Η νέα συμφωνία αμυντικής συνεργασίας μεταξύ της Σαουδικής Αραβίας, του Πακιστάν και της Τουρκίας αποτελεί, σύμφωνα με το Ιράν, ένδειξη μιας ευρύτερης αλλαγής στον τρόπο με τον οποίο οι χώρες της περιοχής αντιλαμβάνονται τον ρόλο των Ηνωμένων Πολιτειών στην ασφάλεια της Μέσης Ανατολής.
«Δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας» δήλωσε ο εκπρόσωπος του υπουργείου Εξωτερικών του Ιράν
Η Τεχεράνη δεν αντιμετωπίζει προς το παρόν τη συμφωνία ως άμεση στρατιωτική απειλή, αλλά δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στο γεγονός ότι τρεις σημαντικές μουσουλμανικές χώρες επιλέγουν να ενισχύσουν τη μεταξύ τους αμυντική συνεργασία, την ώρα που αμφισβητείται η αξιοπιστία της αμερικανικής στρατηγικής στην περιοχή.
«Οι χώρες της περιοχής αντιλήφθηκαν ότι η ασφάλεια δεν είναι εμπόρευμα που προμηθεύεσαι από ψεύτες μεσάζοντες», δήλωσε ο Ισμαΐλ Μπαγαΐ κατά την διάρκεια της εβδομαδιαίας συνέντευξης Τύπου αναφερόμενος στην Ουάσινγκτον, σύμμαχο των τριών χωρών που υπέγραψαν την συμφωνία.
Οι χώρες του Κόλπου, κάποτε πυλώνες σταθερότητας στην Μέση Ανατολή, έγιναν συστηματικά στόχος ιρανικών επιθέσεων κατά την διάρκεια του πολέμου σε αντίποινα για την αμερικανοϊσραηλινή επίθεση κατά του Ιράν που ξεκίνησε στις 28 Φεβρουαρίου.
Αμερικανικά συμφέροντα και κυρίως αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις έγιναν στόχος της Τεχεράνης στις χώρες του Κόλπου.
«Οι χώρες της περιοχής δεν μπορούν πλέον να υπολογίζουν στις εγγυήσεις ασφαλείας που υπόσχονταν οι Ηνωμένες Πολιτείες στο παρελθόν», δήλωσε ο εκπρόσωπος της ιρανικής διπλωματίας.
Η Τεχεράνη δεν έχει λόγους «να ανησυχεί ότι η συμφωνία αυτή κατευθύνεται εναντίον της», είπε επικαλούμενος «τους βαθείς θρησκευτικούς, ιστορικούς και πολιτισμικούς δεσμούς» ανάμεσα στις τρεις αυτές χώρες και το Ιράν.
Η συμφωνία, η οποία υπογράφηκε στη Μέκκα στις 7 Αυγούστου, προβλέπει ότι ένοπλη επίθεση εναντίον οποιασδήποτε από τις τρεις χώρες θα θεωρείται επίθεση εναντίον και των τριών. Πρόκειται για ρύθμιση που θυμίζει τη λογική του άρθρου 5 του ΝΑΤΟ, χωρίς ωστόσο να έχει δημοσιοποιηθεί το πλήρες κείμενο της συμφωνίας ούτε να έχει διευκρινιστεί ο ακριβής τρόπος με τον οποίο θα ενεργοποιούνται οι δεσμεύσεις αμοιβαίας άμυνας.
Η Τουρκία έχει ήδη ξεκαθαρίσει ότι η συμφωνία δεν στρέφεται εναντίον του Ιράν ή οποιασδήποτε άλλης χώρας. Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν υπογράμμισε ότι δεν κατονομάζεται κάποιος κοινός εχθρός, ενώ και το Πακιστάν χαρακτηρίζει τη συμφωνία «αποκλειστικά αμυντική».
Ωστόσο, για την Τεχεράνη το σημαντικότερο στοιχείο βρίσκεται στο ευρύτερο γεωπολιτικό μήνυμα. Η Σαουδική Αραβία, που επί δεκαετίες βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό στην αμερικανική στρατιωτική προστασία, αναζητά πλέον πρόσθετες εγγυήσεις ασφαλείας μέσω περιφερειακών και διακρατικών συνεργασιών.
Η εξέλιξη έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η περιοχή βρίσκεται σε ιδιαίτερα εύθραυστη κατάσταση, μετά τις επιθέσεις του Ιράν και των συμμάχων του εναντίον στόχων στη Σαουδική Αραβία, αλλά και την πρόσφατη επίθεση των Χούθι σε εγκατάσταση της Saudi Aramco στη Τζιζάν.
Παράλληλα, η Τεχεράνη συνεχίζει να πιέζει την Ουάσινγκτον για την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ, ζητώντας μεταξύ άλλων άρση των κυρώσεων, αποζημίωση για τις ζημιές από τις αμερικανικές επιθέσεις και τερματισμό των στρατιωτικών ενεργειών εναντίον του Ιράν και των συμμάχων του.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η συμφωνία Σαουδικής Αραβίας, Πακιστάν και Τουρκίας αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Το Πακιστάν διαθέτει πυρηνικό οπλοστάσιο, η Τουρκία σημαντικές στρατιωτικές δυνατότητες και αμυντική βιομηχανία, ενώ η Σαουδική Αραβία διαθέτει οικονομική ισχύ και κεντρικό ρόλο στον αραβικό και μουσουλμανικό κόσμο.
Η κίνηση αυτή δεν σημαίνει απαραίτητα ότι οι τρεις χώρες απομακρύνονται από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Δείχνει, όμως, ότι στη Μέση Ανατολή ενισχύεται η τάση για μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία και για δημιουργία εναλλακτικών μηχανισμών ασφαλείας, σε μια περίοδο κατά την οποία η αξιοπιστία της αμερικανικής «ομπρέλας» αμφισβητείται ολοένα και περισσότερο.
Κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook
Ακολούθησε μας στο Twitter
Κάνε εγγραφή στο κανάλι μας στο Youtube
Γίνε μέλος στο κανάλι μας στο Viber
– Αναφέρεται ως πηγή το ertnews.gr στο σημείο όπου γίνεται η αναφορά.
– Στο τέλος του άρθρου ως Πηγή
– Σε ένα από τα δύο σημεία να υπάρχει ενεργός σύνδεσμος