Η οικονομική πίεση και η ανασφάλεια που προκαλεί η ακρίβεια τόσο στην εγχώρια αγορά όσο και στις ευρωπαϊκές χώρες αναδεικνύονται σε βασικούς ρυθμιστές της πορείας του τουρισμού, επηρεάζοντας άμεσα τις καταναλωτικές συμπεριφορές και τις επιλογές των προορισμών. Με βάση τα πρόσφατα στοιχεία, το αυξημένο κόστος διαβίωσης στρέφει ένα σημαντικό μέρος των ταξιδιωτών σε οικονομικότερες λύσεις, ενώ παράλληλα επιφέρει αλλαγές στον τρόπο οργάνωσης των διακοπών.
Ρεπορτάζ Ρεγγίνα Σαβούρδου
Η απτή αποτύπωση αυτής της οικονομικής προσαρμογής καταγράφεται στη μέση διάρκεια παραμονής των τουριστών, η οποία την τελευταία εικοσαετία έχει μειωθεί κατά 50%. Ενώ το 2005 η μέση παραμονή ξεπερνούσε τις 10 ημέρες, πλέον έχει περιοριστεί στις 5,6 ημέρες, καθώς οι επισκέπτες επιλέγουν λιγότερες διανυκτερεύσεις για να ανταποκριθούν στα έξοδα.
Όπως επισημάνθηκε στη συνέντευξη τύπου που παραχώρησε το Ινστιτούτο Τουριστικών Ερευνών και Προβλέψεων (ΙΤΕΠ), «η διάρκεια παραμονής βαίνει μειούμενη τα τελευταία 20 χρόνια, φτάνοντας πλέον στο 50% αυτού που ήταν δύο δεκαετίες πριν. Δεδομένου ότι ο τουρισμός αποτελεί πλέον είδος πρώτης ανάγκης, η μείωση των ημερών είναι ένας τρόπος προκειμένου ο ταξιδιώτης να ανταποκριθεί οικονομικά στο κόστος του ταξιδιού. Για τον λόγο αυτό, η αποκλειστική προσήλωση στον δείκτη των αφίξεων είναι λανθασμένη».
Με βάση αυτή την ανάλυση, η απλή καταγραφή των ροών κρίνεται ως παραπλανητική, καθώς όταν οι επισκέπτες πραγματοποιούν τις μισές διανυκτερεύσεις, το τελικό οικονομικό αποτέλεσμα παραμένει στάσιμο, ακόμη και αν οι αφίξεις εμφανίζονται διπλάσιες. Το φαινόμενο αυτό είναι ιδιαίτερα έντονο στα μεγάλα αστικά κέντρα και κυρίως στην Αθήνα, η οποία, λειτουργώντας ως κόμβος, οι επισκέπτες περιορίζονται σε έναν εξαιρετικά χαμηλό μέσο όρο παραμονής, που δεν ξεπερνά τις 1,5 ημέρες.
Παράλληλα, η ανάγκη των καταναλωτών να προσαρμοστούν στα τρέχοντα οικονομικά τους δεδομένα έχει παγιώσει το καθεστώς των κρατήσεων της τελευταίας στιγμής. Οι ταξιδιώτες αποφεύγουν τον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό, γεγονός που συνδέεται άμεσα με το αυξημένο κόστος ζωής. Παρ’ όλα αυτά, το ελληνικό τουριστικό προϊόν επιδεικνύει ανθεκτικότητα, καθώς τα στοιχεία έως τον Μάιο κινήθηκαν στα ίδια σταθερά επίπεδα με τα περσινά, χωρίς να επηρεαστούν σημαντικά από τις γεωπολιτικές εντάσεις στη Μέση Ανατολή.
«Πράγματι κινούμαστε στις κρατήσεις της τελευταίας στιγμής, όμως ο άλλος παρανομαστής είναι ότι ο τρόπος με τον οποίο ζούμε στην Ελλάδα αλλά και στην Ευρώπη καθιστά τον τουρισμό είδος πρώτης ανάγκης. Άρα ο τουρίστας πιστεύουμε ότι θα πάει διακοπές, γι’ αυτό και αφήνει την κράτηση όσο πιο κοντά γίνεται στον πραγματικό χρόνο του ταξιδιού του. Έχουμε ένα δυνατό, ισχυρό και σύγχρονο τουριστικό προϊόν που έχει αποδείξει ότι μπορεί να ανταπεξέλθει σε οποιεσδήποτε καταστάσεις» αναφέρθηκε κατά τη διάρκεια της συνέντευξης.

