Sundance 2026: Το «Musical» αυτό έχει φανφάρες αλλά όχι οβερτούρα ή κουρδισμένη ορχήστρα

Το «The Musical» είναι από εκείνες τις ταινίες που σε κερδίζουν περισσότερο με την ιδέα τους παρά με την ολοκλήρωσή τους. Έχει στιγμές ειλικρινά αστείες, κάποιες έξυπνες παρατηρήσεις για την εκπαίδευση, τη δημιουργικότητα και τη μικροαστική εκδίκηση, αλλά ταυτόχρονα προδίδει μια πρωτόλεια αμηχανία: σαν παράσταση που ξεκινά με φανφάρες, όμως δεν φρόντισε ποτέ να κουρδίσει σωστά την ορχήστρα της. Το αποτέλεσμα είναι άνισο, συχνά προβλέψιμο στις δύο πρώτες πράξεις, αλλά όχι αδιάφορο· και σίγουρα όχι χωρίς καρδιά.

Στο κέντρο βρίσκεται ο Νταγκ (Will Brill), ένας μίζερος, ημι-φαλακρός και συναισθηματικά ηττημένος δάσκαλος πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, που βλέπει τη ζωή του να καταρρέει σε δύο μέτωπα: η πρώην σύντροφός του Άμπιγκεϊλ (Gillian Jacobs) συνάπτει σχέση με τον προϊστάμενό του, τον Μπρέιντι (Rob Lowe), και ταυτόχρονα η δική του ανάγκη για δημιουργία (σ.σ. ιδανικά θα ήθελε να είναι συγγραφέας στη Νέα Υόρκη, παρά δάσκαλος) βρίσκει τοίχο σε ένα σχολικό σύστημα που φοβάται το απρόβλεπτο.

[Η επιστροφή του Ρομπ Λοου σε πρωταγωνιστικό ρόλο λειτουργεί εδώ σχεδόν μετα-κινηματογραφικά: ο Μπρέιντι είναι το πρόσωπο της καλοχτενισμένης εξουσίας, της διοίκησης που χαμογελά ενώ ακυρώνει κάθε ρίσκο. Ο Λοου παίζει με αυτογνωσία, ξέροντας ακριβώς τι εκπροσωπεί· το σύστημα που επιβιώνει, όχι το σύστημα που εμπνέει].

Η ιδέα του Νταγκ να ανεβάσει μια «προβοκατόρικη» παράσταση με προκάλυμμα μια αποστειρωμένη εκδοχή του West Side Story είναι ίσως το πιο εύστοχο εύρημα της ταινίας. Σε μια εποχή όπου τα σχολικά θεατρικά έργα περνούν από φίλτρα parental guidance, red zones και άτυπες απαγορεύσεις, ο πειραματισμός παρουσιάζεται σχεδόν ως πράξη ανταρσίας. Το επαναλαμβανόμενο μότο «The superpower of the theatre is the element of surprise» [σ.σ. Η υπερδύναμη του θεάτρου είναι το στοιχείο της έκπληξης] λειτουργεί τόσο ως εμψύχωση όσο και ως ειρωνεία: η ίδια η ταινία γνωρίζει ότι μιλά για την έκπληξη, ενώ φοβάται να την πάει μέχρι τέλους του γκρεμού.

Το εκπαιδευτικό όραμα του Νταγκ, από την προβολή του The Manchurian Candidate [σ.σ. το οποίο είχε αποδοθεί στα ελληνικά ως «Κάτω από έναν άλλο Ήλιο»], μια βαθιά υπαρξιακή ταινία, στο λάθος κοινό, σε δεκάχρονα, μέχρι τις ατάκες περί «μηχανών που θα κλέψουν τις δουλειές του μέλλοντος», ισορροπεί ανάμεσα στην αιρετικότητα και στην αυτοκαταστροφή. Εδώ η ταινία αγγίζει κάτι αληθινό: τον φόβο να «νικήσεις» τα παιδιά με ιδέες που δεν μπορούν ακόμα να διαχειριστούν, αλλά και την ευθύνη του δασκάλου να μη γίνει απλός διαχειριστής ύλης. Το κυριότερο: αυτό είναι ο καθρέφτης του «σήμερα, αύριο, χθες και πάντα» του Νταγκ, κάτι που θα ήταν σώφρον να αποσιωπήσει στους μαθητές του, έστω για την εκπαιδευτική διαδικασία. Όμως συχνά οι ιδέες αυτές σερβίρονται εύκολα, με απαντήσεις που έρχονται γρήγορα και συγκρούσεις που λύνονται πρόωρα, λες και το ίδιο το φιλμ φοβάται να μείνει για λίγο στη ζώνη του… uncomfortable [σ.σ. άβολου].

