Ανάλυση: Τα Ψευτοδιλήμματα της Εσωτερικής Ασφάλειας

Με αφορμή την τραγική δολοφονία της 20χρονης μητέρας στα Γλυκά Νερά άνοιξε εκ νέου μια συζήτηση για την ασφάλεια, η οποία καλό θα ήταν επιτέλους να τελεσφορήσει. Ξαναδιαπιστώσαμε ρωγμές στο σωφρονιστικό μας σύστημα, προβληματιστήκαμε για τις ποινές, και πολύ καλά κάναμε, εστιάσαμε στα προβλήματα της απονομής της Δικαιοσύνης. Θα μείνουμε όμως μόνο στον προβληματισμό;

ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ Ι. ΚΙΤΣΟΥ, ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ

Το πλέον κομβικό σημείο της εσωτερικής ασφάλειας σχετίζεται με τη δημόσια τάξη και η δικαιοδοσία για την αντιμετώπιση των απειλών κατά αυτής ανήκει στην Ελληνική Αστυνομία και τη Δικαιοσύνη. Και ερχόμαστε στο βασικό ερώτημα που πρέπει να μας απασχολεί ως κοινωνία, τι είδους αστυνόμευση θέλουμε; Οργανωτικά υπάρχουν όλα τα εχέγγυα, όπως αποδεικνύεται εν τοις πράγμασι, για τη δράση των αρμόδιων υπηρεσιών που είναι επιφορτισμένες με τη θωράκιση της εσωτερικής ασφάλειας. Εάν δεν απαντήσουμε όμως στο παραπάνω ερώτημα, θεσμικά, κοινωνικά, ιδεολογικά, δεν μπορούμε να χαράξουμε ως χώρα τη στρατηγική για την εσωτερική μας ασφάλεια. Να απαντήσουμε όμως ξεκάθαρα, χωρίς περιστροφές και με πολιτική κυρίως ομοφωνία.

Οι απειλές κατά της εσωτερικής ασφάλειας είναι πολύ διαφορετικές εδώ και δυο δεκαετίες τουλάχιστον και η ελληνική κοινωνία δυστυχώς φαίνεται να παραμένει στην οπτική του ’80, όταν το οργανωμένο έγκλημα είχε άλλα χαρακτηριστικά και η χώρα έκλεινε δια παντός τις πληγές της χούντας. Η εθελοτυφλία όμως, οι αγκυλώσεις και η αναπόληση περασμένων ειδυλλιακών εποχών δεν προσφέρουν καμία απολύτως λύση στο πρόβλημα, καθώς οι πολίτες διακατέχονται από ανασφάλεια όσον αφορά στις απειλές που δέχονται λόγω των υψηλών ποσοστών εγκληματικότητας από μορφές του οργανωμένου εγκλήματος. Μην ξεχνάμε ότι λίγα μόλις χρόνια πριν,  ομάδες με ακραίο ιδεολογικό υπόβαθρο εκμεταλλεύονταν τον φόβο των πολιτών, ώστε να λειτουργούν αυτές, με χρήση βίας κυρίως κατά αλλοδαπών πολιτών, ως ομάδες καταστολής και περιφρούρησης, καταλύοντας έτσι κάθε έννοια νομιμότητας.

Ταυτόχρονα όμως με την ανασφάλειά μας, ταλανιζόμαστε ως κοινωνία και με ψευτοδιλήμματα τύπου «προστασία έννομης τάξης ή ανθρώπινα δικαιώματα», «αστυνόμευση ή ελευθερία της έκφρασης», που μας εμποδίζουν να συμφωνήσουμε σε στρατηγικές πρόληψης και αντιμετώπισης.  Τα διλήμματα αυτά είναι κατάφωρα ψεύτικα, καθώς η Ελλάδα είναι μια χώρα, με εδραιωμένη δημοκρατία, που τα ανθρώπινα δικαιώματα και οι ατομικές ελευθερίες προστατεύονται θεσμικά. Ας ξεπεράσουμε τα σύνδρομα της δεκαετίας του ’70, ξεθωριασμένα στην εποχή μας, και ας αντιληφθούμε τα νέα δεδομένα και τις νέες προκλήσεις.

Η εγκληματικότητα για παράδειγμα στη Νέα Υόρκη μειώνεται σταθερά τα τελευταία 30 χρόνια και οι μελέτες δείχνουν ότι αυτό επιτελέστηκε, γιατί εστίασαν στην αστυνόμευση, στοχεύοντας στην πρόληψη του εγκλήματος. Όμως, είχαν ήδη συμφωνήσει ως κοινωνία ότι αυτό χρειαζόταν ως λύση και αυτό επιδίωξαν. Εμείς ακόμη παλεύουμε να καταλάβουμε τι χρειαζόμαστε, για να χαράξουμε στοχευμένα τη στρατηγική μας.

Η εσωτερική ασφάλεια αφορά άμεσα τη ζωή των πολιτών, ύψιστο αγαθό, και οποιαδήποτε απειλή κατά αυτής πρέπει να προλαμβάνεται και να αντιμετωπίζεται. Όμως, στον τομέα της εγκληματικότητας, και για την πρόληψη και για την αντιμετώπιση, προσκρούουμε διαρκώς σε αυτά τα ψευτοδιλήμματα που προβάλλονται κατ’ επίφαση.

Τα δημοκρατικά και ανθρωπιστικά εχέγγυα για τη νόμιμη και αποτελεσματική καταπολέμηση της εγκληματικότητας παρέχονται από το ίδιο το κράτος δικαίου. Αυτό, με τη σειρά του, θέτει και τα όρια δράσης των υπηρεσιών που είναι επιφορτισμένες με το έργο της καταπολέμησης του εγκλήματος, ώστε να διασφαλίζονται πλήρως τα ανθρώπινα δικαιώματα και οι ατομικές ελευθερίες. Απαιτείται βεβαίως και η συνεχής επικαιροποίηση του νομικού πλαισίου, με την ενσωμάτωση π.χ διακρατικών συμφωνιών, για την αντιμετώπιση του εγκλήματος, νέων απειλών που εμφανίζονται και νέων κοινωνικών δεδομένων.

Το οργανωμένο έγκλημα στην Ελλάδα δυστυχώς βιώνει τη σκληρή του εποχή και αυτό είναι πλέον πασιφανές. Η εμμονική, παρελθοντικού τύπου, ματιά στο πρόβλημα αυξάνει απλώς την αναποτελεσματικότητα και σε καμία περίπτωση δεν προστατεύει τις ατομικές ελευθερίες, αλλά αντίθετα θέτει σε μεγαλύτερο κίνδυνο τη ζωή των πολιτών, την οποία οφείλουν οι διοικούντες να υπερασπιστούν με σοβαρότητα και αίσθημα ευθύνης.

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