Η δράση του “Unabomber” είχε μπερδέψει τους ερευνητές για σχεδόν δύο δεκαετίες. Μέχρι που συνελήφθη πριν από 30 χρόνια, όταν ο «λαμπρός» αυτός μαθηματικός «άφησε ίχνη που οδήγησαν μέχρι την ίδια του την πόρτα».
Στις 3 Απριλίου 1996, ομοσπονδιακοί πράκτορες των ΗΠΑ, αφού περικύκλωσαν μια απομονωμένη ξύλινη καλύβα στα δάση της Μοντάνα, συνέλαβαν τον Theodore “Ted” Kaczynski, μια ατημέλητη φιγούρα που μέχρι τότε υπήρχε στη δημόσια φαντασία μόνο ως ένας άνδρας με κουκούλα και σκούρα γυαλιά από ένα σκίτσο αφίσας «καταζητείται».

Για σχεδόν 18 χρόνια, ο Unabomber ήταν ένας από τους πιο καταζητούμενους εγκληματίες στις ΗΠΑ, ένας μυστηριώδης άνθρωπος που ταχυδρομούσε εκρηκτικούς μηχανισμούς με τη μορφή δεμάτων, χωρίς κάποιο σαφές κίνητρο ή σταθερό μοτίβο.
Αυτό που τελικά τον παγίδευσε ήταν τα ίδια του τα γραπτά. Δύο μεγάλες αμερικανικές εφημερίδες συμφώνησαν να δημοσιεύσουν το περιβόητο αντιτεχνολογικό του μανιφέστο “Industrial Society and Its Future” (ένα κείμενο που ασκεί κριτική στην τεχνολογία και στη σύγχρονη βιομηχανική κοινωνία, υποστηρίζοντας ότι η τεχνολογική πρόοδος μπορεί να περιορίζει την ανθρώπινη ελευθερία και να έχει αρνητικές συνέπειες για την κοινωνία), αν υποσχόταν να μην ξανασκοτώσει.
Το ιδιαίτερο ύφος του αναγνωρίστηκε αρχικά από τη σύζυγο του αδελφού του, την οποία δεν είχε καν γνωρίσει. Όπως σημείωσε ο Krishnan Guru-Murthy του BBC Newsnight, «ο ακαδημαϊκός που εγκατέλειψε τα πάντα για να ζήσει σε μια πρωτόγονη καλύβα είχε αφήσει ίχνη που οδηγούσαν μέχρι την ίδια του την πόρτα».
«Ήταν τον περασμένο Αύγουστο που ο Unabomber άρχισε πραγματικά να σπέρνει τους σπόρους της ανακάλυψής του».
Η αναζήτηση του Unabomber ξεκίνησε τον Μάιο του 1978, όταν μια αυτοσχέδια βόμβα στάλθηκε ταχυδρομικά στο Πανεπιστήμιο Northwestern στο Ιλινόις, ενώ ακολούθησε μια δεύτερη επίθεση σχεδόν έναν χρόνο αργότερα. Τον Νοέμβριο του 1979, μια βόμβα η οποία ενεργοποιούνταν με το υψόμετρο, την οποία είχε στείλει, εξερράγη σε πτήση της American Airlines. Αν και δεν εξερράγη όπως είχε σχεδιαστεί, 12 άτομα χρειάστηκαν περίθαλψη για εισπνοή καπνού.
Καθώς οι στόχοι του φαίνονταν να είναι πανεπιστήμια και αεροπορικές εταιρείες, το FBI επινόησε την κωδική ονομασία UNABOM. Τα επόμενα χρόνια χρησιμοποίησε όλο και πιο εξελιγμένες βόμβες για να πραγματοποιήσει άλλες 13 επιθέσεις, σκοτώνοντας τρία άτομα: τον ιδιοκτήτη καταστήματος ενοικίασης υπολογιστών Χιου Σκράτον, το διαφημιστικό στέλεχος Τόμας Μόσερ και τον λομπίστα της βιομηχανίας ξυλείας Γκίλμπερτ Μάρεϊ.
