Η «Αμελί», πέρα από το απόλυτο γαλλικό ρομάντζο των millennials, ήταν μια συναισθηματική καρτ ποστάλ που ήθελες να λάβεις ή να στείλεις στον νεότερο εαυτό σου, όχι επειδή πίστευες ότι το Παρίσι ήταν τόσο ονειρικά φτιαγμένο, αλλά επειδή σου άρεσε η ιδέα ότι θα μπορούσε να είναι αυτό το κολάζ αναμνήσεων. Είκοσι πέντε χρόνια μετά την ταινία του Ζαν-Πιερ Ζενέ, η ηρωίδα επιστρέφει, αυτή τη φορά μιλώντας και τραγουδώντας ιταλικά. Στο «Amélie: Il Musical», που παρουσιάζεται στο Teatro Brancaccio της Ρώμης από τις 22 έως τις 25 Οκτωβρίου, το ερώτημα παραμένει αν ακόμα και σήμερα μπορούμε να αισθανθούμε κάτι τις στον κόσμο της.



Η υπόθεση παραμένει λίγο ως πολύ αυτή που γνώρισες από το σελιλόιντ: μια ντροπαλή σερβιτόρα στη Μονμάρτρη, μεγαλωμένη μέσα στη μοναξιά και την καταπιεσμένη της φαντασία, αποφασίζει να επέμβει και να διορθώσει διακριτικά τις ζωές των άλλων, μέσα από μικρές παρεμβάσεις και συμπτώσεις που οργανώνονται σαν μυστικές (σχεδόν επικίνδυνες) αποστολές για ανθρώπους που χρειάζονται ένα σπρώξιμο για να ξανασυναντήσουν την ευτυχία, μόνο που, όταν εμφανίζεται ο Νινό, η Αμελί πρέπει να εγκαταλείψει την ασφαλή θέση εκείνης που κινεί τα νήματα και να εκτεθεί η ίδια πλέον με την ιδιότητα μιας συναισθηματικά ευάλωτης μαριονέτας που αναζητά κάποιον να παίξει μαζί της. Μπορεί να είναι ευκολότερο να σκηνοθετείς την ευτυχία των άλλων από το να διακινδυνεύεις τη δική σου, παρά όμως την ταλαιπωρία που περιλαμβάνει αυτή η περιπέτεια, αξίζει την ανασφάλεια που προκύπτει από την εκκίνηση μέχρι τον τερματισμό.
Στον κινηματογράφο, όμως, αυτή η ιστορία ήταν μόνο η αφορμή της αφήγησης. Η «Αμελί» ήταν μια εμπνευσμένη συρραφή από εικόνες της ηρωίδας, τους συνειρμούς της, τις μικρές παρεκκλίσεις της αφήγησης, το μοντάζ που έδινε στις ιδιοτροπίες των ανθρώπων τη θέση ολόκληρης βιογραφίας. Πάνω από όλα, ήταν αυτή η φατσούλα, το μουτράκι της σχεδόν πρωτοεμφανιζόμενης τότε Οντρέ Τοτού και η μουσική του Γιαν Τιερσέν, που καθόριζε το πώς πέρασε αυτή η ταινία στο θυμικό μας. Το δύσκολο, επομένως, για μια θεατρική μεταφορά σε μιούζικαλ δεν ήταν να διασώσει τα περιστατικά αλλά να επινοήσει μια αντίστοιχη γλώσσα που θα χάριζε αισθήσεις ισάξιας συναισθηματικής έντασης.

Το αμερικανικό μιούζικαλ επιχείρησε αυτή τη μεταγραφή με πρόζα του Κρεγκ Λούκας, μουσική του Ντάνιελ Μεσέ και στίχους του ίδιου και του Νέιθαν Τάισεν. Όπως καταλάβατε, δυστυχώς, δεν πρόκειται για τις γνώριμες μουσικές της ταινίας που φορτώθηκαν με στίχους, αλλά για καινούργια τραγούδια πάνω σε έναν ήδη αναγνωρίσιμο κόσμο. Τώρα θα καταλάβετε και για ποιον λόγο η διαδρομή του στο Μπρόντγουεϊ υπήρξε σύντομη: με τη Φιλίπα Σου στον κεντρικό ρόλο, άνοιξε επίσημα στις 3 Απριλίου 2017 και έκλεισε στις 21 Μαΐου, έπειτα από μόλις 56 κανονικές παραστάσεις και 27 previews, χωρίς να εξασφαλίσει υποψηφιότητα για Tony. Η αποτυχία έχει πολλές ερμηνείες, καθώς η «Αμελί» στο σανίδι μοιάζει να κουβαλά και μια πολιτισμική αμηχανία (αυτό που λέμε «χαμένοι στη μετάφραση»): προσπαθεί να κάνει μια πολύ συγκεκριμένη γαλλική εκκεντρικότητα άμεσα αναγνώσιμη σε ένα ευρύτερο αμερικανικό/διεθνές/εξωευρωπαϊκό κοινό, στο μυαλό του οποίου, όμως, το Παρίσι είναι η Πιάφ, ο Πύργος του Άιφελ, τα κρουασάν και η εγγυημένη ρομαντική απόδραση, περισσότερο ως προσδοκία παρά ως κατάλογος σκηνικών ευρημάτων. Όμως η αναγνωρισιμότητα του φολκ στοιχείου δεν αρκεί. Στην προσπάθεια να γίνει περισσότερο εξωστρεφές και επεξηγηματικό, το θεατρικό χάνει κάτι από την αυτάρεσκη γαλλική ιδιορρυθμία του, χωρίς να αποκτά την ακαταμάχητη ορμή ενός αμερικανικού μιούζικαλ. Μένει κάπου ανάμεσα: αρκετά οικείο για να ξέρεις τι θέλει να σου θυμίσει, όχι αρκετά αυτόνομο για να το ξεχάσεις.

