COP17 για τη βιοποικιλότητα: Συμφωνία για την εντατικοποίηση των προσπαθειών προστασίας της φύσης

Ωστόσο, υπήρξαν διαφωνίες για το ποιες χώρες πρέπει να χρηματοδοτούν την παγκόσμια προσπάθεια.

Σχεδόν 200 έθνη υιοθέτησαν την Παρασκευή 30 Οκτωβρίου, συμφωνίες που επιτεύχθηκαν έπειτα από σκληρές διαπραγματεύσεις στο πλαίσιο της Διάσκεψης των Ηνωμένων Εθνών για τη Βιοποικιλότητα COP17, στο Γερεβάν, την πρωτεύουσα της Αρμενίας. Οι σύνεδροι ξέσπασαν σε ζητωκραυγές όταν εγκρίθηκαν τα κρίσιμα κείμενα.

Η COP17 αποτέλεσε σε μεγάλο βαθμό μια αποτίμηση της προόδου που έχει σημειωθεί ως προς τις δεσμεύσεις προηγούμενων ετών, με έμφαση στην εφαρμογή τους και στα μακροπρόθεσμα αποτελέσματα. Διαπιστώθηκε ότι οι περισσότεροι από τους στόχους δεν έχουν επιτευχθεί– συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αφορούν την προστασία του 30% της ξηράς και των ωκεανών του πλανήτη, την αντιμετώπιση της ρύπανσης και την παροχή αυξημένης χρηματοδότησης προς τις φτωχότερες χώρες για τη διατήρηση της βιοποικιλότητας.

Παράλληλα, οι αυτόχθονες πληθυσμοί καλούν τις κυβερνήσεις να σεβαστούν τα δικαιώματά τους, να αναγνωρίσουν την παραδοσιακή τους γνώση και να διασφαλίσουν την ουσιαστική συμμετοχή τους στις αποφάσεις που αφορούν τις εκτάσεις γης και τα ύδατα που προστατεύουν.

Πόσο κοντά βρίσκονται οι χώρες στην επίτευξη των στόχων για την προστασία της φύσης;

Στις 15 Οκτωβρίου, ο γενικός γραμματέας του ΟΗΕ, Αντόνιο Γκουτέρες, παρουσίασε την πρώτη παγκόσμια έκθεση για την πρόοδο εφαρμογής του Παγκόσμιου Πλαισίου για τη Βιοποικιλότητα Κουνμίνγκ-Μόντρεαλ (KMGBF), το οποίο αποκαλείται και «Συμφωνία του Παρισιού για τη Φύση».

Η έκθεση με τίτλο «State of Biodiversity Action» διαπίστωσε ότι λιγότεροι από τους μισούς εθνικούς στόχους που αξιολογήθηκαν βρίσκονται σε τροχιά επίτευξης. Η έκθεση εξετάζει και τους 23 παγκόσμιους στόχους που υιοθετήθηκαν από 196 συμβαλλόμενα μέρη, στο πλαίσιο της ιστορικής συμφωνίας που επιτεύχθηκε στην COP15 το 2022. Καθώς έχει πλέον διανυθεί το ήμισυ της διαδρομής έως την προθεσμία του 2030, τα στοιχεία δείχνουν ότι σημειώνεται πρόοδος, αλλά με πολύ αργούς ρυθμούς.

Όσον αφορά τον κεντρικό στόχο «30×30», δηλαδή την προστασία τουλάχιστον του 30% της χερσαίας και θαλάσσιας έκτασης του πλανήτη έως το τέλος της δεκαετίας, τα δεδομένα από τη βάση Protected Planet δείχνουν ότι σήμερα προστατεύεται περίπου το 19% της ξηράς και των εσωτερικών υδάτων, καθώς και το 10% των ωκεανών. Στις 16 Οκτωβρίου, λίγο πριν από την έναρξη της COP17, οι ηγέτες κρατών υιοθέτησαν τη «Διακήρυξη του Γερεβάν: Ανάληψη δράσης για τη φύση», επαναβεβαιώνοντας τη δέσμευση για την επίτευξη του στόχου έως το 2030.

