Η Διάσκεψη για την Ασφάλεια του Μονάχου αρχίζει τις εργασίες της την Παρασκευή (13/2) και ίσως δώσει κάποιες απαντήσεις για το μέλλον της διατλαντικής συμμαχίας, καθώς η παγκόσμια τάξη που θέλει να επιβάλλει ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ πλανάται πάνω από την Ευρώπη.
Με τις μνήμες να είναι ακόμη νωπές από την ομιλία του Αμερικανού αντιπροέδρου, Τζέι Ντι Βανς, ο οποίος πέρυσι είχε εξαπολύσει μία επίθεση στην Ευρώπη για τις πολιτικές της σχετικά με τη μετανάστευση και την ελευθερία του λόγου και υποστηρίζοντας ότι η μεγαλύτερη απειλή που αντιμετωπίζει η ήπειρος προέρχεται από το εσωτερικό της.
Ο Βανς δεν αναμένεται στο Μόναχο φέτος, αλλά ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο και μια αντιπροσωπεία του Κογκρέσου σχεδιάζουν να παρευρεθούν.
Από την ομιλία του Βανς που σόκαρε τους Ευρωπαίους, έχει περάσει σχεδόν ένας χρόνος κατά τον οποίον η κυβέρνηση Τραμπ έχει ανατρέψει την παγκόσμια τάξη. Έκτοτε, οι Ευρωπαίοι ηγέτες και η κυβέρνηση του προέδρου των ΗΠΑ έχουν εμπλακεί σε μια σειρά από διαρκείς διαμάχες. Σύμμαχοι και εχθροί έχουν υποστεί τιμωρητικά δασμολογικά μέτρα, υπήρξε η εξαιρετικά θρασύτατη επιχείρηση στη Βενεζουέλα με την απαγωγή και τη σύλληψη του προέδρου της χώρας, Νικολάς Μαδούρο, η επιδίωξη από την πλευρά της Ουάσιγκτον της ειρήνης στην Ουκρανία με όρους ευνοϊκούς για τη Μόσχα και την απαίτηση να γίνει ο Καναδάς η «51η πολιτεία» των ΗΠΑ.
Ωστόσο, αυτό που πραγματικά έχει κλονίσει τα θεμέλια της διατλαντικής συμμαχίας μεταξύ των ΗΠΑ και της Ευρώπης είναι η κρίση σχετικά με τη Γροιλανδία. Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει δηλώσει επανειλημμένα ότι «πρέπει να αποκτήσει» τη Γροιλανδία για λόγους ασφάλειας των ΗΠΑ και της παγκόσμιας κοινότητας και για κάποιο διάστημα δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο χρήσης βίας.
Η Γροιλανδία είναι ένα αυτόνομο έδαφος που ανήκει στο Βασίλειο της Δανίας, οπότε δεν ήταν έκπληξη όταν η πρωθυπουργός της Δανίας δήλωσε ότι μια εχθρική στρατιωτική κατάληψη από τις ΗΠΑ θα σήμαινε το τέλος της συμμαχίας του ΝΑΤΟ, η οποία έχει στηρίξει την ασφάλεια της Ευρώπης τα τελευταία 77 χρόνια.
Η κρίση της Γροιλανδίας έχει αποτραπεί προς το παρόν αλλά αφήνει ένα ερώτημα να πλανάται πάνω από τη Διάσκεψη για την Ασφάλεια του Μονάχου: Έχουν υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά οι σχέσεις ασφάλειας μεταξύ Ευρώπης και ΗΠΑ; Απαντώντας στο ερώτημα ο σερ Άλεξ Γιάνγκερ, επικεφαλής της Μυστικής Υπηρεσίας Πληροφοριών του Ηνωμένου Βασιλείου, MI6, από το 2014 έως το 2020, δήλωσε στο BBC ότι αν και η διατλαντική συμμαχία έχει αλλάξει και δεν θα επιστρέψει στην προηγούμενη μορφή της, δεν έχει διαλυθεί.
«Εξακολουθούμε να επωφελούμαστε εξαιρετικά από τις σχέσεις μας με την Αμερική στον τομέα της ασφάλειας, του στρατού και των μυστικών υπηρεσιών», συμπλήρωσε.
