Εξακολουθούν οι άνθρωποι να εμπιστεύονται τους επιστήμονες;

Τι αποκαλύπτουν νέες έρευνες.

Παρά την ευρέως διαδεδομένη αντίληψη ότι η εμπιστοσύνη των πολιτών στην επιστήμη έχει καταρρεύσει, οι διαθέσιμες έρευνες δείχνουν μια πιο σύνθετη εικόνα. Αν και σε ορισμένες κοινωνικές και πολιτικές ομάδες παρατηρείται αισθητή υποχώρηση της εμπιστοσύνης, σε παγκόσμιο επίπεδο, οι επιστήμονες εξακολουθούν να θεωρούνται αξιόπιστοι, διαπιστώνει ανάλυση του επιστημονικού περιοδικού «Nature».

Από τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη έως τη Βραζιλία, κυριαρχεί η αίσθηση ότι η εμπιστοσύνη στην επιστήμη βρίσκεται σε κρίση. Έρευνα στο Ηνωμένο Βασίλειο, που δημοσιεύθηκε τον Ιανουάριο, έδειξε ότι μόλις το 40% των πολιτών θεωρεί πως οι επιστημονικές πληροφορίες που ακούει είναι «γενικά αληθείς». Παράλληλα, παγκόσμια δημοσκόπηση διαπίστωσε ότι το 70% των ερωτηθέντων πιστεύει τουλάχιστον έναν ψευδή ή μη αποδεδειγμένο ισχυρισμό, όπως ότι οι κίνδυνοι των παιδικών εμβολίων υπερτερούν των οφελών τους.

Όπως αναφέρει το «Nature», στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ και η κυβέρνησή του χρησιμοποιούν το επιχείρημα ότι η επιστήμη δεν είναι αξιόπιστη για να δικαιολογήσουν περικοπές στη χρηματοδότηση της έρευνας, την απόρριψη ιατρικών συστάσεων που βασίζονται σε επιστημονικά δεδομένα και την ενίσχυση του πολιτικού ελέγχου στην επιστημονική έρευνα.

Ανησυχία εκφράζει ακόμη και το Βατικανό. Τον προσεχή Σεπτέμβριο, η Παπική Ακαδημία Επιστημών θα πραγματοποιήσει ειδική συνεδρίαση με θέμα την κρίση εμπιστοσύνης στην επιστήμη, την οποία χαρακτηρίζει ως ζήτημα ιδιαίτερης σημασίας.

Έχει πράγματι καταρρεύσει η εμπιστοσύνη του κοινού στην επιστήμη;

Σύμφωνα με τους ερευνητές που μελετούν το ζήτημα, η απάντηση είναι μάλλον αρνητική. Μία από τις μεγαλύτερες διεθνείς μελέτες, στην οποία συμμετείχαν σχεδόν 72.000 άτομα από 68 χώρες την περίοδο 2022-2023, κατέγραψε μέσο επίπεδο εμπιστοσύνης 3,6 στα 5, το οποίο χαρακτηρίζεται ως «μέτρια υψηλό».

«Η υπόθεση ότι υπάρχει μια γενικευμένη και διάχυτη δυσπιστία απέναντι στην επιστήμη και τους ειδικούς δεν στηρίζεται στα δεδομένα», υποστηρίζει ο Ντέιβιντ Μπέρσοφ, επικεφαλής έρευνας στο Edelman Trust Institute.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ίδια παντού. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η εμπιστοσύνη στην επιστήμη έχει μειωθεί αισθητά μεταξύ των πολιτών που πρόσκεινται στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα. Αντίστοιχα, στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι πολίτες που τείνται να υποστηρίζουν δεξιά πολιτικά κόμματα εμφανίζουν χαμηλότερα επίπεδα εμπιστοσύνης στην επιστήμη σε σύγκριση με εκείνους που υποστηρίζουν αριστερά κόμματα.