Από τη στιγμή που οι στόχοι του ήταν ουσιαστικά τυχαίοι και οι βόμβες του κατασκευάζονταν από απλά καθημερινά αντικείμενα, όπως κομμάτια ξύλου και καλώδια λαμπτήρων, οι ερευνητές είχαν στη διάθεσή τους ελάχιστα στοιχεία. Ο επικεφαλής βαλλιστικός ερευνητής του FBI, Κρις Ρονέι, τον αποκάλεσε «ο βομβιστής της ανακύκλωσης» (που χρησιμοποιεί ανακυκλώσιμα υλικά). «Ψάχνει σε κάδους απορριμμάτων και σε δοχεία μεταχειρισμένων υλικών και βρίσκει πράγματα τα οποία μπορεί μετά να του φανούν χρήσιμα, σαν Νεάντερταλ», είπε στο BBC το 1996.
Για να δικαιολογήσει τις πράξεις του, τον Απρίλιο του 1995, ο Unabomber έστειλε σε New York Times και Washington Post ένα ακαδημαϊκό κείμενο 35.000 λέξεων με τίτλο «Η Βιομηχανική Κοινωνία και το Μέλλον της». Στο δοκίμιο, υποστήριζε ότι η σύγχρονη ζωή διαβρώνει την ανθρώπινη ελευθερία και αξιοπρέπεια, ενώ ισχυριζόταν ότι μόνο η αποδόμηση των τεχνολογικών συστημάτων θα μπορούσε να αποτρέψει περαιτέρω ψυχολογική και κοινωνική βλάβη. Προσφέρθηκε μάλιστα να σταματήσει να σκοτώνει αν το κείμενο δημοσιευόταν από τις δύο πιο σημαντικές εφημερίδες της χώρας. Ο εκδότης της Washington Post, Ντόναλντ Γκράχαμ, δήλωσε στο BBC το 2016: «Η αρχική ανησυχία ήταν προφανής. Αν υποκύψεις σε αυτό το αίτημα και συμφωνήσεις να δημοσιεύσεις αυτό το κείμενο, αυτό πιθανώς να πυροδοτήσει κι άλλες απαιτήσεις για δημοσίευση παρόμοιων κειμένων».
Μετά από τρεις μήνες έντονης αμφιταλάντευσης, και κατόπιν σύστασης του FBI, οι υπεύθυνοι των εφημερίδων αποφάσισαν να δημοσιεύσουν το δοκίμιο του Unabomber. Πολλοί Αμερικανοί αναρωτήθηκαν γιατί ένας φυγάς, του οποίου η εικόνα με την κουκούλα εμφανιζόταν σε τόσες αφίσες του FBI, είχε λάβει αυτό που θεωρούσαν δώρο για κάθε τρομοκράτη: μια δημόσια πλατφόρμα για να μοιραστεί τις απόψεις του.
Το FBI προσέφερε αμοιβή 1 εκατομμυρίου δολαρίων για πληροφορίες που θα οδηγούσαν στην ταυτοποίηση και καταδίκη του Unabomber. Με όλα τα νέα στοιχεία που περιέχονταν στο μανιφέστο, η εικόνα του μυστηριώδους βομβιστή γινόταν όλο και πιο σαφής. «Το εγώ του Unabomber ίσως οδήγησε στην πτώση του», δήλωσε ο Guru-Murthy στο BBC Newsnight. «Πέρα από τις ιδέες του κειμένου, μαθαίνονταν περισσότερα για το ακαδημαϊκό υπόβαθρο του βομβιστή από τις επιστολές του προς εξέχοντες επιστήμονες».
Η ειδική ομάδα UNABOM του FBI συγκέντρωσε μια λίστα με 200 σοβαρούς υπόπτους. Πέντε από αυτούς τέθηκαν υπό συνεχή παρακολούθηση, όλοι στη Βόρεια Καλιφόρνια, όπου οι ντετέκτιβ πίστευαν ότι κρυβόταν. Η μεγάλη ανατροπή στην υπόθεση προήλθε από μια απρόσμενη πηγή: μια Αμερικανίδα που έκανε διακοπές στη Γαλλία με τον σύζυγό της, Ντέιβιντ Καζίνσκι. Η Λίντα Πάτρικ, καθηγήτρια φιλοσοφίας, διάβαζε μια σειρά άρθρων για τον Unabomber στην International Herald Tribune, μια αγγλόφωνη εφημερίδα που εκδιδόταν στο Παρίσι. Όπως δήλωσε στο BBC το 2016: «Σχεδόν μέρα παρά μέρα κοιτούσα αυτά τα άρθρα και έλεγα, “αυτό μοιάζει κάπως με τον αδελφό του Ντέιβ”».