Όταν η αφήγηση στρέφεται καθαρά στην εκδίκηση· την εκδίκηση του μικροαστού που δεν μπόρεσε να γίνει δημιουργός και τώρα θέλει απλώς να χαλάσει το πάρτι των άλλων, το The Musical χάνει μέρος της οξύτητάς του και μετατρέπεται σε φάρσα που απολαμβάνεις να παρακολουθείς σε streaming πλατφόρμες αλλά όχι στη μεγάλη οθόνη. Η «ground zero» παράσταση, με αναφορές που φλερτάρουν με το σοκ (Osama bin Laden, πολιτισμικά shortcuts, εύκολα -αλλά σοκαριστικά- σύμβολα), είναι ένα ουσιαστικό σχόλιο αλλά φλερτάρει και με τη φθηνή πρόκληση. Εκεί η ταινία δείχνει να μπερδεύει την πρόκληση με την τόλμη και το θόρυβο με το ρίσκο.

Κι όμως, στο φινάλε, κάτι μαλακώνει. Η ταινία στρέφεται απρόσμενα προς την αθωότητα, όχι ως άρνηση της σύγκρουσης, αλλά ως υπενθύμιση του πως ξεκίνησαν όλα αυτά. Τα παιδιά τραγουδούν, που πλέον και αγαπούν και εμπιστεύονται το παράξενο πλάνο του δασκάλου τους, χορεύουν ερμηνεύοντας τραγούδια όχι ως φορείς ιδεολογίας, αλλά ως σώματα σε κίνηση, ως φωνές που ακόμα δεν έχουν μάθει να φοβούνται. Εκεί το The Musical βρίσκει την πιο ειλικρινή του στιγμή, όχι ως μανιφέστο, αλλά ως επιστροφή σε μια απλή, σχεδόν ξεχασμένη πίστη ότι το θέατρο -και η τέχνη γενικότερα- δεν αλλάζουν τον κόσμο, αλλά μπορούν να θυμίσουν σε κάποιον γιατί άξιζε να προσπαθήσει.

Αν και τελικά αυτή η ταινία αγαπάει τα κωμικά κρεσέντα περισσότερο από τα μηνύματά της, απολαμβάνει να προδίδει ότι έχει «σπασμένη» ορχήστρα, «ακούρδιστα» όργανα και «μουσική εξόδου» σε λάθος οκτάβα, και αυτό να είναι ο πιο τίμιο πράγμα που προσφέρει, ένα μη-απολογητικό «φάε τη σκόνη μου» και ας είμαι ακόμα στα μισά της διαδρομής.

Όλες οι Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο,  στο ertnews.gr
Διάβασε όλες τις ειδήσεις μας στο Google
Κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook
Ακολούθησε μας στο Twitter
Κάνε εγγραφή στο κανάλι μας στο Youtube
Γίνε μέλος στο κανάλι μας στο Viber

Προσοχή! Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των πληροφοριών του παραπάνω άρθρου (όχι αυτολεξεί) ή μέρους αυτών μόνο αν:
– Αναφέρεται ως πηγή το ertnews.gr στο σημείο όπου γίνεται η αναφορά.
– Στο τέλος του άρθρου ως Πηγή
– Σε ένα από τα δύο σημεία να υπάρχει ενεργός σύνδεσμος