«Η εμπιστοσύνη στην επιστήμη έχει πολιτικοποιηθεί και αυτή η τάση εντείνεται», επισημαίνει ο κοινωνιολόγος Γκόρντον Γκοσάτ από το Πανεπιστήμιο του Γουισκόνσιν στο Μιλγουόκι των ΗΠΑ.

Παράλληλα, ολοένα περισσότεροι πολίτες αμφισβητούν την επιστημονική συναίνεση σε διχαστικά ζητήματα, όπως τα εμβόλια, καθώς οι τεκμηριωμένες πληροφορίες συχνά χάνονται μέσα στον τεράστιο όγκο περιεχομένου που διακινείται στο διαδίκτυο.

Οι ερευνητές προειδοποιούν ότι η εξέλιξη αυτή μπορεί να αποδυναμώσει τη στήριξη πολιτικών για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής ή να οδηγήσει τους πολίτες σε αποφάσεις που θέτουν σε κίνδυνο την υγεία τους, όπως η άρνηση εμβολιασμού ή η απόρριψη ιατρικών θεραπειών.

«Όταν η απόρριψη της επιστήμης οδηγεί σε απώλεια ανθρώπινων ζωών, τότε πρόκειται για σοβαρό πρόβλημα», τονίζει η ερευνήτρια Νατάλια Ζαρζέτσνα από το Πανεπιστήμιο του Έσεξ.

Η πανδημία Covid-19 και η κρίση εμπιστοσύνης

Η μείωση της εμπιστοσύνης στην επιστήμη αποτελούσε αντικείμενο προβληματισμού ήδη πριν από την πανδημία Covid-19, όμως η εμφάνισή της, ανέδειξε το ζήτημα όσο ποτέ άλλοτε. Η παραπληροφόρηση εξαπλώθηκε ραγδαία, ενώ οργανωμένες ομάδες αμφισβήτησαν μέτρα όπως ο εμβολιασμός και η χρήση μάσκας, παρά τα επιστημονικά δεδομένα που έδειχναν ότι μπορούσαν να σώσουν ζωές.

Τον Ιούνιο του 2022, καθώς η πανδημία υποχωρούσε, οι ερευνητές Νιλς Μέντε και ΒικτόριαΚολόνια απηύθυναν μέσω ανάρτησής τους στο Χ (πρώην Twitter), κάλεσμα σε επιστήμονες που ενδιαφέρονταν να μελετήσουν το θέμα της εμπιστοσύνης των πολιτών στην επιστήμη. Η ανταπόκριση ήταν εντυπωσιακή: συγκροτήθηκε μια διεθνής ομάδα περίπου 240 ερευνητών, δημιουργήθηκε το πρόγραμμα TISP (Trust in Science and Science-Related Populism) και πραγματοποιήθηκε η μεγαλύτερη μέχρι σήμερα διεθνής έρευνα για το θέμα, σε 68 χώρες.

Η έρευνα περιλάμβανε 12 ερωτήσεις που αξιολογούσαν διαφορετικές διαστάσεις της εμπιστοσύνης προς τους επιστήμονες, όπως η επιστημονική επάρκεια, η ακεραιότητα, η διαφάνεια και η πρόθεσή τους να υπηρετούν το δημόσιο συμφέρον. Τα αποτελέσματα συνδυάστηκαν σε μια κλίμακα αξιοπιστίας από το 1 έως το 5, με τον παγκόσμιο μέσο όρο να διαμορφώνεται στο 3,6, επιβεβαιώνοντας προηγούμενες μελέτες που έδειχναν ότι η εμπιστοσύνη στην επιστήμη παραμένει υψηλή.

