Το The Incomer του Louis Paxton, που απέσπασε το NEXT Innovator Award στο Sundance 2026, είναι μια από εκείνες τις ταινίες που εμφανίζονται αρχικά ως ιδιόρρυθμες κωμωδίες και καταλήγουν να λειτουργούν ως στοχαστικά παραμύθια για την έννοια του ανήκειν. Με εμφανείς συγγένειες στο ύφος και στο παράλογο χιούμορ με το The Ballad of Wallis Island, η ταινία βρίσκει τον δικό της τόνο ανάμεσα στο θέατρο, τον μύθο και τη σύγχρονη αγωνία για τον «άλλο» (σ.σ. τον ξένο).
Η ιστορία μας μεταφέρει σε ένα απομακρυσμένο, σχεδόν ξεχασμένο νησί της Σκωτίας. Εκεί, ο Daniel (Domhnall Gleeson), ένας άνθρωπος από «τον έξω κόσμο», φτάνει με μια φαινομενικά επικίνδυνα απλή αποστολή: να πείσει τους τελευταίους κατοίκους του νησιού να το εγκαταλείψουν. Η εισβολή του, ωστόσο, δεν γίνεται δεκτή ως γραφειοκρατική επίσκεψη, αλλά ως απειλή. Η Isla και ο Sandy, τα δύο αδέλφια που έχουν απομείνει φύλακες του τόπου, (ερμηνευμένα με αξιοσημείωτη ακρίβεια από τη Gayle Rankin και τον Grant O’Rourke) αντιμετωπίζουν κάθε παρείσακτο ως εχθρό, όχι από κακία, αλλά από συνήθεια. Η παράδοση, και η καθημερινότητα που αυτή έχει δημιουργήσει, τους καθιστά ανίκανους να φανταστούν τη ζωή μακριά από εκείνο τον τόπο.
Ο Paxton εμπλουτίζει τη βασική αφήγηση με μια σειρά από εμβόλιμες σκηνές animation, μέσα από τις οποίες ξετυλίγεται η ιστορία των σκωτσέζικων νησιών, οι μύθοι τους και η σταδιακή τους εγκατάλειψη. Οι σκηνές αυτές λειτουργούν σαν συλλογική μνήμη: όχι πάντα αξιόπιστη, αλλά βαθιά συναισθηματική. Έτσι, το νησί δεν παρουσιάζεται απλώς ως τόπος, αλλά ως οργανισμός που αντιστέκεται στην εξαφάνιση.
Ο Daniel, από την πλευρά του, εκπροσωπεί ένα «νέο κόσμο» γεμάτο υποσχέσεις: χωρίς αποκλειστική κρεατοφαγία, με ποικιλίες φρούτων, ίντερνετ, έναν πολιτισμό όπου η επιλογή αντικαθιστά την ανάγκη. Όλα αυτά παρουσιάζονται σχεδόν σαν θρησκευτική αποκάλυψη, ικανά να μετατρέψουν κάθε τόπο μακριά από το νησί σε γη της επαγγελίας. Όμως για την Isla, αυτά δεν έχουν καμία αξία. Εκείνη πιστεύει πως η μοναξιά τους έχει οριοθετηθεί από έναν μύθο: έναν άνθρωπο-φώκια, τον οποίο φαντάζεται με σάρκα, οστά και αμφίβιες ικανότητες. Ως θεσμοφύλακας μιας ιστορίας που φθίνει, η Isla υπερασπίζεται όχι μόνο τον τόπο, αλλά και το δικαίωμα στη συνέχιση του μύθου.
Ο Sandy, αντίθετα, ζει τη δική του εσωτερική σύγκρουση. Αδυνατώντας να κατανοήσει την έλξη του προς το ίδιο φύλο, μεταφράζει την επιθυμία του σε κανιβαλισμό, όχι ως βία, αλλά ως ανάγκη κατανόησης. Στο αυτοσχέδιο μυθολογικό του σύστημα, αν φάει τον Daniel, θα μπορέσει να μάθει τις σκέψεις του. Τον φαντάζεται ως μάγο, γκουρού, φορέα γνώσης. Και εδώ η ταινία βρίσκει μία από τις πιο παιχνιδιάρικες αλλά και ουσιαστικές της ιδέες: ο Daniel αποδέχεται αυτή την ταυτότητα. Ως δηλωμένος otaku του Άρχοντα των Δαχτυλιδιών, βρίσκει στον απομονωμένο αυτό τόπο το μοναδικό μέρος όπου μπορεί να παρουσιαστεί ως μάγος, ως δημιουργός της ιστορίας του Τόλκιν. Ξέρει ότι είναι παράξενος -και το αποδέχεται, όπως αποδέχεται και την ανάγκη του να βοηθά τους άλλους, έστω μέσα από έναν ρόλο-.
Παρότι το The Incomer είναι εμφανώς πιο θεατρικό από όσο συνηθίζεται, οι δύο πρώτες πράξεις του ισορροπούν ιδανικά ανάμεσα στο ελαφρύ και το βαθιά νοηματικό. Η τελευταία πράξη, απρόσμενα, μετατρέπεται σχεδόν σε Home Alone (Μόνος στο Σπίτι): οι τρεις χαρακτήρες, πλέον ως γροθιά, υπερασπίζονται το σπίτι των αδελφών, όχι απέναντι σε έναν εξωτερικό εχθρό, αλλά απέναντι στην ίδια την ιδέα της εξαφάνισης.
Το The Incomer είναι ένα παράξενο, τρυφερό έργο για το πώς ο «ξένος» μπορεί να γίνει καθρέφτης και όχι απειλή. Μια ταινία που δεν ζητά να εγκαταλείψουμε την ιδιαιτερότητά μας, αλλά να την αγκαλιάσουμε, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει να πιστέψουμε, έστω για λίγο, στους μάγους.
Κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook
Ακολούθησε μας στο Twitter
Κάνε εγγραφή στο κανάλι μας στο Youtube
Γίνε μέλος στο κανάλι μας στο Viber
– Αναφέρεται ως πηγή το ertnews.gr στο σημείο όπου γίνεται η αναφορά.
– Στο τέλος του άρθρου ως Πηγή
– Σε ένα από τα δύο σημεία να υπάρχει ενεργός σύνδεσμος