Ο σερ Άλεξ Γιάνγκερ, όπως πολλοί άλλοι, πιστεύει ότι ο Τραμπ είχε δίκιο να ζητήσει από την Ευρώπη να αναλάβει μεγαλύτερο μέρος του βάρους της άμυνάς της.
Ο πρώην επικεφαλής της ΜΙ6 συντάσσεται έτσι με την τελευταία Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ (NSS), που δημοσιεύθηκε στα τέλη του περασμένου έτους και η οποία κάλεσε την Ευρώπη να «σταθεί στα πόδια της» και να αναλάβει «την κύρια ευθύνη για την άμυνά της», ενισχύοντας τους φόβους ότι οι ΗΠΑ είναι όλο και πιο απρόθυμες να υποστηρίξουν την άμυνα της Ευρώπης.
«Έχετε μια ήπειρο με 500 εκατομμύρια κατοίκους (την Ευρώπη) που ζητά από μια ήπειρο με 300 εκατομμύρια κατοίκους (τις ΗΠΑ) να αντιμετωπίσει μια ήπειρο με 140 εκατομμύρια κατοίκους (τη Ρωσία). Είναι λάθος. Πιστεύω λοιπόν ότι η Ευρώπη πρέπει να αναλάβει μεγαλύτερη ευθύνη για την άμυνά της», δήλωσε ακόμα ο σερ Άλεξ Γιάνγκερ.
Αυτή η ανισορροπία, σύμφωνα με την οποία οι Αμερικανοί φορολογούμενοι επιδοτούν ουσιαστικά τις αμυντικές ανάγκες της Ευρώπης εδώ και δεκαετίες, έχει ενισχύσει σε μεγάλο βαθμό την δυσαρέσκεια του Τραμπ απέναντι στην Ευρώπη.
Ωστόσο, οι διαφωνίες στη διατλαντική συμμαχία υπερβαίνουν κατά πολύ τον αριθμό των στρατευμάτων και την ενόχληση για τις χώρες του ΝΑΤΟ, όπως η Ισπανία, που δεν έχουν καταφέρει να καλύψουν ούτε το ελάχιστο ποσοστό του 2% του ΑΕΠ για την άμυνα (η Ρωσία δαπανά σήμερα περισσότερο από 7% για την άμυνα, ενώ η Βρετανία δαπανά λίγο λιγότερο από 2,5%).
Σε θέματα εμπορίου, μετανάστευσης και ελευθερίας του λόγου, η ομάδα του Τραμπ έχει έντονες διαφορές με την Ευρώπη. Εν τω μεταξύ, οι δημοκρατικά εκλεγμένες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις έχουν ανησυχήσει για τη σχέση του Τραμπ με τον Βλαντιμίρ Πούτιν και την τάση του να κατηγορεί την Ουκρανία για την εισβολή της Ρωσίας.
«Οι Ευρωπαίοι ηγέτες πρέπει να γίνουν πιο τολμηροί στον τρόπο με τον οποίο λαμβάνουν αποφάσεις»
Οι διοργανωτές της Διάσκεψης για την Ασφάλεια του Μονάχου δημοσίευσαν μια έκθεση πριν από την εκδήλωση, στην οποία ο Τομπίας Μπούντε, διευθυντής έρευνας και πολιτικής, αναφέρει ότι έχει πλέον σημειωθεί μία θεμελιώδης ρήξη με τη στρατηγική των ΗΠΑ μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Η στρατηγική αυτή, όπως υποστηρίζει, βασιζόταν σε τρεις πυλώνες: την πίστη στα οφέλη των πολυμερών θεσμών, την οικονομική ολοκλήρωση και την πεποίθηση ότι η δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν είναι απλώς αξίες, αλλά στρατηγικά πλεονεκτήματα.
«Υπό την κυβέρνηση Τραμπ και οι τρεις αυτοί πυλώνες έχουν αποδυναμωθεί ή αμφισβητηθεί ανοιχτά», αναφέρει ο Μπούντε.