Ξεχωριστή έκθεση του Προγράμματος των Ηνωμένων Εθνών για το Περιβάλλον (UNEP), που δημοσιεύθηκε στις 29 Οκτωβρίου με τίτλο «Nature’s Comeback», εξέτασε έναν συναφή στόχο: την αποτελεσματική αποκατάσταση τουλάχιστον του 30% των υποβαθμισμένων οικοσυστημάτων έως το 2030. Σύμφωνα με την έκθεση, η αποκατάσταση των χερσαίων εκτάσεων έχει καλύψει σχεδόν το ήμισυ του στόχου. Ωστόσο, η πρόοδος στα θαλάσσια και παράκτια οικοσυστήματα φτάνει μόλις το 23% του παγκόσμιου στόχου, ενώ στα οικοσυστήματα γλυκού νερού, τα οποία υποβαθμίζονται με τους ταχύτερους ρυθμούς, περιορίζεται στο 5%. Η έκθεση επισημαίνει, πάντως, ότι οι ελλείψεις στην παρακολούθηση και την καταγραφή των δεδομένων ενδέχεται να οδηγούν σε υποεκτίμηση του πραγματικού ποσοστού.

Η χρηματοδότηση για την αποκατάσταση της φύσης δεν επαρκεί

Η έλλειψη χρηματοδότησης αποτελεί σημαντικό εμπόδιο για την επίτευξη των στόχων του 2030 σχετικά με τη βιοποικιλότητα, με τις κυβερνήσεις να αναζητούν τρόπους άντλησης πόρων τόσο από δημόσιες όσο και από ιδιωτικές πηγές.

Πέρυσι, οι αντιπροσωπείες συμφώνησαν σε μια στρατηγική για την κινητοποίηση τουλάχιστον 180 δισ. ευρώ ετησίως έως το 2030, με στόχο να καλυφθεί το παγκόσμιο χρηματοδοτικό κενό για τη βιοποικιλότητα. Σήμερα, το ετήσιο έλλειμμα των αναγκαίων πόρων για την προστασία της φύσης εκτιμάται σε περίπου 628 δισ. ευρώ. Σύμφωνα με την έκθεση του UNEP, οι ετήσιες επενδύσεις αποκλειστικά για την αποκατάσταση των οικοσυστημάτων θα πρέπει να αυξηθούν από 57,5 δισ. ευρώ σε 266 δισ. ευρώ έως το 2030.

Η έκθεση επισημαίνει ότι ένα από τα εμπόδια στην εξασφάλιση άμεσης χρηματοδότησης είναι ο χρόνος που απαιτείται για να αποδώσουν τα οφέλη τέτοιων επενδύσεων, όπως η προστασία από τις πλημμύρες, το καθαρό πόσιμο νερό, η αποθήκευση άνθρακα και τα υγιέστερα οικοσυστήματα.

Το UNEP ζητά από τις κυβερνήσεις και τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα να εγκαταλείψουν τη λογική της χρηματοδότησης μεμονωμένων έργων και να στραφούν στη δημιουργία «οικονομιών αποκατάστασης». Αυτό προϋποθέτει την αναγνώριση της οικονομικής αξίας των υγιών οικοσυστημάτων, την προσέλκυση ιδιωτικών επενδύσεων και τον περιορισμό των κινήτρων που ενθαρρύνουν την περιβαλλοντική υποβάθμιση. Σύμφωνα με τη Γραμματεία της Σύμβασης για τη Βιολογική Ποικιλότητα (CBD), κατά τη διάρκεια της συνόδου ανακοινώθηκε νέα χρηματοδότηση που ξεπερνά τα 1,8 δισ. δολάρια (1,6 δισ. ευρώ).

