Μία μεγαλειώδη υποδοχή με φιλοφρονήσεις, αλλά και με αιχμές κατά της αμερικανικής κυβέρνησης, επιφύλασσε ο Σι Τζινπίνγκ στον Βλαντίμιρ Πούτιν στο Πεκίνο.
Η συνάντηση έλαβε χώρα εν μέσω πολλαπλών διεθνών κρίσεων, ενώ οι δύο ηγέτες σφράγισαν τη στρατηγική τους συμμαχία υπογράφοντας σειρά συμφωνιών, ενώ στην κορυφή της ατζέντας τα ενεργειακά και η ασφάλεια.
- Συνάντηση Σι – Πούτιν: Το κοινό ανακοινωθέν, η ανησυχία της Μόσχας και το διπλωματικό τρικ της Κίνας
Όπως περιγράφει η επικεφαλής του τμήματος διεθνών ειδήσεων του ΕΡΤnews, Άννα Παπασωτηρίου, ο Τραμπ και ο Πούτιν επισκέφθηκαν διαδοχικά το Πεκίνο, με μόλις τέσσερις μέρες διαφορά.
Παρά το γεγονός ότι το γεγονός αυτό ήταν τυχαίο, η Κίνα εξυπηρέτησε τον σκοπό της: να παρουσιαστεί ως υπερδύναμη και πυλώνας σταθερότητας σε έναν κόσμο εμπορικών πολέμων και συγκρούσεων σε Ουκρανία και Ιράν.
Η σχέση των ηγετών της Ρωσίας και της Κίνας παρουσιάστηκε πιο θερμή από ποτέ. Μάλιστα, φρόντισαν να αναδείξουν το κοινό μέτωπό τους κατά των Ηνωμένων Πολιτειών, περιγράφοντας την διμερή σχέση τους ως «ήρεμη δύναμη εν μέσω χάους», σαφής αιχμή για την προεδρία Τραμπ.
Οι συμβολισμοί
Τον Πούτιν υποδέχθηκε ο Υπουργός Εξωτερικών, ο οποίος είναι μέλος του πανίσχυρου πολιτικού γραφείου του Κομμουνιστικού Κόμματος και από το περιβάλλον του προέδρου Σι και αυτό αντανακλά τους στενούς δεσμούς.
Ενώ, για τον πρόεδρο Τραμπ, εστάλη ο Αντιπρόεδρος της Κίνας. Ήταν πιο υψηλόβαθμη, αλλά σίγουρα μια πιο τυπική, θεσμική υποδοχή, που αρμόζει στον ηγέτη μιας υπερδύναμης.
Υπέγραψαν μπροστά στις κάμερες περίπου 20 συμφωνίες για οικονομία και τεχνολογία. Με την κοινή διακήρυξη παρουσίασαν τις χώρες τους ως εμπροσθοφυλακή μίας νέας διεθνούς τάξης στον αντίποδα των επιπτώσεων της προεδρίας Τραμπ, λέγοντας χαρακτηριστικά ότι δεν πρέπει να επικρατήσει «ο νόμος της ζούγκλας».
Παρά ταύτα ο Πούτιν δεν φεύγει από το Πεκίνο έχοντας στις αποσκευές του την πολυπόθητη ενεργειακή συμφωνία για τον αγωγό Siberia 2 που θα μεταφέρει φυσικό αέριο από τη Ρωσία μέσω Μογγολίας στην Κίνα.
Η στρατηγική του Σι
Ο Σι αναφέρθηκε μόνο σε έναν πόλεμο – και αυτός ήταν η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή. Είπε στον Πούτιν ότι η πλήρης παύση του πολέμου στο Ιράν ήταν «υψίστης προτεραιότητας», χωρίς να κάνει καμία αναφορά στην εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία.
Τόσο ο Σι όσο και ο Πούτιν καταδίκασαν «τις προδοτικές στρατιωτικές επιθέσεις εναντίον άλλων χωρών, την υποκριτική χρήση των διαπραγματεύσεων ως πρόσχημα για την προετοιμασία τέτοιων επιθέσεων, τη δολοφονία ηγετών κυρίαρχων κρατών, την αποσταθεροποίηση της εσωτερικής πολιτικής κατάστασης σε αυτά τα κράτη και την πρόκληση αλλαγής καθεστώτος, καθώς και την απροκάλυπτη απαγωγή εθνικών ηγετών με σκοπό τη δίκη τους».
Αυτό προκάλεσε εντύπωση και ενδέχεται να έχει συνέπειες πέρα από τα όρια της Μεγάλης Αίθουσας του Λαού.
Καθώς η Κίνα ζητά το τέλος των συγκρούσεων αλλού και στοχεύει τις ενέργειες των ΗΠΑ, η σιωπή της σχετικά με την Ουκρανία, όπου έχουν χάσει τη ζωή τους εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι, θα εγείρει ερωτήματα στην Ευρώπη σχετικά με το κατά πόσο το Πεκίνο είναι πρόθυμο ή ικανό να ενεργήσει ως ένας πραγματικά αμερόληπτος παγκόσμιος παράγοντας.