Η δημοσκόπηση που πραγματοποιήθηκε για την έκθεση που εκπόνησαν οι διοργανωτές δείχνει ότι οι Ευρωπαίοι είναι όλο και πιο πρόθυμοι να λειτουργούν χωρίς την ηγεσία των ΗΠΑ και δηλώνουν ότι αυτή δεν είναι πλέον απαραίτητη.
Η έκθεση κατηγορεί τον Τραμπ ότι έχει μια δίψα για καταστροφή και ότι τάσσεται στο πλευρό του Βλαντιμίρ Πούτιν. «Το μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης παρακολουθεί με αυξανόμενη ανησυχία ή ακόμα και τρόμο την ολίσθηση των Ηνωμένων Πολιτειών προς έναν “ανταγωνιστικό αυταρχισμό” και αναρωτιέται πόσο ανθεκτική είναι πραγματικά η αμερικανική δημοκρατία», αναφέρει η έκθεση.
Σύμφωνα με την έκθεση, οι ΗΠΑ έχουν απομακρυνθεί από τις φιλελεύθερες αρχές που στήριξαν τη μεταπολεμική τάξη και ότι η Ουάσιγκτον ενδέχεται να φέρει μια μετα-αμερικανική τάξη. «Παρόλο που οι υποστηρικτές των πολιτικών του προέδρου Τραμπ πιστεύουν ότι θα “κάνουν την Αμερική ξανά μεγάλη”, οι επικριτές υποστηρίζουν ότι ουσιαστικά ισοδυναμούν με την “αυτοκτονία μιας υπερδύναμης”».
Οι Ευρωπαίοι ηγέτες έχουν συνειδητοποιήσει ότι η εξάρτηση από τον αμερικανικό στρατό και την υποστήριξη των ΗΠΑ φτάνει στα όριά της, προσθέτει η έκθεση.
«Οι Ευρωπαίοι αναγκάστηκαν πρόσφατα να αναγνωρίσουν ότι είναι σχεδόν αδύνατο να απορρίψουν εμπορικές συμφωνίες που αντιβαίνουν στους κανόνες του ελεύθερου εμπορίου ή να εκφράσουν την αντίθεσή τους σε κατάφωρες παραβιάσεις της κυριαρχίας άλλων χωρών, όταν εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τη στρατιωτική βοήθεια της χώρας που χρησιμοποιεί τακτικές εξαναγκασμού και καταργεί τους υπάρχοντες κανόνες», αναφέρει. «Για τους Ευρωπαίους και ορισμένους από τους εταίρους τους στην περιοχή του Ινδο-Ειρηνικού, οι οποίοι από καιρό βασίζονται στην Ουάσιγκτον για την υπεράσπιση των συμφερόντων τους, αυτή είναι μια ιδιαίτερα οδυνηρή συνειδητοποίηση», συμπληρώνει η έκθεση.
«Αυτή τη στιγμή βλέπουμε την άνοδο πολιτικών παραγόντων που δεν υπόσχονται μεταρρυθμίσεις ή διορθώσεις», ανέφερε η Σόφι Άισεντραουτ της Διάσκεψης Ασφαλείας του Μονάχου, «αλλά που είναι πολύ σαφείς ως προς την επιθυμία τους να καταστρέψουν τους υπάρχοντες θεσμούς, και τους αποκαλούμε “κατεδαφιστές”».
Η έκθεση προτείνει ότι οι Ευρωπαίοι ηγέτες πρέπει να προσαρμοστούν στις τεχνικές της κυβέρνησης Τραμπ και να είναι πιο τολμηροί στον τρόπο με τον οποίο λαμβάνουν αποφάσεις και επικοινωνούν. «Η αποτελεσματική αντίσταση στους κατεδαφιστές απαιτεί πολύ περισσότερο πολιτικό θάρρος και καινοτόμο σκέψη. Οι παράγοντες που υπερασπίζονται τους διεθνείς κανόνες και θεσμούς πρέπει να είναι εξίσου τολμηροί με τους παράγοντες που επιδιώκουν να τους καταστρέψουν», υπογραμμίζει ακόμα.
