*το κείμενο περιλαμβάνει spoilers
Όλα ξεκινούν με μια άσκηση σωματικής ενδυνάμωσης. Η ηρωίδα Josephine ασκείται πολύ πρωινές ώρες με τον πατέρα της στην κοντινή δασική περιοχή, και αυτός είναι απλά ο πρόλογος αλλά και ο επίλογος της ταινίας που θα δούμε. Το νεαρό κορίτσι δυσκολεύεται να αντισταθεί στην πίεση που ασκει ο πατέρας της, που ιδανικά, επιθυμεί το παιδί του να γίνει «δυνατό» και να αντιμετωπίζει κάθε πρόβλημα που θα εμφανίζεται μπροστά του. Της θυμίζει ότι πρέπει να προσπαθεί γιατί οι δυνατοί είναι αυτοί που επιβιώνουν.
Κάπως έτσι, η ταινία Josephine ξεκινά από μία από τις πιο ανατριχιαστικές σκηνές βίας των τελευταίων χρόνων, και αυτό μέσα από τα μάτια ενός παιδιού που γίνεται μάρτυρας. Η κάμερα παραμένει χαμηλά, στο ύψος του βλέμματος της μικρής Josephine, εκεί όπου η κατανόηση στερείται λέξεων. Ο πατέρας της Damien (Channing Tatum) κυνηγά τον βιαστή, τον Greg Roth (Philip Ettinger), αλλά δεν τον πιάνει αυτοστιγμεί, αφήνοντας την κόρη του για λίγα λεπτά με τους αυστηρούς αστυνομικούς που δεν δίνουν σημασία στο τραύμα της ψυχής της ηρωίδας (που ήδη «πυορροεί»). Λίγη ώρα αργότερα θα κάθεται δίπλα της η βιασμένη γυναίκα, σε μια εικόνα που συμπυκνώνει τη βίαιη ενηλικίωση πριν την ώρα της.
«Τι έκανε ο άντρας στη γυναίκα;» ρωτά η Josephine. Ο πατέρας της προσπαθεί να αλλάξει κουβέντα. Πώς να εξηγήσεις τον βιασμό πριν τον έρωτα, πριν τις μέλισσες και τα λουλούδια, πριν καν η λέξη σώμα αποκτήσει νόημα; Η μικρή ψάχνει τη λέξη «βιασμός» ανορθόγραφα στο κινητό της. Από τις προπονήσεις της και από τα λόγια της προς συνομήλικα παιδιά καταλαβαίνουμε ότι ο ψυχικός της κόσμος έχει ήδη κλονιστεί. «Άντε τώρα μη μας βιάσεις», λέει απηυδισμένη, χωρίς να αντιληφθεί «τη μετάφραση» που έχει αυτή της η πράξη στον ψυχισμό της.
Πώς γίνεται να μαθαίνεις για τον χειρότερο εφιάλτη στη ζωή μιας γυναίκας πριν γνωρίσεις, το καρδιοχτύπι, την ασφάλεια και φυσικά τον έρωτα; Και πώς μετά κοιτάς τους γονείς σου να κρατιούνται χέρι-χέρι στο σούπερ μάρκετ χωρίς να αμφισβητείς την εικόνα τους; «Υπάρχουν άνθρωποι τόσο άρρωστοι», θα της πει ο πατέρας της, «αν κάποιος προσπαθήσει να σου κάνει κάτι χωρίς τη θέλησή σου έχεις την άδειά μου να τον χτυπήσεις». Μια φράση προστασίας που αργότερα θα επιστρέψει απειλητικά, όταν η Josephine αντιδρά σε ένα σπρώξιμο συναθλητή της και εκείνος καταλήγει να ασφυκτιά με το κεφάλι σε πλαστική σακούλα.
Η Josephine, στη συνέχεια εκμυστηρεύεται στον πατέρα της ότι αγαπά τον Felix από το σχολείο. Ο πατέρας προσπαθεί να δώσει συμβουλές, «δεν είναι καλό παράδειγμα, έτσι ήμουν και εγώ πριν γνωρίσω τη μαμά σου», για να πάρει την ανατριχιαστική απάντηση «ήσουν σαν τον άνθρωπο στο πάρκο;». Η σκηνή αυτή αρκεί για να φανεί πόσο ο εφιάλτης έχει ήδη εγκατασταθεί μέσα της, όχι ως ανάμνηση, αλλά ως φίλτρο αντίληψης.
Στο αστυνομικό τμήμα, η Josephine καλείται να βοηθήσει στην προανάκριση. «Ξέρεις τη διαφορά της αλήθειας από το ψέμα;» τη ρωτά η αστυνομικός δείχνοντάς της έναν κόκκινο μαρκαδόρο. «Είναι κίτρινος;» ρωτά η μικρή, θέλοντας να εξασφαλίσει ότι από εδώ και πέρα όλα θα λέγονται σωστά. Και έτσι γίνεται, μέχρι η Josephine να αποφασίσει να σιωπήσει, καθώς, όταν μιλάει, μπλέκει σε καταστάσεις που δεν κατανοεί.