Μεγάλες διαφορές μεταξύ των χωρών

Η μελέτη κατέγραψε σημαντικές διαφορές μεταξύ των χωρών. Η εμπιστοσύνη στην επιστήμη ήταν ιδιαίτερα υψηλή σε ορισμένες αφρικανικές χώρες, όπως η Νιγηρία και η Κένυα, ενώ χαμηλότερα ποσοστά καταγράφηκαν στη Ρωσία και σε αρκετές πρώην σοβιετικές δημοκρατίες, μεταξύ των οποίων το Καζακστάν. Οι Ηνωμένες Πολιτείες βρέθηκαν στο ανώτερο τρίτο της κατάταξης, ενώ η Κίνα περίπου στη μέση. Σύμφωνα με τον Νιλς Μέντε, τα υψηλά επίπεδα εμπιστοσύνης που καταγράφονται σε ορισμένες αφρικανικές χώρες ενδέχεται να οφείλονται στο ότι οι πολίτες θεωρούν τους επιστήμονες πιο αξιόπιστους από τις κυβερνήσεις τους, τις οποίες αντιμετωπίζουν ως διεφθαρμένες.

Άλλες διεθνείς έρευνες δείχνουν ότι οι επιστήμονες συγκαταλέγονται στα επαγγέλματα που απολαμβάνουν τη μεγαλύτερη εμπιστοσύνη. Σε έρευνα του EdelmanTrustInstitute σε 28 χώρες το 2025, το 76% των ερωτηθέντων δήλωσε ότι εμπιστεύεται τους επιστήμονες, ποσοστό αντίστοιχο με εκείνο των εκπαιδευτικών (73%) και σημαντικά υψηλότερο από αυτό που συγκεντρώνουν οι δημοσιογράφοι (54%) ή οι πολιτικοί ηγέτες (49%).

Ρωγμές στην εμπιστοσύνη

Παρά τα υψηλά επίπεδα εμπιστοσύνης στην επιστήμη, τα ευρήματα δείχνουν ότι αυτή δεν παραμένει αλώβητη, καθώς εμφανίζονται ολοένα και περισσότερες «ρωγμές». Σε έρευνα που πραγματοποιήθηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο και δημοσιεύθηκε τον Απρίλιο, το 84% των ερωτηθέντων δήλωσε ότι εμπιστεύεται τουλάχιστον σε κάποιο βαθμό την επιστήμη. Ωστόσο, το ποσοστό όσων δηλώνουν ότι την εμπιστεύονται «πάρα πολύ» μειώθηκε αισθητά: από 63% το 2020 σε μόλις 34% σήμερα. Οι ερευνητές χαρακτηρίζουν αυτή τη μεταβολή ως μία από τις σημαντικότερες ενδείξεις ότι η εμπιστοσύνη αρχίζει να διαβρώνεται.

Η πολιτική πόλωση στις ΗΠΑ

Η πιο έντονη μεταβολή καταγράφεται στις Ηνωμένες Πολιτείες. Στοιχεία της έρευνας General Social Survey (GSS), που καλύπτουν την περίοδο από το 1973 έως το 2024, δείχνουν ότι για περίπου πέντε δεκαετίες περισσότερο από το 80% των Αμερικανών δήλωνε ότι έχει αρκετή ή μεγάλη εμπιστοσύνη στην επιστημονική κοινότητα. Ωστόσο, το ποσοστό εκείνων που δήλωναν ότι έχουν πολύ εμπιστοσύνη στην επιστήμη, μειώθηκε απότομα το 2022.

Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι η εξέλιξη αυτή δεν αφορά αποκλειστικά την επιστήμη. Μια άλλη έρευνα του Pew Research Center δείχνει ότι η εμπιστοσύνη των Αμερικανών προς τους επιστήμονες μειώθηκε από 87% το 2020 σε 73% το 2023. Την ίδια περίοδο, όμως, καταγράφηκε αντίστοιχη πτώση της εμπιστοσύνης και προς την αστυνομία, τους επιχειρηματικούς ηγέτες και τους αιρετούς αξιωματούχους.

«Πρόκειται για μια ευρύτερη κρίση εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς, η οποία αντανακλάται και στην επιστήμη», σημειώνει η Κάθλιν Χολ Τζέιμισον.