Εμπόδια και αντιρρήσεις

Στην COP17 σημειώθηκαν έντονες αντιπαραθέσεις σχετικά με το ποιος πρέπει να αναλάβει τη χρηματοδότηση της παγκόσμιας προστασίας της φύσης. Η ΕΕ υποστήριξε ότι οι πλούσιες αναδυόμενες οικονομίες, όπως τα κράτη του Κόλπου και η Κίνα, θα πρέπει να ενταχθούν στην ομάδα των περίπου δύο δωδεκάδων χωρών, κυρίως δυτικών, που έχουν επίσημα την υποχρέωση να παρέχουν χρηματοδότηση για τη βιοποικιλότητα στις αναπτυσσόμενες χώρες. Σύμφωνα με πληροφορίες, η Σαουδική Αραβία και το Κατάρ αντιτάχθηκαν σε αυτή την πρόταση, με αποτέλεσμα οι συνομιλίες να οδηγηθούν σε αδιέξοδο.

Δυσκολίες αντιμετώπισαν και οι προσπάθειες ενίσχυσης του Cali Fund, ενός μηχανισμού του ΟΗΕ που προβλέπει τον επιμερισμό των κερδών από εταιρείες οι οποίες χρησιμοποιούν γενετικά δεδομένα φυτών και άλλων οργανισμών. Κατά την έναρξή του, στις αρχές του 2025, το ταμείο είχε θέσει ως στόχο να συγκεντρώνει 1 δισ. δολάρια (893 εκατ. ευρώ) ετησίως για την προστασία της φύσης στις αναπτυσσόμενες χώρες. Μέχρι σήμερα, ωστόσο, έχει προσελκύσει μόλις περίπου 10.000 δολάρια (8.900 ευρώ). Οι συνεισφορές είναι εθελοντικές, γεγονός που βρίσκεται στον πυρήνα της διαφωνίας.

Βλαβερές επιδοτήσεις

Αγκάθι στις διαπραγματεύσεις αποτελούν και οι επιδοτήσεις που βλάπτουν το περιβάλλον. Ο Στόχος 18 του πλαισίου προβλέπει τη μείωση των επιδοτήσεων που επιβαρύνουν τη φύση κατά τουλάχιστον 500 δισ. δολάρια (447 δισ. ευρώ) ετησίως έως το 2030. Οι χώρες εξακολουθούν να διαφωνούν ως προς τη διατύπωση των δεσμεύσεων για τη μείωση ή τη σταδιακή κατάργηση τέτοιων κινήτρων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι αγροτικές επιδοτήσεις.

Στις 27 Οκτωβρίου, η ΕΕ ανακοίνωσε τη δημιουργία της πρωτοβουλίας «Friends of Credits for Nature and Biodiversity», με στόχο την προσέλκυση επενδύσεων για την αποκατάσταση και την προστασία της φύσης, μετατρέποντας αυτές τις δράσεις σε κάτι απτό και εμπορεύσιμο. Οι επικριτές, ωστόσο, προειδοποιούν ότι τα λεγόμενα «πιστωτικά μόρια για τη φύση» (nature credits) είναι δύσκολο να επαληθευτούν και ενδέχεται να ενθαρρύνουν το φαινόμενο του «πράσινου ξεπλύματος» (greenwashing). Αυτό συμβαίνει όταν οι εταιρείες χρησιμοποιούν τέτοιους μηχανισμούς για να αντισταθμίσουν την περιβαλλοντική ζημιά που προκαλούν, αντί να περιορίζουν τις ίδιες τις επιπτώσεις τους.

Πηγή: Με πληροφορίες από Euronews, Le Monde

Όλες οι Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο,  στο ertnews.gr
Διάβασε όλες τις ειδήσεις μας στο Google
Κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook
Ακολούθησε μας στο Twitter
Κάνε εγγραφή στο κανάλι μας στο Youtube
Γίνε μέλος στο κανάλι μας στο Viber

Προσοχή! Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των πληροφοριών του παραπάνω άρθρου (όχι αυτολεξεί) ή μέρους αυτών μόνο αν:
– Αναφέρεται ως πηγή το ertnews.gr στο σημείο όπου γίνεται η αναφορά.
– Στο τέλος του άρθρου ως Πηγή
– Σε ένα από τα δύο σημεία να υπάρχει ενεργός σύνδεσμος