Από παιδί έμαθε να συνομιλεί με την πέτρα. Ο 86χρονος κ. Λουκάς Κοντός ξεκίνησε να την πελεκά από την ηλικία των δέκα ετών, δίπλα στον πατέρα του, Σταύρο. Μια τέχνη δύσκολη, επίπονη και απαιτητική, που για δεκαετίες αποτέλεσε κομμάτι της ζωής του.
«Ας βάλουμε από δέκα χρονών ότι ξεκίνησα», θυμάται. Για περίπου σαράντα χρόνια ασχολήθηκε, άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο, με τη λατόμευση και την επεξεργασία της πέτρας. Μαζί με τον πατέρα του έβγαζαν πέτρες από τα βράχια και τις πουλούσαν.
Η δουλειά, όπως την περιγράφει, στην συνέντευξη που παρεχώρησε στην ΕΡΤ και στη δημοσιογράφο Δήμητρα Λαχουρή, ήταν «βαριά, κουραστική, πολύ». Χρειαζόταν δύναμη και αντοχή για να μπορεί κάποιος να εργάζεται ολόκληρη την ημέρα κάτω από τον καυτό ήλιο, μέσα στις πλαγιές και τις ρεματιές.

«Όταν κάποιος έπαιρνε σαράντα δραχμές μεροκάματο, θεωρούσε τον εαυτό του ευτυχισμένο. Εμείς, με αυτά που κάναμε με τις πέτρες με τον πατέρα μου, το μεροκάματο ήταν δεν ήταν είκοσι δραχμές».
Το οικονομικό όφελος ήταν μικρό σε σχέση με τον κόπο. Για να καταλάβει κανείς τις συνθήκες της εποχής, ο κ. Κοντός θυμάται πως ένα κιλό κρέας κόστιζε περίπου 25 δραχμές. Η πέτρα, όμως, απαιτούσε αμέτρητες ώρες σκληρής χειρωνακτικής εργασίας.
Η πέτρα έβγαινε από τα βράχια με τα χέρια
Η περιοχή όπου εργάζονταν ήταν μια πλαγιά γεμάτη βράχια, σε μια ρεματιά που οι ντόπιοι αποκαλούσαν «Ασοκάμπο». Παρότι ολόκληρη η περιοχή είχε πετρώδες έδαφος, εκεί υπήρχαν σημεία όπου η πέτρα ήταν πιο μαλακή και μπορούσε να δουλευτεί ευκολότερα.
Η μεταφορά γινόταν με ζώα. Μουλάρια και γαϊδούρια κουβαλούσαν τις πέτρες, δύο ή τρεις κάθε φορά, όταν το μέγεθος και το βάρος τους το επέτρεπαν.

Τα εργαλεία ήταν απλά, αλλά στα χέρια ενός έμπειρου τεχνίτη γίνονταν προέκταση του σώματός του. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει ένα μεγάλο σφυρί, το «βαριό» ή «βαριόπουλα».
Το συγκεκριμένο εργαλείο, όπως εξηγεί, είχε έρθει από τη Σμύρνη περίπου 150 χρόνια πριν. Πόσους βράχους και πόσες πέτρες έχει σπάσει όλα αυτά τα χρόνια κανείς δεν μπορεί να υπολογίσει. Οι γωνίες του, άλλοτε κοφτερές, έχουν πλέον γίνει αμβλείες και στρογγυλεμένες από τα αμέτρητα χτυπήματα.
«Ατσάλι είναι αυτό. Αλλά οι γωνίες, με τα δισεκατομμύρια χτυπήματα, έχουν φαγωθεί», είπε σκεπτικός.
Με τις σφήνες χτυπούσαν τον βράχο για να τον ανοίξουν και στη συνέχεια έπαιρναν τις μικρότερες πέτρες και τις διαμόρφωναν στο σχήμα που χρειάζονταν. Ό,τι δεν ήταν χρήσιμο απομακρυνόταν.
Για τις πιο λεπτές εργασίες χρησιμοποιούσαν το βελόνι και το ματρακά. Χτύπημα το χτύπημα, η επιφάνεια της πέτρας ίσιωνε και έπαιρνε τη μορφή που επιθυμούσε ο τεχνίτης.

