«Video Store 2001» με την Catalina Sopelana: Μια κινηματογραφική επιστροφή στην εποχή των βιντεοκλάμπ

Η ανακοίνωση για τη νέα ισπανική παραγωγή «Video Store 2001» επαναφέρει στο προσκήνιο μια εικόνα που για πολλούς θεατές ανήκει πια στο συλλογικό αρχείο της κινηματογραφικής μνήμης: τα βιντεοκλάμπ. Όπως σημειώνει ο δημοσιογράφος Emiliano de Pablos στο Variety, η νέα δημιουργία με πρωταγωνίστρια τη Catalina Sopelana επιχειρεί να αφηγηθεί μια ιστορία τοποθετημένη ακριβώς στο σημείο όπου η παλιά βιντεοκουλτούρα άρχισε να συγκρούεται με τις νέες μορφές κατανάλωσης εικόνας.

Στο επίκεντρο της ιστορίας βρίσκεται μια νεαρή γυναίκα που κληρονομεί το μικρό συνοικιακό βιντεοκλάμπ του πατέρα της και προσπαθεί να το κρατήσει ζωντανό, ενώ μια αλυσίδα τύπου Blockbuster απειλεί να το εξαφανίσει. Σε σκηνοθεσία του Guillermo Polo, η πλοκή της ταινίας λειτουργεί ως μικρογραφία μιας ιστορικής μετάβασης, της στιγμής όπου οι κοινότητες που είχαν χτιστεί γύρω από τη φυσική ανταλλαγή κασετών και DVD κυρίως μικρών οικογενειακών επιχειρήσεων, άρχισαν να διαλύονται μπροστά στην έλευση της κεφαλαιοποίησης και, εν συνεχεία, της ψηφιακής εποχής.

Η βιντεοκουλτούρα ως κοινωνικός χώρος

Για όσους μεγάλωσαν από τα τέλη της δεκαετίας του ’80 έως τις αρχές των 2000s, το βιντεοκλάμπ δεν ήταν απλώς ένα φυσικό κατάστημα που υπήρχε σε κάθε οικοδομικό τετράγωνο, δίπλα από το κρεοπωλείο, μέσα στο δισκοπωλείο ή μεσοτοιχία με το παντοφλάδικο· ήταν ένας τόπος μύησης στο σινεμά από ειδικούς και μη του χώρου, που ήξεραν πως να προωθήσουν το κάθε προϊόν στο σωστό κοινό, με διαπροσωπική επαφή. Τα ράφια γεμάτα κουτιά VHS, οι χειρόγραφες προτάσεις των υπαλλήλων, οι αφίσες ταινιών που είχαν ξεθωριάσει από τον χρόνο, δημιουργούσαν μια μικρή κινηματογραφική κοινότητα.

Η υπόθεση του «Video Store 2001» φαίνεται να αξιοποιεί ακριβώς αυτό το στοιχείο: το κατάστημα μετατρέπεται σε καταφύγιο για μια μικρή ομάδα «outsiders», ανθρώπων που βρίσκουν στον χώρο του βίντεο-κλαμπ ένα σημείο συνάντησης και ταυτότητας. Σε αυτή την προσέγγιση διακρίνεται κάτι περισσότερο από απλή νοσταλγία. Πρόκειται για μια κινηματογραφική ανασκαφή της εποχής, πριν οι αλγόριθμοι καθορίσουν τι θα δούμε το βράδυ μας.

Η χρονική τοποθέτηση στις αρχές των 2000s είναι επίσης καίρια. Εκείνη ήταν η στιγμή που το βιντεο-κλάμπ άρχισε να χάνει το έδαφος κάτω από τα πόδια του σε παγκόσμιο επίπεδο (σ.σ. στην Ελλάδα είχε προηγηθεί η κρίση στα τέλη της δεκαετίας του ’80 με την έλευση της ιδιωτικής τηλεόρασης και την ολοκλήρωση του «κύκλου εργασιών» των ελληνικών βιντεοπαραγωγών): πρώτα από τις μεγάλες αλυσίδες και στη συνέχεια από την online διανομή περιεχομένου. Σήμερα, στην εποχή του streaming, η εικόνα του μικρού καταστήματος με τις κασέτες αποκτά μια σχεδόν μυθική διάσταση.

Όταν η νοσταλγία συναντά το streaming

Δεν είναι τυχαίο ότι το ενδιαφέρον για την κουλτούρα των βιντεοκλάμπ επιστρέφει σήμερα, σε μια περίοδο όπου η κινηματογραφική εμπειρία γίνεται ολοένα και πιο άυλη. Η ιστορία που αφηγείται το «Video Store 2001» μοιάζει με μια ερωτική επιστολή προς μια εποχή όπου το σινεμά είχε υλική υπόσταση: κουτιά, κασέτες, καθυστερημένες επιστροφές, κασέτες που χρεώνονταν περισσότερο επειδή ο θεατής δεν είχε την ευγένεια να τη γυρίσει από την αρχή… και άπειρες συζητήσεις μπροστά στον πάγκο με γνωστούς και αγνώστους. Κακά τα ψέματα: ο βιντεοκλαμπάς ήταν κάτι ανάμεσα στον προσωπικό ψυχολόγο (σε εποχές που η ψυχανάλυση δεν ήταν στα φόρτε της στην Ευρώπη) και τον αποστασιοποιημένα cool μπαρμαν.

