Μικροσκοπικοί ξενιστές, ικανοί να αναστατώσουν ένα νοικοκυριό και να θέσουν σε συναγερμό μια κοινότητα, οι ψύλλοι, ζεσταίνονται τον χειμώνα στα πλέον ακατάλληλα σημεία για να ταλαιπωρούν ανθρώπους και ζώα.
Τους τρόπους αντιμετώπισης που ακολουθείται στην Αλιστράτη Σερρών παρουσιάζει ο δημοσιογράφος της ΕΡΤ Βασίλης Αναστασιάδης.
Τα ξύλα στήνονται σε υψηλούς σωρούς στην κεντρική πλατεία, με την συνδρομή του πολιτιστικού Συλλόγου, ο οποίος αναβιώνει ένα παλιό έθιμο, όπως λέει η πρόεδρος της κοινότητος Κυριακή Κίζου.

Ο Βασίλης Παπαδόπουλος-πρόεδρος του πολιτιστικού συλλόγου Αλιστράτης, αναφέρει ότι το κάψιμο γίνεται τα τελευταία 100 χρόνια. Οι κάτοικοι πετούσαν όσα πράγματα μπορούσαν να κρύβουν ψύλλους και περνούσαν μέσα από τις φωτιές για να κάψουν όσα ζωύφια μπορεί να κρύβονταν στα ρούχα τους.
Στην σύγχρονη εκδοχή πλέον το δρώμενο απαιτεί μια μεγάλη πυρά και ντυμένο ανάλογα ένα ομοίωμα ψύλλου, το οποίο καίγεται το βράδυ.

Θεωρώντας την γιορτή του καψίματος πολύ σημαντική για την ευζωία της κοινότητος, ιδιαίτερα ευρηματικοί οι τραγουδοποιοί, οργανοπαίκτες συνέθεσαν ένα τραγούδι αφιερωμένο στο τελετουργικό, που συνοδεύεται από τον ήχο της γκάιντας.
Η λεγομένη λαϊκή σοφία δημιούργησε έθιμα βάσει των υπαρχουσών αναγκών. Το 1911 η ιατρική εντομολογία αναγνώρισε τον ψύλλο ως φορέα της πανώλης και τους αρουραίους αυτούς που τον μετέφεραν κατά μήκος των εμπορικών οδών, χερσαίων ή θαλάσσιων. Οι ψύλλοι μπορούν να ζήσουν έως και 23 ημέρες σε υψηλή υγρασία και κανονικές θερμοκρασίες δωματίου, αλλά πεθαίνουν εντός τριών έως τεσσάρων ημερών σε ξηρή ατμόσφαιρα και χαμηλότερες θερμοκρασίες.

Αρκεί ένα μόνο δάγκωμα ψύλλου των αρουραίων της ανατολής για να προσβάλει ένα άτομο με επαρκή αριθμό μικροβίων, ώστε να οδηγήσει σε μόλυνση από πανώλη.
Δεν είναι ένα απλό ζωύφιο∙ ανά τους αιώνες χρησιμοποιήθηκε ως όπλο. Στην αρχαία αποικία των Μιλησίων, την Θεοδοσία, στην Κριμαία, στις ακτές της Μαύρης θάλασσας, κατά την τριετή πολιορκία από τους Τατάρους της Χρυσής Ορδής το 1346, κατεγράφη η πρώτη περίπτωση βιολογικού πολέμου. Σύμφωνα με τον Βενετό ιστορικό, Gabriel de Mussis ο οποίος περιέγραψε την πολιορκία της πόλεως (λειτουργούσε ως γενοβέζικος εμπορικός σταθμός), οι μολυσμένοι από πανώλη Τάταροι χρησιμοποίησαν καταπέλτες για να ρίξουν τα πτώματα των δικών τους νεκρών επάνω από τα τείχη με αποτέλεσμα την εξάπλωση του Μαύρου Θανάτου εντός της πόλεως. Οι επιζώντες κάτοικοι κατέφυγαν με πλοία σε λιμάνια της Μεσογείου, εξαπλώνοντας την πανώλη σε όλη την Ευρώπη.[1]
Με όπλο τους ψύλλους της πανώλης η διαβόητη ιαπωνική μονάδα βιολογικού πολέμου Unit 731 (Manchu Detachment 731), διέσπειρε τον θάνατο κατά τον Β΄Π.Π.. Το 1940, τα ιαπωνικά αεροπλάνα έριχναν στις πόλεις Chü Hsien και Ningopo ρύζι, σιτηρά και χάρτινα πακέτα με ψύλλους. Δολοφονικά ευρηματικοί εγκέφαλοι.[2]
[1] Using the Flea as a Weapon, by Reid Kirby Army Chemical Review, July–December 2005.
[2] Peter Williams, David Wallace, Unit 731: Japan’s Secret Biological Warfare in World War II, The Free Press, New York, New York, 1989.
Κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook
Ακολούθησε μας στο Twitter
Κάνε εγγραφή στο κανάλι μας στο Youtube
Γίνε μέλος στο κανάλι μας στο Viber
– Αναφέρεται ως πηγή το ertnews.gr στο σημείο όπου γίνεται η αναφορά.
– Στο τέλος του άρθρου ως Πηγή
– Σε ένα από τα δύο σημεία να υπάρχει ενεργός σύνδεσμος