Ένα ολοένα και μεγαλύτερο πολιτικό χάσμα.

Μεταξύ των ψηφοφόρων που δηλώνουν Ρεπουμπλικάνοι ή κλίνουν προς το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, η εμπιστοσύνη στους επιστήμονες μειώθηκε από 85% το 2020 σε 65% το 2025. Αντίθετα, στους Δημοκρατικούς η μεταβολή ήταν σχεδόν αμελητέα, από 91% σε 90%.

Ο πολιτικός επιστήμονας Τζέιμς Ντράκμαν, από το Πανεπιστήμιο του Ρότσεστερ, εκτιμά ότι η πόλωση αυτή οφείλεται εν μέρει στη μετακίνηση κοινωνικών ομάδων με διαφορετικές στάσεις απέναντι στην επιστήμη προς τα δύο μεγάλα κόμματα. Θρησκευόμενοι πολίτες, που παραδοσιακά εμφανίζουν χαμηλότερη εμπιστοσύνη στην επιστήμη, στράφηκαν περισσότερο προς τους Ρεπουμπλικάνους, ενώ οι απόφοιτοι πανεπιστημίων, οι οποίοι εμπιστεύονται περισσότερο την επιστημονική κοινότητα, προς τους Δημοκρατικούς.

Αλλά αυτή δεν είναι η μόνη εξήγηση για την πόλωση στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο κοινωνιολόγος Γκόρντον Γκοσάτ υποστηρίζει ότι, ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1990, ορισμένοι Αμερικανοί πολιτικοί συνειδητοποίησαν πως μπορούσαν να συσπειρώσουν ψηφοφόρους που έβλεπαν με αυξανόμενη καχυποψία την τριτοβάθμια εκπαίδευση, μεταξύ άλλων εξαιτίας του υψηλού κόστους της. Με αυτόν τον τρόπο, ενισχύθηκε η άποψη ότι οι επιστήμονες, οι ακαδημαϊκοί και τα ιδρύματα, αποτελούν μέρος μιας πνευματικής ελίτ που δεν εκφράζει τα συμφέροντα των απλών πολιτών.

Ο Ντράκμαν προειδοποιεί ότι η αξιοποίηση της δυσπιστίας προς την επιστήμη για τη δικαιολόγηση περικοπών στην έρευνα και την υπονόμευση πολιτικών δημόσιας υγείας μπορεί να αποσταθεροποιήσει μακροπρόθεσμα τους επιστημονικούς θεσμούς.

Παρόμοιες τάσεις πολιτικής πόλωσης καταγράφονται και σε άλλες χώρες, όπως ο Καναδάς, η Βραζιλία, η Ιταλία και το Ηνωμένο Βασίλειο, αν και η σχέση μεταξύ πολιτικών πεποιθήσεων και εμπιστοσύνης στην επιστήμη διαφέρει σημαντικά από χώρα σε χώρα.

Παραπληροφόρηση και η πρόκληση της επικοινωνίας της επιστήμης

Η εξάπλωση της παραπληροφόρησης, ιδιαίτερα μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για την εμπιστοσύνη στην επιστήμη. Μια έρευνα σε 16 χώρες που δημοσίευσε τον Απρίλιο το Ινστιτούτο Edelman Trust διαπίστωσε ότι το 70% των ερωτηθέντων πίστευε σε τουλάχιστον έναν ψευδή ή αναπόδεικτο ισχυρισμό για την υγεία, όπως «ο κίνδυνος των παιδικών εμβολιασμών υπερτερεί των οφελών», «το νωπό γάλα είναι πιο υγιεινό από το παστεριωμένο» και «η χρήση παρακεταμόλης κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης προκαλεί αυτισμό». Πολλοί από τους ισχυρισμούς της μελέτης είχαν προωθηθεί από τον υπουργό Υγείας των ΗΠΑ, Ρόμπερτ Φ. Κένεντι Τζούνιορ, και το ευρύτερο κίνημα Make America Healthy Again (MAHA). Η έρευνα έδειξε ότι τέτοιες πεποιθήσεις είχαν εξαπλωθεί πολύ πέρα ​​από τις ΗΠΑ.