Καθόλου τυχαίο που η ίδια η πλατφόρμα που ευθύνεται για τον θάνατο των βίντεο-κλαμπς και σήμερα κυριαρχεί στο streaming, είχε δοκιμάσει πρόσφατα να αφηγηθεί μια παρόμοια ιστορία, χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία. Το 2022, το Netflix παρουσίασε τη σειρά «Blockbuster», μια κωμωδία που διαδραματιζόταν στο τελευταίο εναπομείναν κατάστημα της ομώνυμης αλυσίδας. Η σειρά έκανε πρεμιέρα τον Νοέμβριο εκείνης της χρονιάς, αλλά λίγες μόλις εβδομάδες αργότερα η πλατφόρμα ανακοίνωσε ότι δεν θα συνεχιστεί με δεύτερη σεζόν. Το τηλεοπτικό αυτό «βιντεοκλάμπ» πέθανε σχεδόν τόσο γρήγορα όσο και τα πραγματικά καταστήματα που το ενέπνευσαν.

Μπορούν να επιστρέψουν τα βιντεοκλάμπ;

Κι όμως, παρά την κυριαρχία των streaming υπηρεσιών, τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια μικρή αλλά ενδιαφέρουσα τάση αναβίωσης της κουλτούρας του φυσικού μέσου.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, το «Scarecrow Video» στο Σιάτλ εξακολουθεί να λειτουργεί ως μία από τις μεγαλύτερες συλλογές φυσικών ταινιών στον κόσμο, με δεκάδες χιλιάδες τίτλους. Στο Portland, το «Movie Madness» συνδυάζει βιντεοκλάμπ με μικρό κινηματογραφικό μουσείο, ενώ στο «Los Angeles» το Vidiots (σ.σ. το αγαπημένο βίντεο-κλαμπ των διασήμων) άνοιξε ξανά το 2023 ως υβριδικός χώρος προβολών /παραστάσεων και ενοικίασης ταινιών.

διάβασε περισσότερα ΕΔΩ

Αντίστοιχες κινήσεις εμφανίζονται και στην Ευρώπη. Στο Παρίσι μικρά cine-clubs και καταστήματα συλλεκτικών εκδόσεων DVD και Blu-ray λειτουργούν ως χώροι συνάντησης για σινεφίλ, ενώ στο Λονδίνο το The Cinema Museum Shop και άλλοι παρόμοιοι χώροι συνδυάζουν αρχειακό υλικό με προβολές και πωλήσεις φυσικών μέσων.

Στην Ελλάδα, λέσχες σε σελίδες κοινωνικής δικτύωσης, κανάλια στο youtube και ελάχιστες βιντεο-επιχειρήσεις (σ.σ. το αγαπημένο βιντεοκλαμπ της Ιπποκράτους, το Videorama στην Κυψέλη κ.λπ.) που παραμένουν ανοιχτές, είναι ένα παράθυρο στις αναμνήσεις.

Ίσως, τελικά, το βιντεοκλάμπ να μην επιστρέψει ποτέ με τη μορφή που το γνωρίσαμε, ωστόσο, ότι ακόμα σε τέτοιες εποχές υπάρχουν βίντεο-κλαμπς, δείχνει ότι η ανάγκη για μια πιο χειροπιαστή πολυμεσική σχέση με το «σινεμά σε κουτί» δεν έχει εξαφανιστεί. Και ίσως αυτός ακριβώς ο συνδυασμός μνήμης και πολιτιστικής αντίστασης να είναι που κάνει ιστορίες όπως το «Video Store 2001» να μοιάζουν σήμερα πιο επίκαιρες από ποτέ.

Όλες οι Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο,  στο ertnews.gr
Διάβασε όλες τις ειδήσεις μας στο Google
Κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook
Ακολούθησε μας στο Twitter
Κάνε εγγραφή στο κανάλι μας στο Youtube
Γίνε μέλος στο κανάλι μας στο Viber

Προσοχή! Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των πληροφοριών του παραπάνω άρθρου (όχι αυτολεξεί) ή μέρους αυτών μόνο αν:
– Αναφέρεται ως πηγή το ertnews.gr στο σημείο όπου γίνεται η αναφορά.
– Στο τέλος του άρθρου ως Πηγή
– Σε ένα από τα δύο σημεία να υπάρχει ενεργός σύνδεσμος