλεις στο Σύνταγμα ότι τα δικαστήρια δεν εφαρμόζουν διατάξεις που είναι άσχετες με το κύριο αντικείμενο του νομοσχεδίου ή θα πρέπει να την απαλείψεις. Το χειρότερο που μπορεί να συμβεί για ένα Σύνταγμα, να έχει μέσα μία διάταξη η οποία δεν θα εφαρμόζεται» συμπλήρωσε.
«Επίσης να ξαναδούμε το θέμα του Προέδρου της Δημοκρατίας και επιτρέψτε μου να πω, όχι μόνο σε σχέση με τη θητεία, εγώ θα έλεγα να το συζητήσουμε το θέμα της θητείας.
Πρώτα απ’ όλα να διευκρινίσω ότι ήταν θετική η αναθεώρηση του 2019, η οποία απεξάρτησε την εκλογής του Προέδρου Δημοκρατίας από πρόωρες εκλογές. Αυτό νομίζω ότι αποτελεί ένα κεκτημένο το οποίο δεν θα πρέπει να αμφισβητήσουμε. Από κει και πέρα όμως, με απόλυτη πλειοψηφία δηλαδή του κυβερνώντος κόμματος, η εκλογή ενός Προέδρου Δημοκρατίας, που είναι θεσμικά το σύμβολο της ενότητας του λαού, μπορεί να είναι προβληματικό. Γι’ αυτό θα έπρεπε να συζητήσουμε και παραδείγματος χάριν, να δούμε μήπως επανειλημμένες εκλογές για ένα χρονικό διάστημα με παράταση της θητείας του, υπηρετούντος Προέδρου της Δημοκρατίας και το οποίο να το συζητήσουμε, εάν αυτό δεν καταστεί εφικτό, ύστερα από κάποιες ψηφοφορίες ή από ένα χρονικό διάστημα, πάμε σε εκλογή του Προέδρου Δημοκρατίας από τον λαό. Όχι πρόωρες εκλογές. Άμεση εκλογή του Προέδρου Δημοκρατίας» συνέχισε ο κ. Βλαχόπουλος.
Για άρση μονιμότητας στους δημοσίους υπαλλήλους
«Για την άρση της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων, εγώ προσωπικά δε συμφωνώ με αυτό. Πρώτα από όλα, η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων κατοχυρώθηκε στο Σύνταγμα του 1911 και είναι μία από τις εμβληματικές μεταρρυθμίσεις στο εκσυγχρονιστικό Σύνταγμα του 1911 του Ελευθερίου Βενιζέλου. Όλοι γνωρίζουμε εδώ την κατάσταση και ξέρουμε ότι υπάρχουν διάφορα θέματα. Πρώτα απ’ όλα να πω ότι η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να απολυθεί ένας υπάλληλος και γιατί μπορεί να καταργηθεί η οργανική του θέση, όπως συνέβη την εποχή των μνημονίων, αλλά και γιατί προβλέπεται συγκεκριμένη διαδικασία. Πάσχει νομοθετικά αυτή η διαδικασία; Εγώ θα σας πω ότι πάσχει. Γίνονται σοβαρές προσπάθειες για να εξορθολογιστεί; Η τελευταία τροποποίηση που έγινε νομοθετικά και είναι πολύ σημαντική, λέει ότι τα πειθαρχικά συμβούλια των δημοσίων υπαλλήλων δεν αποτελούνται πλέον από δημοσίους υπαλλήλους, αλλά από μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Υπάρχουν τρόποι σε επίπεδο νομοθετικό, αν θέλουμε να διορθώσουμε την κατάσταση, μην πάμε στο Σύνταγμα» είπε καταλήγοντας ο κ. Βλαχόπουλος.
Κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook
Ακολούθησε μας στο Twitter
Κάνε εγγραφή στο κανάλι μας στο Youtube
Γίνε μέλος στο κανάλι μας στο Viber
– Αναφέρεται ως πηγή το ertnews.gr στο σημείο όπου γίνεται η αναφορά.
– Στο τέλος του άρθρου ως Πηγή
– Σε ένα από τα δύο σημεία να υπάρχει ενεργός σύνδεσμος