Ένα άρθρο ανέφερε τις δεξιότητες ξυλουργικής του υπόπτου. Ένα άλλο περιέγραφε την αποστροφή του προς την τεχνολογία. Άλλα κατέγραφαν πόλεις όπου είχαν εκραγεί βόμβες, μέρη όπου ήξερε ότι είχε ζήσει ή εργαστεί ο αδελφός του Ντέιβιντ. Συνολικά, όπως είπε, το μοτίβο έγινε αδύνατο να αγνοηθεί. Έπρεπε να του θέσει τη δύσκολη ερώτηση: «Του είπα, “είναι δυνατόν ο αδελφός σου να είναι ο Unabomber;”».
Ο Ντέιβιντ δεν πίστευε ότι αυτό θα μπορούσε να είναι αλήθεια, είπε η Πάτρικ, αλλά όταν διάβασε το μανιφέστο έμεινε άναυδος. «Ο Ντέιβ καθόταν κοιτώντας την οθόνη του υπολογιστή», είπε. «Τον έβλεπα να διαβάζει την πρώτη σελίδα και η έκφρασή του άλλαξε ριζικά». Ήταν ένα εφιαλτικό σενάριο, όπως είπε ο ίδιος στο BBC. «Σκεφτόμουν κυριολεκτικά το ενδεχόμενο ο αδελφός μου να είναι κατά συρροή δολοφόνος, ο πιο καταζητούμενος άνθρωπος στην Αμερική, ίσως και στον κόσμο».
Το δίλημμα της οικογένειας ήταν σκληρό. Αν έμεναν σιωπηλοί, η αδράνειά τους θα μπορούσε να οδηγήσει σε περισσότερη αιματοχυσία. Αν όμως ο Τεντ αποδεικνυόταν ότι ήταν ο Unabomber, θα μπορούσε να αντιμετωπίσει τη θανατική ποινή. Ο Ντέιβιντ είπε: «Πώς θα ήταν να ζήσω το υπόλοιπο της ζωής μου με το αίμα του αδελφού μου στα χέρια μου;».
Στο 17ετές ανθρωποκυνηγητό για τον Unabomber, ο Τεντ Καζίνσκι ήταν ο ύποπτος αριθμός 2.416 της υπόθεσης UNABOM. Η ειδική πράκτορας του FBI, δρ. Κάθλιν Πάκετ, δήλωσε στην εκπομπή Witness History του BBC το 2025: «Υπήρχε ένα μπαούλο που κρατούσε η μητέρα τους στο οικογενειακό σπίτι στο Σικάγο, και μέσα σε αυτό βρήκαμε το πρωτότυπο χειρόγραφο του μανιφέστου». Ήταν ένα δοκίμιο που είχε γράψει ο Καζίνσκι το 1971 και περιείχε πολλές από τις ίδιες ιδέες.
Οι ερευνητές συγκέντρωσαν αρκετά στοιχεία για να εκδοθεί ένταλμα έρευνας της απομονωμένης καλύβας του Καζίνσκι, όπου ζούσε χωρίς τρεχούμενο νερό ή ηλεκτρικό ρεύμα. Σύμφωνα με την Πάκετ, «η καλύβα ήταν γεμάτη αποδεικτικά στοιχεία. Ήταν θησαυρός». Μεταξύ των ευρημάτων υπήρχαν εξαρτήματα βομβών, 40.000 σελίδες χειρόγραφων ημερολογίων που περιέγραφαν πειράματα με βόμβες και αφηγήσεις των εγκλημάτων του Unabomber, καθώς και μια ενεργή βόμβα έτοιμη να σταλεί.