Ο πανολεθρίαμβός του στο Μπρόντγουεϊ δεν ήταν όμως το τέλος του. Η βρετανική επανεπεξεργασία του 2019, σε σκηνοθεσία Μάικλ Φέντιμαν, με ηθοποιούς που έπαιζαν και μουσικά όργανα και με νέες ενορχηστρώσεις, του έδωσε δεύτερη ζωή. Ακολούθησαν τρεις υποψηφιότητες για Olivier το 2020 και η μεταφορά στο West End το 2021. Η ευρωπαϊκή διαδρομή έδειξε ότι υπήρχε περιθώριο να βρει ένα νέο κοινό μέσα από αυτή την απόδοση. Με ελάχιστη αλλά ικανοποιητική χρονική απόσταση, αυτή η υπόσχεση του «ξαναδιαβάσματος» ίσως μοιάζει ακόμη πιο εξωτική από το ίδιο το Παρίσι.

Η πρώτη ιταλική παραγωγή συναντά τώρα και την εικοσιπενταετία της ταινίας, που σε αρκετές χώρες (όπως και η δική μας) επέστρεψε στις μεγάλες οθόνες για να τη γιορτάσει. Η επέτειος ξετσουβαλιάζει τη νοσταλγία ως τον κύριο, βαθύτερο λόγο επιστροφής. Στην ιταλική παράσταση, η σκηνοθεσία και οι χορογραφίες του Εουτζένιο Κοντέντι επενδύουν στη λιτότητα. Η σκηνή δεν προσπαθεί διαρκώς να εντυπωσιάσει με το μέγεθός της και η οικονομία των μέσων γίνεται συχνά δημιουργικό εργαλείο. Ένας καμβάς με back projection στην πρώτη πράξη, όπου ζωντανεύουν παιδικά σχέδια και φαντασίες, ένας κόσμος από παράθυρα και κάδρα, το καφέ «Οι δύο μύλοι» και η υπόνοια των δρόμων του Παρισιού. Ξέχασα κάτι; Ναι, το σεξ σοπ. Σε αυτό το εξατομικευμένα βολικό σύμπαν, υπάρχει ευελιξία, καθαρότητα και διάθεση να παραχωρηθεί χώρος στους ερμηνευτές. Το πρόβλημα βρίσκεται περισσότερο σε μια άλλη οικονομία που πλησιάζει τα όρια της τσιγκουνιάς, στην οικονομία της ίδιας της διασκευής: πρόσωπα αλλάζουν χώρους και ιδιότητες (η γειτόνισσα που ο άντρας της έφυγε με την γκόμενα γίνεται σερβιτόρα στο ίδιο καφέ, ο ανάπηρος βοηθός του μανάβη έχει τη λιγότερη δυνατή διάδραση με τον ζωγράφο που αρνείται να ζήσει στον κόσμο, η αλλεργική, υποχόνδρια υπάλληλος στερείται υστερίας κ.λπ.), επεισόδια συμπτύσσονται, σχέσεις παρουσιάζονται βιαστικά. Οι χαρακτήρες παραμένουν υπερβολικά πολλοί για να αποκτήσουν βάρος και βάθος, αλλά και υπερβολικά λίγο ανεπτυγμένοι για να δικαιολογούν όλοι την παρουσία τους, κι έτσι η παράσταση βρίσκεται συχνά σε μια άβολη ενδιάμεση κατάσταση. Δεν αφηγείται αρκετά ώστε να στηρίξει συναισθηματικά κάθε μικρή ιστορία, ούτε αφαιρεί αρκετά ώστε να προκύψει μια τολμηρά συμπυκνωμένη εκδοχή. Εκεί όπου η ταινία μπορούσε μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα να μας συστήσει έναν άνθρωπο με μια εικόνα και έναν συνειρμό, η σκηνή χρειάζεται χρόνο· και όταν ο χρόνος αυτός δίνεται σε ένα τραγούδι που δεν αποκαλύπτει κάτι περισσότερο, ο ρυθμός υποχωρεί, με την όποια «ιδιοτροπία» να αναγγέλλεται αντί να μας αιφνιδιάζει.


