Αν κάτι εκτιμώ βαθύτατα στο σύνολο της φιλμογραφίας του Πάμπλο Λαραΐν είναι πως ουδέποτε φοβήθηκε την υπερβολή, ακόμα και στις πιο πειθαρχημένες ταινίες του. Πάντα πίσω από την κομψότητα της εικόνας υπήρχε η διάθεση να φτάσει στα άκρα μια ιδέα που οι μεγάλοι δημιουργοί που παίζουν με ασφάλεια θα το απέφευγαν. Στο «My Sad Dead» («Mis muertos tristes») αυτή η τόλμη παραμένει παρούσα, το πρόβλημα είναι ότι αυτή τη φορά μαζί της έρχεται και μια επικίνδυνη έλλειψη μέτρου.
Για πρώτη φορά ο Χιλιανός σκηνοθέτης μεταφέρει το βλέμμα του στην Αργεντινή, διασκευάζοντας ιστορίες της Μαριάνα Ενρίκες κάπου ανάμεσα στο κοινωνικό δράμα, το σινεμά του φανταστικού και τον κινηματογράφο φρίκης. Στο επίκεντρο βρίσκεται η Έμα, μια πρόσφατα συνταξιοδοτημένη γιατρός που μπορεί να βλέπει και να ακούει τους νεκρούς. Αυτό το ταλέντο το μαθαίνουμε σχεδόν άμεσα μετά την συνταξιοδότηση/απολυσή της. Η άφιξη της υπέρβασης ανιψιάς της και μια σειρά βίαιων θανάτων στην περιοχή που κατοικούσε η μητέρα της σε μια παραμελημένη συνοικία αρχίζουν σταδιακά να καταργούν τα όρια ανάμεσα στους δύο κόσμους, των ζωντανών και των μακριά από εδώ.
Η ιδέα φαντάζει σαρωτική ιδιαίτερα με τις ικανότητες αυτού του σκηνοθέτη καθώς ξεκινάει με μια πολύ ενδιαφέρουσα επιλογή: δεν αντιμετωπίζει τα φαντάσματα με τον τρόμο που προκαλεί ένα σεντόνι που αιωρείται. Είναι μια διπλότυπος στον χώρο των ζωντανών που μόνο ελάχιστοι έχουν τη δυνατότητα να τους συναντούν.
Οι νεκροί όμως της Ενρίκες και του Λαραΐν δεν επιστρέφουν μόνο για να στοιχειώσουν τους ζωντανούς αλλά επιθυμούν να ακουστούν, να αναγνωριστούν, ίσως ακόμη και να πάψουν να υπάρχουν αποκλειστικά μέσα από τις αναμνήσεις εκείνων που έμειναν πίσω. Είναι μια όμορφη αντιστροφή της κλασικής ιστορίας φαντασμάτων: αντί να αναρωτιόμαστε μόνο τι κάνουν οι νεκροί στους ζωντανούς, η ταινία επιχειρεί να αναρωτηθεί τι κάνουν οι ζωντανοί στους νεκρούς όταν τους μετατρέπουν σε ανάμνηση, ενοχή ή προσωπικό τραύμα.
Μέχρι εδώ… θαύμα! Ο Λαραΐν αντιλαμβάνεται ότι το αόρατο γίνεται συχνά πιο τρομακτικό όταν δεν αποκτά εικόνα. Φωνές, θόρυβοι και παρουσίες έξω από το κάδρο δημιουργούν έναν δεύτερο κινηματογραφικό χώρο, ο οποίος πολλές φορές είναι πιο υποβλητικός από εκείνον που βλέπουμε. Το φάντασμα δεν χρειάζεται να εμφανιστεί για να υπάρχει, αρκεί μια γειτόνισσα να μας υπενθυμίσει την ύπαρξη του και αμέσως το αισθανόμαστε ότι βρίσκεται λίγο πιο πέρα από το όριο της εικόνας.
Δυστυχώς κάπου εκεί κρύβεται η αποτυχία της πολύωρης ταινίας «My Sad Dead» καθώς δυσκολεύεται να μετατρέψει τον πλούτο των ιδεών του σε πραγματικά συμπαγή κινηματογραφική αφήγηση.