«Μαμά, σε έχουν ποτέ βιάσει;» ρωτά σαν να είναι η πιο φυσιολογική ερώτηση στον κόσμο, χαρίζοντας στην κινηματογραφική της μητέρα Claire (Gemma Chan) μια ενδιαφέρουσα ερμηνευτικά σκηνή. Η ταινία εδώ αποσαφηνίζει γιατί ξεσήκωσε το κοινό στο τελευταίο Φεστιβάλ του Sundance. Δεν πραγματεύεται τη βία ως γεγονός, αλλά ως διάχυση. Η Josephine δεν κακοποιείται σωματικά, αλλά… νοηματικά. Η γλώσσα της, οι ερωτήσεις της, η σχέση της με τον κόσμο αλλοιώνονται από κάτι που δεν μπορεί να κατανοήσει, αλλά αναγκάζεται να κουβαλάει στη μέχρι πρότινος αθώα ψυχούλα της· κάπως έτσι επανατοποθετεί το ενδιαφέρον από το «τι έγινε;» στο «πώς επιβιώνεις μετά από αυτό που είδες;», και αυτή η μετατόπιση είναι που την καθιστά όχι απλώς επίκαιρη, αλλά μια βαθιά κινηματογραφική εμπειρία.
Η μικρή μαθαίνει γρήγορα ότι η δικαιοσύνη δεν έρχεται άμεσα. Ο δράστης (σ.σ. για την ακρίβεια η θεία του) πληρώνει εγγύηση και βρίσκεται έξω. «Θα μείνει μέσα για όλη του τη ζωή;» ρωτά. «Αν καταδικαστεί, από τρία έως οκτώ χρόνια θα μείνει», απαντά ο αστυνομικός. Η Josephine μετρά στα δάχτυλα και καταλαβαίνει ότι θα είναι δεκαπέντε όταν αποφυλακιστεί. «Δεν υπάρχει δικαιοσύνη, αυτό το επινοήσαμε για να νιώθουμε καλύτερα», της λέει ο πατέρας της. «Τότε άλλαξέ το», απαντά εκείνη. «Εσύ να το αλλάξεις για τον εαυτό σου».
Πλέον είναι σαφές. Η αποκατάσταση της τιμής δεν ισοδυναμεί με αποκατάσταση της δικαιοσύνης. Ακόμα και αν η κατάθεση ακουστεί, ακόμα και αν η αλήθεια ειπωθεί, το τραύμα δεν αντιστρέφεται. Το δικαστήριο μπορεί να αποκαταστήσει την εικόνα, όχι όμως την ασφάλεια. Η απόσταση ανάμεσα στο «ακούστηκα» και στο «προστατεύτηκα» είναι το πραγματικό πεδίο πόνου που η Josephine αρνείται να εξωραΐσει.

Το σπίτι παύει να είναι ασφαλές. Ο δράστης πιθανότατα αφήνει απειλές. Η μητέρα καταρρέει από το άγχος. Η Josephine αλλάζει χωρίς να το καταλαβαίνει. Όταν μπαίνει κατά λάθος στο δωμάτιο και βλέπει τους γονείς της να κάνουν έρωτα, ορμά να προστατέψει τη μητέρα της. «Μην την αγγίζεις», φωνάζει. Το επόμενο πρωινό είναι αμήχανο. Η μητέρα της εξηγεί τι είναι το σεξ, νωρίτερα απ’ όσο θα έπρεπε [πλέον είναι ανάγκη]. Ο πατέρας προσπαθεί να εξηγήσει ότι ο βιασμός είναι σεξ χωρίς συγκατάθεση. Το φάντασμα του ανθρώπου στο δάσος επιστρέφει, και αυτή τη φορά ποτίζει το χώρο, τους τοίχους, τις σκιές, ακόμα και τη φαντασία.
Η δίκη πλησιάζει. Η Josephine δεν ξέρει τι είναι δικαστήριο, αλλά πρέπει να πάει. Στην «πρόβα κατάθεσης» οι ερωτήσεις αλλάζουν νόημα. «Τον είχες δει πριν;» «Τον βλέπω παντού». Και λέει την αλήθεια. Ο άνθρωπος αυτός έχει μετακομίσει μέσα τους. Στο νέο σπίτι, το κορίτσι που μεγάλωσε απότομα, θα επιτεθεί -αυτή τη φορά σωματικά με ψαλίδι- ξανά στη μητέρα της, που είναι πλέον έγκυος. Το σωστό και το λάθος χάνουν τα όριά τους.