Ακόμη και το σφυρί είχε διαφορετικές χρήσεις. Με κάθετο χτύπημα μπορούσαν να κόψουν ένα κομμάτι πέτρας, την «ασβέντα», όπως την αποκαλεί ο κ. Κοντός, δημιουργώντας μικρότερα κομμάτια.
Όλα αυτά τα εργαλεία ήταν απαραίτητα για τη δουλειά του λαξευτή. Μαζί τους η ακατέργαστη πέτρα μετατρεπόταν σταδιακά σε ένα υλικό έτοιμο να χρησιμοποιηθεί στο χτίσιμο.
Ένα σπίτι χτισμένο με τα δικά του χέρια

Η σχέση του Λουκά Κοντού με την πέτρα δεν σταμάτησε στη δουλειά. Με την ίδια τέχνη έχτισε και το δικό του σπίτι.
Ξεκίνησε από το χαμηλότερο σημείο του οικοπέδου, ανοίγοντας τα θεμέλια. Τότε πήρε την αρραβωνιαστικιά του, τη Βασιλική, και της είπε να ξεκινήσουν μαζί το σπίτι όπου θα κατοικούσαν και θα δημιουργούσαν την οικογένειά τους.
Η πρώτη θεμελιόπετρα ήταν μια πέτρα βάρους περισσότερων από 200 κιλών. Την έπιασαν μαζί και την τοποθέτησαν στη θέση της.
«Την πρώτη θεμελιόπετρα τη γυρίσαμε μαζί».

Από εκεί και πέρα, ο ίδιος και ο πατέρας του ανέλαβαν το χτίσιμο των τοίχων. Ο ένας δούλευε από τη μία πλευρά και ο άλλος από την άλλη. Η Βασιλική είχε τον δικό της ρόλο: κουβαλούσε τη λάσπη και τις πέτρες, βοηθώντας τους δύο άνδρες στην οικοδομή του σπιτιού.
Χρειάστηκαν περίπου δύο χρόνια μέχρι να κλείσει η σκεπή. Οι εργασίες δεν γίνονταν συνεχώς, καθώς στο ενδιάμεσο υπήρχαν και οι αγροτικές υποχρεώσεις.
Έτσι, πέτρα πέτρα και μέρα με τη μέρα, το σπίτι πήρε μορφή.
Οι πέτρινες κολόνες στη μνήμη των παιδιών του
Σήμερα, όμως, το σπίτι αυτό κουβαλά και μια βαθιά προσωπική ιστορία.
«Είναι 27 χρόνια. Είναι μια πονεμένη ιστορία».
Ο κ. Λουκάς και η κ. Βασιλική απέκτησαν τέσσερα παιδιά, τρία κορίτσια και δύο αγόρiα. Όμως κανένα από τα δύο αγόρια δεν βρίσκεται πλέον στη ζωή.
Το πρώτο τους παιδί, ένα αγοράκι, έφυγε μόλις δύο ημερών. Το δεύτερο ήταν ένα ψηλό, γεροδεμένο παλικάρι, όπως το θυμάται ο πατέρας του. Ήταν μόλις 16,5 ετών όταν χάθηκε στη θάλασσα.
«Ήταν δύο μέτρα παλικάρι. Ήταν 30 εκατοστά πιο πάνω από μένα. Ένα γεροδεμένο παλικάρι. Στη θάλασσα χάθηκε».
Η απώλεια σημάδεψε βαθιά την οικογένεια. Και ο κ. Λουκάς Κοντός επέλεξε να εκφράσει τον πόνο και τη μνήμη μέσα από το υλικό που γνώριζε καλύτερα από οτιδήποτε άλλο: την πέτρα.
Έφτιαξε πέτρινες κολόνες ως ενθύμιο των παιδιών του.
«Έκρινα έτσι να κάνω δύο κολόνες για ενθύμιο».
Τρεις κόρες και ένας γιος. Τρεις κολόνες στέκουν συμβολικά για την οικογένεια, ενώ η απώλεια του τέταρτου παιδιού αφήνει ένα κενό που ο ίδιος θέλει να αποτυπώσει ξανά στην πέτρα.
«Σε τρεις κολόνες στέκει η οικογένειά μας. Η τέταρτη χάθηκε. Θα κάνω δύο πέτρινες…»

Η ιστορία του κ. Λουκά Κοντού είναι, τελικά, μια ιστορία για την πέτρα, αλλά όχι μόνο. Είναι η ιστορία ενός ανθρώπου που από παιδί έμαθε να παλεύει με τον βράχο, να τον σπάει, να τον λαξεύει και να του δίνει μορφή. Μια τέχνη που πέρασε από τα χέρια του πατέρα του Σταύρου στα δικά του και από τα δικά του στους τοίχους του σπιτιού του.
Και όταν η ζωή του έφερε τη μεγαλύτερη απώλεια, ήταν πάλι η πέτρα εκείνη που έγινε τρόπος να κρατήσει ζωντανή τη μνήμη.
Γιατί ορισμένες πέτρες δεν χτίζουν μόνο σπίτια. Χτίζουν μνήμες.

Κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook
Ακολούθησε μας στο Twitter
Κάνε εγγραφή στο κανάλι μας στο Youtube
Γίνε μέλος στο κανάλι μας στο Viber
– Αναφέρεται ως πηγή το ertnews.gr στο σημείο όπου γίνεται η αναφορά.
– Στο τέλος του άρθρου ως Πηγή
– Σε ένα από τα δύο σημεία να υπάρχει ενεργός σύνδεσμος