Στο πεδίο των τιμών, οι αυξήσεις στα ξενοδοχεία αποδίδονται εν μέρει στην άνοδο του λειτουργικού κόστους, όπως η ενέργεια και οι πρώτες ύλες, αλλά κυρίως στην ποιοτική αναβάθμιση των υποδομών. Οι επενδύσεις σε ανακαινίσεις κατέγραψαν άνοδο 50%, φτάνοντας από το 1 δισεκατομμύριο στα 1,5 δισεκατομμύρια ευρώ τα τελευταία χρόνια. Ο συνολικός αριθμός των ξενοδοχειακών μονάδων δεν παρουσίασε ουσιαστική μεταβολή, όμως υπήρξε μαζική μετακίνηση καταλυμάτων προς τις ανώτερες κατηγορίες των τεσσάρων και πέντε αστέρων, οι οποίες συγκεντρώνουν και τις υψηλότερες πληρότητες.
«Σχετικά με το ξενοδοχειακό δυναμικό, θα δείτε ότι δεν άλλαξε κατά βάση ο αριθμός των ξενοδοχείων. Αυτό που βλέπουμε είναι ότι έχουμε πιο πολλά ξενοδοχεία στις υψηλές κατηγορίες, κάτι το οποίο προφανώς προήλθε από τις ανακαινίσεις. Έχουμε αύξηση των επενδύσεων σε ανακαινίσεις κατά 50%, άρα από 1 δισ. ευρώ έχει φτάσει το 1,5 δισ. ευρώ. Και γι’ αυτό λέμε ότι βλέπουμε ότι η Ελλάδα έχει μια ποιοτική αναβάθμιση στο κομμάτι του τουρισμού» εξήγησαν μιλώντας από το πάνελ τόσο η Πρόεδρος του ΙΤΕΠ, κα Χριστίνα Τετράδη όσο και ο Γενικός Διευθυντής του Ινστιτούτου καθηγητής, κος Γιώργος Πετράκος.

Αυτή η ποιοτική στροφή καλείται να αντιμετωπίσει δύο σημαντικές εγχώριες προκλήσεις, με πρώτη τις συνεχιζόμενες ελλείψεις σε προσωπικό, ένα πρόβλημα που ξεκίνησε το 2020-2021, κορυφώθηκε το 2022 και διατηρείται σε υψηλά επίπεδα κενών θέσεων εργασίας. Η δεύτερη πρόκληση εντοπίζεται στην τροφοδοσία με τοπικά προϊόντα. Αν και η χρήση τους στα ξενοδοχεία αυξήθηκε από το 50% στο 60%, η περαιτέρω ανάπτυξη περιορίζεται από την έλλειψη πιστοποιημένων παραγωγών και την αδυναμία κάλυψης μεγάλων ποσοτήτων.
«Ο λόγος που σε μεγάλο ποσοστό βρέθηκαν αυτές οι αποκλίσεις είναι η έλλειψη πιστοποιημένων παραγωγών και ποσότητας κατά περίπτωση. Αυτό που κάνουμε είναι να καταγράφουμε από τη μία τις τάσεις, οι οποίες είναι ήπια αυξανόμενες, καθώς ξεκίνησαν από το 50% και ήρθαν στο 60%, αλλά οι προκλήσεις παραμένουν, δηλαδή η εύρεση πιστοποιημένων προϊόντων και σε μεγάλη ποσότητα για τις μεγάλες τουριστικές περιοχές» τονίστηκε στα συμπεράσματα της παρουσίασης.
Κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook
Ακολούθησε μας στο Twitter
Κάνε εγγραφή στο κανάλι μας στο Youtube
Γίνε μέλος στο κανάλι μας στο Viber
– Αναφέρεται ως πηγή το ertnews.gr στο σημείο όπου γίνεται η αναφορά.
– Στο τέλος του άρθρου ως Πηγή
– Σε ένα από τα δύο σημεία να υπάρχει ενεργός σύνδεσμος