«Η εξάρτηση από άκαρπες ανακοινώσεις, προβλέψιμες διασκέψεις και προσεκτική διπλωματία σε έναν κόσμο όπου οι αντίπαλοι έχουν γίνει πιο αδίστακτοι και πολύ πιο καινοτόμοι είναι συνταγή για αποτυχία», αναφέρει ακόμα η έκθεση.
«Σε μία εποχή πολιτικής καταστροφής, όσοι απλώς παραμένουν αδρανείς διατρέχουν συνεχή κίνδυνο να θαφτούν. Και δεδομένου του μεγέθους της καταστροφής που ήδη συμβαίνει, δεν αρκεί πλέον να αναλαμβάνουμε μόνο αντιδραστικές, μικρής κλίμακας προσπάθειες για την αποκατάσταση του παλαιού στάτους κβο. Όσοι αντιτίθενται στην πολιτική της καταστροφής πρέπει να ενισχύσουν τις βασικές δομές, να σχεδιάσουν νέα, πιο βιώσιμα σχέδια και να γίνουν οι ίδιοι τολμηροί οικοδόμοι. Διακυβεύονται πάρα πολλά. Στην πραγματικότητα, διακυβεύονται τα πάντα», συμπληρώνει.
«Παρόλο που ηγετικές προσωπικότητες της κυβέρνησης Τραμπ έχουν κατηγορήσει την Ευρωπαϊκή Ένωση και μεμονωμένες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις για λογοκρισία και την Ουκρανία για μη τήρηση των δημοκρατικών αξιών, έχουν σε μεγάλο βαθμό αποφύγει οποιαδήποτε σκληρή κριτική προς τη Μόσχα, παρά τη συνεχιζόμενη εσωτερική καταστολή και διεθνή επιθετικότητα της Ρωσίας. Η νέα στρατηγική εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ δεν περιλαμβάνει καν ένα τμήμα αφιερωμένο στη Ρωσία. Ενώ η κυβέρνηση Μπάιντεν θεωρούσε την υποστήριξή της στην αυτοάμυνα της Ουκρανίας ενάντια στη ρωσική επιθετικότητα τόσο στρατηγικό συμφέρον όσο και ηθικό καθήκον, ο Τραμπ και η ομάδα του συχνά επιδεικνύουν μια ανησυχητική συμπάθεια προς τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντιμίρ Πούτιν», σημειώνει ακόμα η έκθεση.
«Οδυνηρή αφύπνιση για την Ευρώπη»
Μεγάλο μέρος της σκέψης της κυβέρνησης Τραμπ μπορεί να αντλήσει κανείς από την Εθνική Στρατηγική Ασφάλειας των ΗΠΑ. Το Κέντρο Στρατηγικών και Διεθνών Σπουδών (CSIS) με έδρα την Ουάσινγκτον περιγράφει το έγγραφο ως «μία πραγματική, οδυνηρή, σοκαριστική αφύπνιση για την Ευρώπη» και «μια στιγμή βαθιάς απόκλισης μεταξύ της άποψης της Ευρώπης για τον εαυτό της και της οπτικής του Τραμπ για την Ευρώπη».
Η στρατηγική ορίζει ως προτεραιότητα μία νέα πολιτική υποστήριξης ομάδων που είναι εχθρικές προς τις ίδιες τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις που υποτίθεται ότι είναι σύμμαχοι της Ουάσιγκτον. Προωθεί την «καλλιέργεια της αντίστασης στην τρέχουσα πορεία της Ευρώπης εντός των ευρωπαϊκών εθνών» και αναφέρει ότι οι μεταναστευτικές πολιτικές της Ευρώπης ενέχουν τον κίνδυνο «εξάλειψης του πολιτισμού».
Ωστόσο, το έγγραφο υποστηρίζει ότι «η Ευρώπη παραμένει στρατηγικά και πολιτισμικά ζωτικής σημασίας για τις Ηνωμένες Πολιτείες».
«Η πλειοψηφία της αντίδρασης της Ευρώπης σε αυτή την Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ», αναφέρει το CSIS, «είναι πιθανό να προκαλέσει την ίδια έκπληξη με την ομιλία του αντιπροέδρου Τζέι Ντι Βανς στο Μόναχο» τον Φεβρουάριο του 2025.