Στο δικαστήριο, η δικηγόρος υπεράσπισης θα ρωτήσει το παιδί αν είναι σίγουρη ότι η πράξη δεν ήταν συναινετική, αφού κάποιοι άνθρωποι προτιμούν… το βίαιο. Η κάμερα μένει καρφωμένη στο ύψος του βλέμματος της μικρής. Πλέον ακολουθούμε την υποκειμενική της εμπειρία. Αυτό το βίωμα γίνεται σχεδόν αφόρητο. Ο φόβος μεταβιβάζεται στον πατέρα, αλλά η στάση του επιτρέπει στην κόρη του να μη φοβηθεί. Επιστρέφουν στη ρουτίνα. Μια άσκηση ενδυνάμωσης. Και οι δύο στέκονται όρθιοι. Ο πατέρας όμως πλέον στερείται της αρχικής του δύναμης, και ας έχει πραγματοποιηθεί με το λάθος τρόπο η ευχή του: η κόρη του πλέον είναι σίγουρα πιο ενδυναμωμένη από ότι ήταν στην αρχή.
Και ίσως αυτό είναι το πιο πολιτικό σχόλιο της Josephine. Δεν υπόσχεται ίαση, ούτε κάθαρση. Υπόσχεται συνέχεια. Το τραύμα δεν φεύγει, απλώς παύει να είναι το μοναδικό κέντρο βαρύτητας. Η Josephine δεν ξεπερνά, μαθαίνει να ζει δίπλα του. Σε μια εποχή όπου πολλές ταινίες για το τραύμα μοιάζουν φτιαγμένες για δηλώσεις και πάνελ, εδώ υπάρχει επιμονή στο ίδιο το σινεμά ως εμπειρία.
Αυτός είναι και ο λόγος που η Josephine δεν συγκινεί απλά, αλλά… βραβεύεται. Το Sundance αναζητά ταινίες που η εμπειρία για τον θεατή είναι βιωματική. Εδώ δεν υπάρχει άνεση, ούτε ηθική ανωτερότητα· μόνο έκθεση. Η κάμερα αφαιρεί την απόσταση και σε αναγκάζει να δεις τον κόσμο από το ύψος ενός παιδιού. Και αυτή η επιμονή στο βλέμμα, όχι στο μήνυμα, είναι που ξεχωρίζει.
Η Josephine είναι από εκείνες τις σπάνιες ταινίες που δεν επιδιώκουν να εξηγήσουν το τραύμα, απαιτούν να το βιώσεις. Αντί να αναπαραστήσει τη βία ως γεγονός, επιλέγει να εξετάσει τη μακρά σκιά της, όπως εγγράφεται στη συνείδηση ενός παιδιού που γίνεται μάρτυρας. Με την κάμερα στο ύψος του βλέμματος της μικρής ηρωίδας, αφαιρείται κάθε άνεση και κάθε ψευδαίσθηση ηθικής απόστασης. Το αποτέλεσμα είναι μια ταινία που δεν καταγγέλλει με κραυγές, αλλά με σιωπές, επιμένοντας στη σύγχυση, την αποδόμηση της ασφάλειας και την πρόωρη ενηλικίωση.
Σε μια εποχή όπου πολλές ταινίες γύρω από τη σεξουαλική βία μοιάζουν κατασκευασμένες για δηλώσεις προθέσεων και δημόσιο διάλογο, η Josephine ξεχωρίζει επειδή παραμένει πεισματικά κινηματογραφική. Δεν προσφέρει κάθαρση ούτε εύκολη δικαίωση, παρά μόνο ροή, αντοχή και μια σκληρή ειλικρίνεια για το πώς η δικαιοσύνη συχνά αποκαθιστά την εικόνα, αλλά δεν επουλώνει το τραύμα. Είναι ακριβώς αυτή η άρνηση του μελοδράματος και η επιμονή στο βλέμμα ενός παιδιού που εξηγεί γιατί αυτή η ταινία θα καθιερωθεί ως μία από τις πιο ουσιαστικές και ανθεκτικές κινηματογραφικές καταθέσεις της χρονιάς.
Όσο για τη μορφή του βιαστή, που δείχνει περισσότερο άνθρωπος με ανάγκες -και σκιά αυτού- παρά τέρας, που περιφέρεται στο σπίτι, κάθεται στο δωμάτιο της Τζοσεφίν και στοιχειώνει τις ζωές τους, λειτουργεί ως υλοποίηση ενός φόβου που δεν φεύγει ποτέ.
Με σωστή καμπάνια, ο Τσάνινγκ Τέιτουμ θα μπορούσε να φτάσει μέχρι τα Όσκαρ δεύτερου ανδρικού ρόλου. Αλλά η πραγματική βράβευση της ταινίας βρίσκεται αλλού. Στη φωνή ενός παιδιού που δεν ζητά λύτρωση· που ζητά να ακουστεί.
Κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook
Ακολούθησε μας στο Twitter
Κάνε εγγραφή στο κανάλι μας στο Youtube
Γίνε μέλος στο κανάλι μας στο Viber
– Αναφέρεται ως πηγή το ertnews.gr στο σημείο όπου γίνεται η αναφορά.
– Στο τέλος του άρθρου ως Πηγή
– Σε ένα από τα δύο σημεία να υπάρχει ενεργός σύνδεσμος