Το έργο που αρχικά σχεδιάστηκε ως μίνι σειρά τεσσάρων επεισοδίων και παρουσιάζεται στο Σαν Σεμπαστιάν σε μια κινηματογραφική εκδοχή που πλησιάζει τις τρεις ώρες προδίδει αυτή την καταγωγή του.
Η ταινία έχει περισσότερα πράγματα να πει από όσα μπορεί να οργανώσει και να παρουσιάσει απλά και δομημένα. Θα μπορούσε να είναι ένα μικρό και μικρότερο αριστούργημα για τους ανθρώπους που δυσκολεύονται να αποχαιρετήσουν κάτι ή κάποιον που δεν επιστρέφει, όμως, παθαίνει την ασθένεια του πρωτοεμφανιζόμενου δημιουργού και θέλει να τα πει όλα με στόμφο έφηβου και εμπειρία ανάλογη.
Άπειροι χαρακτήρες που για κινηματογραφική οικονομία θα έπρεπε να μειωθούν τουλάχιστον στους μισούς, παράλληλες ιστορίες που θα εξυπηρετούσαν μόνο το γέμισμα ενός επεισοδίου, κοινωνική βία που είτε τη βλέπουμε είτε μας την αφηγούνται δεν οριοθετεί το πλαίσιο, πένθος στο ολουθε χωρίς εστίαση και κάθαρση, οικογενειακά φαντάσματα που στην πραγματικότητα δεν στοιχειώνουν κανένα, μεταφυσική ακόμα και όπου δεν είναι αναγκαία, ταξική εγκατάλειψη ανεκμετάλλευτη για τον πυρήνα της ιστορίας και μια γενική και διάσπαρτη λατινοαμερικανική σχέση με το υπερφυσικό συνυπάρχουν σε ένα δημιούργημα που συνεχώς ανοίγει σαν βεντάλια ενώ στην πραγματικότητα δεν κάνει αέρα.
Η διάρκεια από μόνη της φυσικά δεν αποτελεί ελάττωμα. Μια τρίωρη ταινία μπορεί να είναι κινηματογραφικά πυκνότερη από μία των ενενήντα λεπτών (δες τις ταινίες του Μπελά Ταρ). Εδώ όμως υπάρχουν στιγμές στις οποίες ο χρόνος δεν λειτουργεί ως συσσώρευση αλλά ως αραίωση. Το μυστήριο δεν βαθαίνει πάντοτε όσο παρατείνεται και οι περισσότερες ιδέες παραμένουν αφηγήσεις παρά ενσωματώνονται στη δράση επιβεβαιώνοντας ότι η φιλοδοξία χρειάζεται και κάποια… πειθαρχία.

Ο Λαραΐν διαθέτει αρκετή σκηνοθετική αυτοπεποίθηση ώστε να κάνει ακόμη και τις αδυναμίες του ενδιαφέρουσες. Δεν φοβάται το αλλόκοτο, τη σωματικότητα, τη σεξουαλικότητα ούτε την παράξενη συνύπαρξη του μακάβριου με το καθημερινό. Ισως επειδή το ταλέντο του συγκρούεται με την έλλειψη οικονομίας και εστίασης, να μας θυμώνει περισσότερο, όπως τον καλό μαθητή που τον πιάνουμε να τεμπελιάζει την ώρα της παράδοσης.
Το «My Sad Dead» μοιάζει σε στιγμές να πιστεύει ότι κάθε ενδιαφέρουσα ιδέα πρέπει υποχρεωτικά να παραμείνει μέσα στην ταινία, αλλά κακά τα ψέματα… ο πλουραλισμός στον κινηματογράφο δεν είναι πάντα αρετή.

Τις λίγες στιγμές που παρουσιάζει τους αποθανόντος ως εκκρεμότητες των ζωντανών, η ταινία απογειώνεται καθώς ο θάνατος των ανθρώπων αποκτά τη διάσταση της νέας ζωής στις ψυχές όσων απομένουν. Το πρόβλημα είναι πως για να φτάσει σε αυτές τις στιγμές, η ταινία ζητά από τον θεατή να περάσει μέσα από μια περιπέτεια που συχνά πλατειάζει, αλλάζει κατεύθυνση και υπερτιμά την ανάγκη να χωρέσει ολόκληρο τον κόσμο της Ενρίκες μέσα σε μία κινηματογραφική αφήγηση.
Το «My Sad Dead» όμως δεν είναι για τα σκουπίδια. Είναι μια άνιση, φιλόδοξη και συχνά συναρπαστική ταινία ενός σκηνοθέτη που εξακολουθεί να αναζητά μορφές και όχι να επαναλαμβάνει συνταγές που απλά ξέχασε ότι η τηλεόραση και το φορματ των σειρών δεν πρέπει να μεταφέρεται ως μασίφ κούτσουρο στον κινηματογράφο.
Κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook
Ακολούθησε μας στο Twitter
Κάνε εγγραφή στο κανάλι μας στο Youtube
Γίνε μέλος στο κανάλι μας στο Viber
– Αναφέρεται ως πηγή το ertnews.gr στο σημείο όπου γίνεται η αναφορά.
– Στο τέλος του άρθρου ως Πηγή
– Σε ένα από τα δύο σημεία να υπάρχει ενεργός σύνδεσμος