Στόχοι που αλλάζουν, ασαφή χρονοδιαγράμματα και αδύναμοι λόγοι: σε αρκετές περιπτώσεις, η επίθεση ΗΠΑ-Ισραήλ στο Ιράν παρουσιάζει παράδοξες ομοιότητες με την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία. Ωστόσο, η σύγκριση αυτή κάθε άλλο παρά ακριβής είναι. Το 2022, ο Ρώσσος πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν έστειλε έναν τεράστιο στρατό πέρα από τα σύνορα της Ουκρανίας σε μια απρόκλητη εισβολή σε ένα δημοκρατικό κράτος, μια εκστρατεία που γρήγορα οδήγησε σε βαριές απώλειες. Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν μέχρι στιγμής περιορίσει σε μεγάλο βαθμό τη συμμετοχή τους σε αεροπορικές επιδρομές εναντίον του Ιράν.
Παρά τις διαφορές, οι ομοιότητες είναι δύσκολο να παραβλεφθούν. Και στις δύο συγκρούσεις, οι στόχοι έχουν μετατοπιστεί επανειλημμένα. Στις πρώτες ανακοινώσεις τους, οι ΗΠΑ παρουσίασαν τις επιδρομές ως αντίμετρο στην προσπάθεια του Ιράν να αποκτήσει πυρηνικά όπλα. Οι αξιωματούχοι υπογράμμισαν επίσης την ανάγκη να υπονομευτούν οι πυραυλικές δυνατότητες του Ιράν και να αποδυναμωθεί η στρατιωτική υποδομή που στηρίζει το περιφερειακό δίκτυο αντιπροσώπων του. Ωστόσο, οι στόχοι έχουν γίνει σταδιακά πιο μεγαλεπήβολοι.
Ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι η ηγεσία του Ιράν θα πρέπει να αντικατασταθεί, ανοίγοντας δημόσια το ενδεχόμενο αλλαγής καθεστώτος, και πιο πρόσφατα κάλεσε για «άνευ όρων παράδοση» της Τεχεράνης. Στον πόλεμο της Ρωσίας στην Ουκρανία, το Κρεμλίνο επίσης μετατόπιζε επανειλημμένα τους στόχους του. Όταν ο Πούτιν ξεκίνησε την εισβολή τον Φεβρουάριο του 2022, δήλωσε ότι ο στόχος ήταν η «αποστρατικοποίηση και η αποναζιστικοποίηση» της Ουκρανίας – φράση που ερμηνεύθηκε ευρέως ως ώθηση για αλλαγή καθεστώτος στο Κίεβο. Καθώς ο πόλεμος συνεχιζόταν, το Κρεμλίνο παρουσίαζε όλο και περισσότερο τη σύγκρουση ως προσπάθεια προστασίας των Ρώσων ομιλητών στην ανατολική Ουκρανία και εξασφάλισης ελέγχου σε εδάφη που αργότερα προσάρτησε.
Οι ομοιότητες φαίνονται και στη γλώσσα που χρησιμοποιείται. Και οι δύο πλευρές παρουσίασαν τις ενέργειές τους ως αμυντικές, επικαλούμενες, σύμφωνα με ειδικούς, τουλάχιστον αμφιλεγόμενους ισχυρισμούς ότι δρούσαν για να αποτρέψουν άμεση απειλή.
Την περασμένη εβδομάδα, ο Αμερικανός υπουργός Άμυνας, Πιτ Χέγκσεθ, δήλωσε ότι οι ΗΠΑ «δεν ξεκίνησαν αυτόν τον πόλεμο, αλλά υπό τον Πρόεδρο Τραμπ τον ολοκληρώνουμε».
Κατά τη διάρκεια του δικού του πολέμου, ο Πούτιν χρησιμοποίησε παρόμοια γλώσσα.
«Δεν ξεκινήσαμε τον λεγόμενο πόλεμο στην Ουκρανία», δήλωσε τον Φεβρουάριο του 2022. «Προσπαθούμε να τον ολοκληρώσουμε».
Κανένας από τους ηγέτες δεν περίμενε ότι θα εμπλακεί σε παρατεταμένη σύγκρουση. Ο Πούτιν φαινόταν να πιστεύει ότι ο πόλεμος στην Ουκρανία θα διαρκούσε μόνο λίγες εβδομάδες και ότι θα μπορούσε να επαναλάβει την ταχεία κατάληψη της Κριμαίας το 2014.
Εν τω μεταξύ, ο Τραμπ μπήκε στην αντιπαράθεση ενδυναμωμένος από την φαινομενική επιτυχία της αμερικανικής επιχείρησης νωρίτερα φέτος, η οποία συνέλαβε τον πρόεδρο της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο. Ενδεικτικά, ορισμένοι Αμερικανοί αξιωματούχοι και το Κρεμλίνο απέφευγαν να χαρακτηρίσουν τις ενέργειές τους ως πράξεις πολέμου, υποδηλώνοντας ότι περίμεναν η σύγκρουση να είναι σύντομη.