Η Τζούλια Οτονέλο, πάντως, προσφέρει στην παράσταση ένα σταθερό κέντρο. Χωρίς να θυμίζει ουσιαστικά την Οντρέ Τοτού ή την ιδιαίτερη κινηματογραφική παρουσία που εκείνη δημιούργησε, διαθέτει ασφαλή φωνητικά πατήματα, καθαρότητα και μια ζεστασιά που σε κάνει να την ακολουθείς μέχρι υπόκλισης. Η δική της Αμελί βρίσκει το πειστικότερο επιχείρημά της όταν τραγουδά, καθώς εκεί αποκτά υπόσταση, συναίσθημα και μια προσωπική διαδρομή πέρα από τη γνώριμη κόμμωση (σ.σ. αποτυχημένη η επιλογή της περούκας) και τα αναγνωρίσιμα χρώματα (κόκκινο, πράσινο, πορτοκαλί σε γήινες αποχρώσεις). Δίπλα της, ο Ματία Μπαλντάτσι ως Νινό έχει όμορφες ψηλές νότες, αλλά λιγότερο πειστική ερωτική παρουσία. Η φωνητική επάρκεια δεν μετατρέπεται σε σπίθα μεταξύ τους. Ακόμη και αυτή η αδέξια, λίγο αλλόκοτη συνεννόηση δύο ανθρώπων που δυσκολεύονται να χωρέσουν στον κόσμο χρειάζεται μια εσωτερική αναγκαιότητα, δηλαδή να πιστέψεις ότι αναγνωρίζουν ο ένας στον άλλον κάτι που οι υπόλοιποι δεν βλέπουν. Και κάπου εδώ καταλαβαίνεις ότι η ιστορία θέλει να τους ενώσει, χωρίς να αισθάνεσαι πάντοτε ότι το θέλουν εξίσου οι ίδιοι.




Υπάρχει, βέβαια, μια ειρωνεία στην επιστροφή αυτού του παραμυθιού. Το 2019 ο Ζενέ, εξηγώντας γιατί δεν ήθελε να γυρίσει συνέχεια, είχε πει ότι το Παρίσι είχε γίνει άσχημο, αναφερόμενος ειδικότερα στα εργοτάξια και στις δυσκολίες να ξαναβρεί τα κινηματογραφικά του τοπία. Η δήλωση αφορούσε ένα πιθανό σίκουελ της ταινίας, αλλά προσφέρεται ως σχόλιο για τη σημερινή νοσταλγία της· ίσως η «Αμελί» να επιστρέφει ακριβώς επειδή ο κόσμος της απομακρύνεται, όχι μόνο επειδή άλλαξε η πόλη, αλλά επειδή δυσκολευόμαστε περισσότερο να της χαρίσουμε εκείνο το βλέμμα. Άλλωστε, ούτε το Παρίσι του 2001 ήταν ολόκληρο το Παρίσι της Αμελί. Ήταν μια όμορφη επιλογή τοποθεσιών και σκηνικών χώρων, με όσα άφηνε συνειδητά έξω από το κάδρο. Στην ιταλική θεατρική της εκδοχή, αυτή η ευρωπαϊκή φαντασίωση μοιάζει πάντως να αναπνέει λίγο πιο φυσικά απ’ ό,τι στο Broadway. Η μουσικότητα της γλώσσας, η οικειότητα των χειρονομιών και η μικρότερη απόσταση από το συναίσθημα την πλησιάζουν στο Παρίσι που θυμόμαστε… ή που νομίζουμε ότι θυμόμαστε. Και ευτυχώς υπάρχει η φωνή της Τζούλια Οτονέλο: ικανή να κάνει τα, σε γενικές γραμμές, αδιάφορα τραγούδια να μοιάζουν για λίγο με showstoppers. Το Παρίσι μπορεί να μην ξαναγίνεται το ίδιο, όσο εκείνη τραγουδά, όμως, έχεις έναν λόγο να μείνεις μέχρι την τελευταία αυλαία.


Κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook
Ακολούθησε μας στο Twitter
Κάνε εγγραφή στο κανάλι μας στο Youtube
Γίνε μέλος στο κανάλι μας στο Viber
– Αναφέρεται ως πηγή το ertnews.gr στο σημείο όπου γίνεται η αναφορά.
– Στο τέλος του άρθρου ως Πηγή
– Σε ένα από τα δύο σημεία να υπάρχει ενεργός σύνδεσμος