Από παιδί-θαύμα, κοινωνικά αποκλεισμένος
Ο αδελφός του Καζίνσκι, Ντέιβιντ, σοκαρίστηκε όταν είδε τη σύλληψη στις ειδήσεις. «Τον οδήγησαν έξω από την καλύβα του ανάμεσα σε δύο ομοσπονδιακούς αστυνομικούς και φαινόταν πραγματικά απαίσιος. Ήταν εντελώς απεριποίητος. Τα ρούχα του ήταν κουρέλια και δεν είχε πλυθεί για μήνες. Και μετά να τον ακούω να περιγράφεται ως κατά συρροή δολοφόνος, τρομοκράτης; Οι πληροφορίες που είχε ο κόσμος δεν ταίριαζαν με όλες τις αναμνήσεις που είχα εγώ από τον Τεντ, ξέρετε, το καλό μικρό αγόρι που ήταν ο μεγάλος μου αδελφός», εξομολογήθηκε στο BBC World Service το 2006.
Σύντομα ήρθαν στο φως στοιχεία για την πρώιμη ζωή και το υπόβαθρο του Καζίνσκι. Ήταν ένα παιδί-θαύμα στα μαθηματικά με δείκτη νοημοσύνης 167, ενώ παρέλειψε δύο τάξεις για να φοιτήσει στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ σε ηλικία μόλις 16 ετών. Αφού αποφοίτησε στα 20 του, συνέχισε στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν. Σύμφωνα με τον πρώην καθηγητή του Πίτερ Ντούρεν, «είχε πολλές καλές ιδέες, ήταν ένας πολύ πρωτότυπος μαθηματικός, και με βάση τη διατριβή του πήρε θέση στο Μπέρκλεϊ και φαινόταν πως ξεκινούσε μια λαμπρή καριέρα στα μαθηματικά».
Ωστόσο, κάτι άλλαξε την κοσμοθεωρία του Καζίνσκι, είπε ο Guru-Murthy. «Επαναστάτησε ενάντια στον κλάδο στον οποίο διέπρεπε και μέσα σε δύο χρόνια εγκατέλειψε τον ακαδημαϊκό χώρο. Μετά από περιόδους παραμονής στη Γιούτα, μετακόμισε στη Μοντάνα, ξεκινώντας μια απομονωμένη αγροτική ζωή σε μια μικρή κοινότητα περίπου 1.000 ανθρώπων».
Ήταν σαφές ότι διέθετε «ένα εξαιρετικό μυαλό», συνέχισε ο Guru-Murthy. «Αλλά αν οι ερευνητές έχουν δίκιο, αυτό το μυαλό απλώς τροφοδότησε την οργή ενός ανθρώπου που απεχθανόταν αυτό που αντιπροσώπευε η δουλειά του».
Ο Καζίνσκι καταδικάστηκε το 1996 σε ισόβια κάθειρξη χωρίς δυνατότητα αποφυλάκισης υπό όρους και πέρασε τις επόμενες τρεις δεκαετίες σε φυλακές σε όλη τις ΗΠΑ, κυρίως στη ομοσπονδιακή φυλακή υψίστης ασφαλείας Supermax στο Florence του Κολοράντο. Αν και διαγνώστηκε με παρανοϊκή σχιζοφρένεια από ψυχίατρο που τον εξέτασε στη φυλακή, ο ίδιος υποστήριζε ότι γνώριζε πάντα ακριβώς τι έκανε. «Είμαι βέβαιος ότι είμαι ψυχικά υγιής», δήλωσε σε συνέντευξή του στο περιοδικό Time το 1999. Αντιμετωπίζοντας επιδείνωση της υγείας του, ο Καζίνσκι αυτοκτόνησε το 2023, σε ηλικία 81 ετών.
Πηγή BBC
Κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook
Ακολούθησε μας στο Twitter
Κάνε εγγραφή στο κανάλι μας στο Youtube
Γίνε μέλος στο κανάλι μας στο Viber
– Αναφέρεται ως πηγή το ertnews.gr στο σημείο όπου γίνεται η αναφορά.
– Στο τέλος του άρθρου ως Πηγή
– Σε ένα από τα δύο σημεία να υπάρχει ενεργός σύνδεσμος