Σύμφωνα με τους ειδικούς, οι ψευδείς ή παραπλανητικοί ισχυρισμοί διαδίδονται πολύ πιο γρήγορα από τις επιστημονικά τεκμηριωμένες πληροφορίες, ενώ οι αλγόριθμοι των ψηφιακών πλατφορμών ευνοούν συχνά περιεχόμενο που προκαλεί έντονα συναισθήματα ή αντιπαράθεση.

Ορισμένες έρευνες δείχνουν ότι οι άνθρωποι τείνουν να εμπιστεύονται σε μεγάλο βαθμό την οικογένεια, τους φίλους και τους θρησκευτικούς ηγέτες τους ως πηγές πληροφόρησης για θέματα επιστήμης και υγείας. Βλέπουμε μια «ανακατανομή της εμπιστοσύνης», λέει ο Κόλιν Στρονγκ, επικεφαλής της επιστήμης συμπεριφοράς στην Ipsos.

Πώς μπορεί να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη του κοινού στην επιστήμη

Οι ειδικοί υποστηρίζουν ότι η λύση δεν είναι απλώς η παροχή περισσότερων επιστημονικών στοιχείων. Προτεραιότητα, λένε πολλοί, είναι η βελτίωση της επικοινωνίας της επιστήμης και η επιρροή των αξιόπιστων επιστημονικών πληροφοριών στις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης.

Σε μια έρευνα του 2024 σχετικά με τις στάσεις απέναντι στην επιστήμη σε 35 ευρωπαϊκές χώρες, το 43% των ερωτηθέντων δήλωσε ότι οι επιστήμονες δεν ήταν καλοί στην επικοινωνία. Οι ερωτηθέντες δήλωσαν ότι οι επιστήμονες και οι δημόσιοι φορείς πρέπει να επικοινωνούν με μεγαλύτερη διαφάνεια, να αναγνωρίζουν τις αβεβαιότητες που συνοδεύουν την επιστημονική έρευνα και να εξηγούν με σαφήνεια πώς προκύπτουν τα επιστημονικά συμπεράσματα. Ορισμένες μελέτες δείχνουν ότι όταν αναγνωρίζονται οι αβεβαιότητες και ο εξελισσόμενος χαρακτήρας της επιστήμης, οι άνθρωποι τείνουν να θεωρούν τις πληροφορίες πιο αξιόπιστες από ό,τι όταν παρουσιάζονται ως αδιαμφισβήτητα γεγονότα.

Όπως καταλήγουν οι ερευνητές, η μεγαλύτερη πρόκληση δεν είναι να πειστούν οι πολίτες ότι η επιστήμη έχει όλες τις απαντήσεις, αλλά να διατηρηθεί η εμπιστοσύνη σε μια διαδικασία που βασίζεται στη συνεχή αμφισβήτηση, τον έλεγχο και την αναθεώρηση της γνώσης.

Πηγή: Nature

Όλες οι Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο,  στο ertnews.gr
Διάβασε όλες τις ειδήσεις μας στο Google
Κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook
Ακολούθησε μας στο Twitter
Κάνε εγγραφή στο κανάλι μας στο Youtube
Γίνε μέλος στο κανάλι μας στο Viber

Προσοχή! Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των πληροφοριών του παραπάνω άρθρου (όχι αυτολεξεί) ή μέρους αυτών μόνο αν:
– Αναφέρεται ως πηγή το ertnews.gr στο σημείο όπου γίνεται η αναφορά.
– Στο τέλος του άρθρου ως Πηγή
– Σε ένα από τα δύο σημεία να υπάρχει ενεργός σύνδεσμος