Τέσσερα χρόνια μετά την εισβολή, ο Πούτιν εξακολουθεί να αποφεύγει να χρησιμοποιήσει τη λέξη «πόλεμος», επιμένοντας να αποκαλεί την εισβολή «ειδική στρατιωτική επιχείρηση» – γλώσσα που επιβάλλεται στο εσωτερικό μέσω αυστηρών νόμων λογοκρισίας που έχουν στείλει επικριτές στη φυλακή.
Κάποιοι στην Ουάσιγκτον επίσης διστάζουν να χρησιμοποιήσουν τη λέξη «πόλεμος». Σε ερώτηση την περασμένη εβδομάδα αν οι ενέργειες των ΗΠΑ συνιστούν πόλεμο, ο πρόεδρος της Βουλής, Μάικ Τζόνσον, απάντησε: «Νομίζω ότι πρόκειται για περιορισμένη επιχείρηση».
Διαβάστε επίσης: Πώς ωφελείται η Ρωσία από τον πόλεμο στο Ιράν
Έπειτα, ήρθε η αντίδραση των πολιτικών και των μέσων ενημέρωσης. Μέρος του ρωσικού κατεστημένου, αρχικά σοκαρισμένο από την εισβολή στην Ουκρανία, τελικά συναίνεσαν, υποστηρίζοντας ότι ο Πούτιν πρέπει να ολοκληρώσει ό,τι είχε ξεκινήσει. Ορισμένα μέλη του εξόριστου ρωσικού αντιπολεμικού κινήματος υπογράμμισαν γρήγορα τις ομοιότητες στην αντίδραση στη νέα σύγκρουση, σημειώνοντας πώς οι Αμερικανοί σχολιαστές που είχαν επικρίνει έντονα την εισβολή της Ρωσίας δυσκολεύονται να κρατήσουν την ίδια σαφή στάση όταν η χώρα τους πηγαίνει σε πόλεμο.
«Όταν οι πρόεδροί μας αποφασίζουν να πάνε σε πόλεμο, ακόμη κι αν διαφωνώ με την απόφαση και τη διαδικασία – όπως συμβαίνει με τον τρέχοντα πόλεμο μας με το Ιράν – εξακολουθώ να θέλω οι ένοπλες δυνάμεις μας να νικήσουν», έγραψε ο Μάικλ ΜακΦόουλ στο X, πρώην πρεσβευτής των ΗΠΑ στη Μόσχα υπό τον Μπαράκ Ομπάμα και συχνός επικριτής του Τραμπ.
Το ερώτημα τώρα είναι αν οι ΗΠΑ μπορούν να αποφύγουν τις παγίδες που έπιασαν τη Ρωσία στην Ουκρανία. Σύμφωνα με δημοσιεύματα, ο Τραμπ έχει πρόσφατα θέσει το ενδεχόμενο αποστολής ειδικών δυνάμεων στο Ιράν για να εξασφαλίσουν τα αποθέματα εμπλουτισμένου ουρανίου της χώρας. Στις πρώτες ημέρες της εισβολής στην Ουκρανία, η Ρωσία είχε αναπτύξει ελίτ αερομεταφερόμενες δυνάμεις για την κατάληψη ενός κρίσιμου αεροδρομίου κοντά στο Κίεβο, μια επικίνδυνη επιχείρηση που κατέληξε σε μεγάλες απώλειες.
Σχολιάζοντας την εκστρατεία ΗΠΑ-Ισραήλ, ο Ντάνι Κιτρινόβιτς, μη μόνιμος ερευνητής στο Atlantic Council, προειδοποίησε ότι «όταν οι στρατηγικοί στόχοι γίνονται υπερβολικά φιλόδοξοι ή μη ρεαλιστικοί, ακόμη και μια επιτυχημένη στρατιωτική εκστρατεία μπορεί σταδιακά να μετατραπεί σε πόλεμο φθοράς».
«Για να αποφευχθεί αυτό το αποτέλεσμα, είναι απαραίτητο να οριστούν σαφείς, ρεαλιστικοί στόχοι – μετρήσιμοι και με ξεκάθαρο σημείο στο οποίο η εκστρατεία μπορεί να ολοκληρωθεί», πρόσθεσε σε ανάρτησή του στο X.
Ο συνταξιούχος Ρώσος διπλωμάτης Βλαντιμίρ Φρόλοφ σχολίασε με χιούμορ: «Ακούγεται γνώριμο».
Πηγή: Guardian
Κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook
Ακολούθησε μας στο Twitter
Κάνε εγγραφή στο κανάλι μας στο Youtube
Γίνε μέλος στο κανάλι μας στο Viber
– Αναφέρεται ως πηγή το ertnews.gr στο σημείο όπου γίνεται η αναφορά.
– Στο τέλος του άρθρου ως Πηγή
– Σε ένα από τα δύο σημεία να υπάρχει ενεργός σύνδεσμος