Κομοτηνή: 40 χρόνια μετανάστρια στη Γερμανία

Όταν μετανάστευσε στη Γερμανία για να εργαστεί η κα Όλγα Μυστακίδου ήταν 23 ετών. Ήταν το 1963 που παντρεύτηκε και μετανάστευσε όπως χιλιάδες άλλοι Έλληνες εκείνης της εποχής. « Ήμουν 23 ετών τότε και γύρισα 63 ετών» μας είπε. Την συναντήσαμε ένα απόγευμα του Ιουνίου στην παλιά οδό Ξάνθης. «Η φτώχεια. Η φτώχεια. Τα κάνει όλα Αν είσαι φτωχός, τότε άστα. Να μην γεννηθείς φτωχός. Έχω δύο παιδιά και είναι εκεί. Γεννήθηκαν εκεί, μεγάλωσαν εκεί, έκαναν δικές τους οικογένειες, δουλεύουν εκεί κι εγώ εδώ μόνη μου» . Η κα Όλγα Μυστακίδου γυρίζοντας το χρόνο πίσω στέκεται για λίγα λεπτά αμίλητη όταν την ρωτάμε για τις πρώτες δυσκολίες που αντιμετώπισε φτάνοντας στη Γερμανία. «Πού να θυμάμαι; Καλά ήταν. Είχαμε πάει με συμβόλαιο. Βρήκαμε αμέσως δουλειά, δωμάτιο να μείνουμε, στα χαϊνς με άλλα 2-3 άτομα. Μετά αφού προσαρμοστήκαμε νοικιάσαμε σπίτι και μείναμε χώρια. Ερχόταν το λεωφορείο και μας έπαιρνε , μας πήγαινε στη δουλειά, μας έφερνε. Πέρασαν τα χρόνια».

Χρόνια που κύλησαν σε δύο εργοστάσια Κλωστηρίων. «Από τα Κλωστήρια πήρα σύνταξη. Εκεί άρχισα και εκεί τελείωσα. Οκτάωρο καθημερινά, όποιος ήθελε έκανε και υπερωρίες. Διασκέδαση δεν υπήρχε, αφού δεν ξέραμε ούτε τη γλώσσα. Μετά τη μάθαμε, αλλιώς πώς θα ψωνίσεις, πώς θα τακτοποιήσεις τις εκκρεμότητές σου; Και τώρα μήπως διασκεδάζουν; Δουλειά σπίτι, σπίτι- δουλειά».

Θυμάται πως πήγαιναν πού και πού cinema . «Δουλειά –δουλειά-δουλειά. Όλοι πήγαμε για να δουλέψουμε, φτωχός αν γεννηθείς έτσι είναι, πρέπει να δουλέψεις». Λέει και κουνά το κεφάλι της. Και η Ελλάδα δεν σας έλειπε; Την ρωτήσαμε « Μας έλειπε. Κάθε χρόνο ερχόμασταν γι αυτό και στα τελευταία μας ήρθαμε εδώ. Μας έλειπε ο τόπος μας, οι άνθρωποι μας. Και τα παιδιά λαχταρούν την Ελλάδα, αλλά εκεί έχουν δουλειά».
«Είναι πικρό το ψωμί της ξενιτιάς» λέει το τραγούδι παρατηρούμε «Είναι. φυσικά είναι. Φεύγεις από τον τόπο σου, τις συνήθειες σου, από όλα σου. Αλλά αναγκάζεσαι».
Με τα παιδιά της στη Γερμανία και την ίδια να έχει περάσει εκεί τα καλύτερα της χρόνια νιώθει μια νοσταλγία να την συντροφεύει. « Εκεί γέρασα είναι δυνατόν να μην μου λείπει» παρατηρεί και προσθέτει « κι όταν έφυγα από εδώ, όλα μου είχαν λείψει , ο τόπος μου, εδώ γεννήθηκα, εδώ πήγα σχολείο».
Τι θα συμβουλεύατε έναν νέο σήμερα που σκέφτεται να μεταναστεύσει; «Αν έχει να ζήσει και μπορεί να μείνει στον τόπο του να μείνει. Αν δεν έχει, τότε να ξενιτευτεί. Πικρή η ξενιτιά αλλά η φτώχεια τα κάνει όλα. Η φτώχεια. Δεν βαριέσαι.»
Θυμάται πως ειδικά τα πρώτα χρόνια άκουγαν όλοι ελληνικά τραγούδια στο ραδιόφωνο και που και που τα συνόδευαν με τη δική τους φωνή και τα δάκρυά τους. «Είχαμε το ραδιόφωνο. Και τώρα πληρώνουν έξτρα και βλέπουν ελληνικά κανάλια. Του Καζαντζίδη τραγούδια λέγαμε εκείνα τα χρόνια» λέει και προσθέτει μένοντας στις σκέψεις της: « Δεν βαριέσαι, πέρασαν τα χρόνια, γεράσαμε. Η ζωή μας δουλειά σπίτι. Αυτό ήταν τι να κάνουμε; Τι να κάνουμε;»

Ακούστε εδώ:

Ρεπορτάζ-κείμενο-φωτογραφία:Μαρία Νικολάου

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