«Το τεστ της Νάρβα»
Αλλά το τελικό ερώτημα σχετικά με την πορεία της διατλαντικής συμμαχίας είναι αν «ισχύει ακόμα το άρθρο 5» του ΝΑΤΟ. Το άρθρο 5 είναι το τμήμα του καταστατικού του ΝΑΤΟ που ορίζει ότι μια επίθεση εναντίον μιας χώρας της Συμμαχίας θεωρείται επίθεση εναντίον όλων. Από το 1949 μέχρι πριν από ένα χρόνο, θεωρούνταν δεδομένο ότι αν η Σοβιετική Ένωση, ή πιο πρόσφατα η Ρωσία, εισέβαλλε σε ένα κράτος μέλος του ΝΑΤΟ, όπως η Λιθουανία, τότε η πλήρης δύναμη της συμμαχίας, υποστηριζόμενη από τη στρατιωτική ισχύ των ΗΠΑ, θα ερχόταν σε βοήθειά της.
Αν και οι αξιωματούχοι του ΝΑΤΟ επιμένουν ότι το άρθρο 5 εξακολουθεί να ισχύει, η απρόβλεπτη συμπεριφορά του Τραμπ σε συνδυασμό με την περιφρόνηση της κυβέρνησής του για την Ευρώπη αναπόφευκτα το θέτει υπό αμφισβήτηση.
Αυτή την αμφισβήτηση ο αρθρογράφος του BBC, Φρανκ Γκάρντνερ, την αποκαλεί «το τεστ της Νάρβα». Η Νάρβα είναι μια πόλη στην Εσθονία με ρωσόφωνη πλειοψηφία, που βρίσκεται στον ποταμό Νάρβα, ακριβώς στα σύνορα με τη Ρωσία. «Αν, υποθετικά, η Ρωσία προσπαθούσε να την καταλάβει με το πρόσχημα, ας πούμε, της “βοήθειας προς τους Ρώσους συμπατριώτες της”, θα έσπευδε η αμερικανική κυβέρνηση να σώσει την Εσθονία;», διερωτάται ο Γκάρντνερ.
«Το ίδιο ερώτημα μπορεί να τεθεί και για μια μελλοντική και ακόμη υποθετική, ρωσική κίνηση στον Διάδρομο Σουβάλκι, που χωρίζει τη Λευκορωσία από τον ρωσικό θύλακα του Καλίνινγκραντ στη Βαλτική. Ή, για την ακρίβεια, στο νορβηγικό αρχιπέλαγος του Σβάλμπαρντ στην Αρκτική, όπου η Ρωσία έχει ήδη έναν οικισμό στο Μπάρεντσμπουργκ. Δεδομένων των πρόσφατων εδαφικών φιλοδοξιών του προέδρου Τραμπ να καταλάβει τη Γροιλανδία από τη Δανία, μέλος του ΝΑΤΟ, κανείς δεν μπορεί να προβλέψει με βεβαιότητα πώς θα αντιδράσει ο πρόεδρος Τραμπ. Και αυτό, σε μια εποχή που η Ρωσία διεξάγει έναν πλήρη πόλεμο εναντίον μιας ευρωπαϊκής χώρας στην Ουκρανία, μπορεί να οδηγήσει σε επικίνδυνες λανθασμένες εκτιμήσεις», προσθέτει.
Σύμφωνα με τον Γκάρντνερ, «η Διάσκεψη για την Ασφάλεια του Μονάχου θα πρέπει να δώσει κάποιες απαντήσεις για το πού κατευθύνεται η διατλαντική συμμαχία. Απλώς, αυτές οι απαντήσεις μπορεί να μην είναι απαραίτητα αυτές που η Ευρώπη θέλει να ακούσει».
Κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook
Ακολούθησε μας στο Twitter
Κάνε εγγραφή στο κανάλι μας στο Youtube
Γίνε μέλος στο κανάλι μας στο Viber
– Αναφέρεται ως πηγή το ertnews.gr στο σημείο όπου γίνεται η αναφορά.
– Στο τέλος του άρθρου ως Πηγή
– Σε ένα από τα δύο σημεία να υπάρχει ενεργός σύνδεσμος