Το Πεκίνο έχει προσπαθήσει να διατηρήσει μια ουδέτερη στάση στον πόλεμο στην Ουκρανία, αν και τόσο οι ΗΠΑ όσο και η Ευρώπη έχουν παροτρύνει την Κίνα να διακόψει την οικονομική στήριξη που προσφέρει στη Μόσχα.

Σε τι διαφέρει ο πόλεμος στο Ιράν με εκείνον της Ουκρανίας για την Κίνα
Ωστόσο, φοβάται ότι θα χάσει έναν βασικό σύμμαχο αν ο Πούτιν χάσει τον πόλεμο. Και θα ανησυχεί για οποιαδήποτε αστάθεια σε έναν τόσο μεγάλο γείτονα.
Αντίθετα, ο πόλεμος στο Ιράν βλάπτει τα κινεζικά συμφέροντα. Το Πεκίνο διαθέτει αποθέματα πετρελαίου, αλλά δεν διαφαίνεται τέλος στην κρίση που έχει μπλοκάρει τα Στενά του Ορμούζ.
Το να ζητάει το τέλος του ενός πολέμου και όχι του άλλου επηρεάζει την αξιοπιστία του Σι, καθώς η Κίνα προσπαθεί να αναλάβει πιο κεντρικό ρόλο στη διεθνή σκηνή. Επίσης, θέτει σε κίνδυνο τις σχέσεις με την Ευρώπη, σε μια εποχή που το Πεκίνο επιδιώκει να ενισχύσει αυτούς τους δεσμούς για να στηρίξει την οικονομία του, η οποία βασίζεται στις εξαγωγές.
Όσο εντυπωσιακή και αν φαίνεται η διπλωματία υψηλού επιπέδου της περασμένης εβδομάδας, ο Σι εξακολουθεί να έχει μπροστά του ένα δύσκολο έργο, καθώς η αυταρχική ηγεσία της Κίνας, η οποία έχει γίνει ακόμη ισχυρότερη υπό τον Σι, παραμένει αμφιλεγόμενη και αντιμετωπίζεται με δυσπιστία από πολλούς.
Γιατί μπορεί να ανησυχεί το Κρεμλίνο
«Τόσο η Κίνα όσο και η Ρωσία χρειάζονται η μία την άλλη, αλλά η Ρωσία χρειάζεται σαφώς την Κίνα περισσότερο από πριν στη διεθνή σκηνή», λέει ο Δρ Ζενγκ Ρουνγιού, από το Κέντρο Ρωσικών Σπουδών του Πανεπιστημίου East China Normal στη Σαγκάη.
«Δεδομένου του σημερινού διεθνούς περιβάλλοντος, η στενή συνεργασία με την Κίνα είναι εξαιρετικά σημαντική για τη Ρωσία, προκειμένου να αντιμετωπίσει πολλές από τις τρέχουσες προκλήσεις της».
Ο Κινέζος ηγέτης φάνηκε να έχει το πάνω χέρι και στις διαπραγματεύσεις με τον πρόεδρο των ΗΠΑ. Οι ισχυρότερες εμπορικές σχέσεις με τον υπόλοιπο κόσμο και η κυριαρχία της Κίνας στα ορυκτά σπάνιων γαιών και στην προηγμένη μεταποίηση του έχουν δώσει πλεονέκτημα. Το Πεκίνο βρέθηκε σε ισότιμη θέση με την Ουάσινγκτον λόγω της απρόβλεπτης συμπεριφοράς του Τραμπ.
Και στις συνομιλίες του τόσο με τον Τραμπ όσο και με τον Πούτιν, ο Σι βρέθηκε αντιμέτωπος με ηγέτες που έχουν εμπλακεί σε δαπανηρούς πολέμους οι οποίοι έχουν παραταθεί περισσότερο από ό,τι είχαν προβλέψει.
Για τον Τραμπ, ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή έχει μετατραπεί σε παγκόσμια κρίση που έχει οδηγήσει σε πτώση τα ποσοστά δημοφιλίας του στην πατρίδα του. Για τον Πούτιν, η εισβολή στην Ουκρανία, που βρίσκεται πλέον στον πέμπτο χρόνο της, έχει απομονώσει τη Ρωσία και έχει επιφέρει βαρύ τίμημα ακόμη και στον ίδιο τον λαό της.
Και στις δύο περιπτώσεις, φάνηκε επίσης προφανές ότι πλέον η Κίνα έχει τη δύναμη να καθορίζει τον τόνο και τους όρους με τους οποίους επιθυμεί να εμπλακεί στη διεθνή σκηνή.
Ανάλυση: Άννα Παπασωτηρίου
Κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook
Ακολούθησε μας στο Twitter
Κάνε εγγραφή στο κανάλι μας στο Youtube
Γίνε μέλος στο κανάλι μας στο Viber
– Αναφέρεται ως πηγή το ertnews.gr στο σημείο όπου γίνεται η αναφορά.
– Στο τέλος του άρθρου ως Πηγή
– Σε ένα από τα δύο σημεία να υπάρχει ενεργός σύνδεσμος