Μολονότι έδρα του διαμετακομιστικού εμπορίου μεταξύ τριών ηπείρων, η Σύρος παρουσίαζε έλλειμμα στην εκπαίδευση των κορασίδων κατά τον 18ο αιώνα.
Το πως ήρθη η ακαμψία του κοινωνικού συστήματος και επετράπη η προφορική διδασκαλία στα κορίτσια του νησιού, παρουσιάζει το ρεπορτάζ της δημοσιογράφου της ΕΡΤ Λίνας Θεολογίτου.
Σύμφωνα με την Ελπίδα Πρίντεζη-Καμπέλη Δρ. Ιστορίας εκπαίδευσης και πολιτισμού, κατά τον 18ο αι. επί τουρκοκρατίας εκεί όπου υπήρχε ο οικισμός της Άνω Σύρου ιδρυθείς από τους Ενετούς τον 13ο αιώνα και οι οποίοι έφεραν το καθολικό δόγμα στο νησί. Εκεί, από το 1633 λειτουργούσε ένα σχολείο Γάλλων Καπουτσίνων για αγόρια.

Παρ’ ότι επιτρεπόταν η διδασκαλία και στα κορίτσια, η στοιχειώδης εκπαίδευση παρέμενε γένους αρσενικού, καθώς τέτοιες ήταν οι κυρίαρχες αντιλήψεις.
Το 1744 οι Ιησουίτες ίδρυσαν ένα σχολείο αρρένων και διαπίστωσαν πως υπήρχε ανάγκη να διδαχθούν και τα κορίτσια. Παρά το αίτημά τους προς τον επίσκοπο να μεταφέρει κάποιες Ουρσουλίνες από την Τήνο εκείνος αρνήθηκε την δημιουργία τάγματος Ουρσουλινών στο νησί. Τελικά έπειτα από διαπραγματεύσεις με το τάγμα των Ιησουιτών ο Επίσκοπος De Longhis δέχθηκε να σταλεί μία Ουρσουλίνες. Έτσι, το 1745 η ηλικιωμένη αδελφή Μαριέτα από το χωριό Κουμάρο, της Τήνου έφτασε στην Σύρο όπου δίδαξε τα κορίτσια επί οκτώ χρόνια. Μετά τον θάνατό της έπρεπε να βρεθεί λύση για να πληρωθεί το κενό και τότε το 1753 δύο νεαρές Συριανές, η Agnesa Raguseo ή Ραουζαίου και η Anna Rossi ή Ρούσσου εξέφρασαν την επιθυμία να γίνουν Ουρσουλίνες. Οι γραφειοκρατικές περιπέτειες μεταξύ των διαφόρων ταγμάτων των μοναχών ξεπεράστηκαν και επείσθη ο Βικάριος να συναινέσει στο να λάβουν το ένδυμα των μοναχών Ουρσουλινών. Οι δυο χειροτονημένες πλέον αδελφές Ουρσουλίνες επέστρεψαν στο νησί τους στις 2 Νοεμβρίου 1753 και ανέλαβαν εκπαιδευτικά καθήκοντα, ως «κατ’ ολιον μοναχές».[1]

Οι Ουρσουλίνες ακολουθούσαν τον κανονισμό της Πάρμας, όστις όριζε τα καθήκοντα των Ουρσουλισών, δηλαδή να διδάσκουν δωρεά, να μην δέχονται αγόρια, να μην δέχονται μαθήτριες που είχαν σχέσεις με αγόρια, να μην κτυπούν τις μαθήτριες και η ηλικία τους ήταν γύρω στα 9-10, καθώς στην ηλικία των 14 ετών τα κορίτσια παντρεύονταν, όπως εξηγεί η κ. Πρίντεζη-Καμπέλη.

Ακολουθώντας τον Κανονισμό των Παρθένων Ουρσουλινών, πρωταρχικός σκοπός του σχολείου τους, ήταν η διδασκαλία της Χριστιανικής Κατήχησης και η εκμάθηση της «καλής συμπεριφοράς» και του «νοικοκυριού».[2] Είναι άγνωστο εάν διδάσκονταν, ανάγνωση και γραφή, αλλά μάθαιναν με την μέθοδο της αποστήθισης ψαλμούς και προσευχές, διδάσκονταν χειροτεχνήματα και όσα κρίνονταν αναγκαία για να διαπαιδαγωγούσαν τα δικά τους παιδιά.
Μετά την κατάργηση του τάγματος των Ιησουιτών το 1773, Πνευματικοί καθοδηγητές των μοναχών, ανέλαβαν οι Επίσκοποι, οι οποίοι είχαν την ευθύνη της μόρφωσης των κοριτσιών.
[1] Ελπίδα Πρίντεζη – Καμπέλη, Η ιστορία της εκπαίδευσης στην Ανω Σύρο (17ος -19ος αι.), Ιωάννινα 2012, σσ. 435-436.
[2] Ελπίδα Πρίντεζη – Καμπέλη, Η ιστορία της εκπαίδευσης στην Ανω Σύρο (17ος -19ος αι.), Ιωάννινα 2012, σ. 438, 441.
Κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook
Ακολούθησε μας στο Twitter
Κάνε εγγραφή στο κανάλι μας στο Youtube
Γίνε μέλος στο κανάλι μας στο Viber
– Αναφέρεται ως πηγή το ertnews.gr στο σημείο όπου γίνεται η αναφορά.
– Στο τέλος του άρθρου ως Πηγή
– Σε ένα από τα δύο σημεία να υπάρχει ενεργός σύνδεσμος