Ο πόλεμος στο Ιράν αναδιαμορφώνει το τοπίο των επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη, φέρνοντας στο προσκήνιο τις ευάλωτες υποδομές της. Οι εταιρείες που βασίζονται σε ενεργοβόρα κέντρα δεδομένων βρίσκονται αντιμέτωπες με αυξανόμενο κόστος, την ώρα που οι κατασκευαστές λογισμικού εμφανίζονται πιο ανθεκτικοί.
Ο πόλεμος στο Ιράν αποκάλυψε ένα παράδοξο: κεφάλαια από τον Περσικό Κόλπο χρηματοδοτούν τις προσπάθειες των ΗΠΑ να κερδίσουν την κούρσα της τεχνητής νοημοσύνης, ενώ ταυτόχρονα οι ΗΠΑ ξεκινούν μια σύγκρουση που μπορεί να επηρεάσει αυτές τις επενδύσεις. Ορισμένες εκτιμήσεις κάνουν λόγο για έως και 2 τρισεκατομμύρια δολάρια σε μακροπρόθεσμες επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη από χώρες της Μέσης Ανατολής, ωστόσο αυτά τα κεφάλαια εμφανίζονται πλέον επισφαλή. Παράλληλα, η αύξηση των τιμών ενέργειας καθιστά ολοένα και πιο δαπανηρή τη λειτουργία των κέντρων δεδομένων.
Η αγορά της τεχνητής νοημοσύνης ενδέχεται να χωριστεί στα δύο: στους «υπερ-παρόχους» (Alphabet, Amazon και Microsoft), οι οποίες είναι ευάλωτες στις μεταβολές του χρηματοοικονομικού τοπίου, και στα νεοσύστατα εργαστήρια τεχνητής νοημοσύνης όπως η OpenAI και η Anthropic που φαίνεται να είναι πιο ανθεκτικά.
Αν και συχνά αντιμετωπίζεται ως ένα ενιαίο οικοσύστημα, η τεχνητή νοημοσύνη αποτελείται από δύο διακριτές αγορές: την κεφαλαιουχικά απαιτητική υποδομή και την πιο ευέλικτη αγορά λογισμικού. Στη δεύτερη κατηγορία, η Anthropic σημειώνει ταχεία ανάπτυξη, με ετήσια έσοδα που έχουν υπερδιπλασιαστεί στους τελευταίους τρεις μήνες, φτάνοντας τα 19 δισ. δολάρια, ενώ η OpenAI διαμορφώνεται κοντά στα 25 δισ. δολάρια. Καταναλωτές, επιχειρήσεις στον χρηματοοικονομικό και τον τομέα της βιοεπιστήμης και κυβερνήσεις επενδύουν σε συνδρομές και πρόσβαση. Σε αντίθεση με προηγούμενες «φούσκες» όπως το metaverse, αυτή η τάση φαίνεται να έχει διάρκεια.
Όπως αναφέρει το Bloomberg, τα εργαστήρια τεχνητής νοημοσύνης αντλούν σημαντικά οφέλη από τις σταθερές συνεργασίες τους με επιχειρήσεις. Οι πελάτες τους δύσκολα θα ακυρώσουν αυτά τα συμβόλαια λόγω γεωπολιτικής αβεβαιότητας. Αντίθετα, είναι πιθανότερο να τα διατηρήσουν, προσδοκώντας ότι θα ενισχύσουν την αποδοτικότητα των οργανισμών τους απέναντι σε πιθανές οικονομικές αναταράξεις.
Ενεργειακή κρίση και κέντρα δεδομένων
Οι κατασκευαστές λογισμικού τεχνητής νοημοσύνης χρειάζονται κέντρα δεδομένων για τη λειτουργία των επιχειρήσεων τους, αλλά δεν εκτίθενται άμεσα στην αύξηση του κόστους ενέργειας. Για να βγάλουν χρήματα, η OpenAI και η Anthropic πρέπει να χρησιμοποιούν τα υπάρχοντα μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης τους για να απαντούν σε ερωτήματα των πελατών τους- μια διαδικασία γνωστή ως συμπερασματολογία. Ωστόσο, η εκπαίδευση νέων προηγμένων μοντέλων είναι πολύ πιο ενεργοβόρα, απαιτώντας τη συνεχή χρήση χιλιάδων τσιπ τεχνητής νοημοσύνης για εβδομάδες ή μήνες.
Η καθημερινή κατανάλωση ενέργειας για την παραπάνω διαδικασία αυξάνεται με τον χρόνο, ειδικά για εταιρείες όπως η OpenAI, με 900 εκατομμύρια εβδομαδιαίους χρήστες. Ωστόσο, το ενεργειακό φορτίο είναι χαμηλότερο, καλύτερα κατανεμημένο και ευκολότερο στη διαχείριση σε σχέση με την εκπαίδευση νέων μοντέλων, κάτι που τα εργαστήρια μπορούν να καθυστερήσουν ενώ εστιάζουν στην ενσωμάτωση της υπάρχουσας τεχνολογίας στις ροές εργασίας των επιχειρήσεων.
Οι «υπερ-πάροχοι»όπως η Amazon, Google, Microsoft, Meta Platforms και Oracle, είναι πιο ευάλωτοι λόγω της εξάρτησής τους από φθηνή και αξιόπιστη ενέργεια και συγκεκριμένα φυσικό αέριο, που παρέχει περίπου το 40% της ενέργειας των αμερικανικών κέντρων δεδομένων σύμφωνα με τη Διεθνή Υπηρεσία Ενέργειας.
Τι συμβαίνει με τους ημιαγωγούς
Η αλυσίδα προμήθειας ημιαγωγών (τσιπ) είναι εξίσου εκτεθειμένη. Η Taiwan Semiconductor Manufacturing παράγει σχεδόν όλα τα προηγμένα τσιπ που σχεδιάζει η Nvidia. Ωστόσο, η Ταϊβάν εξαρτάται από τη Μέση Ανατολή για περίπου το ένα τρίτο του καυσίμου της, ενώ βασίζεται στο Κατάρ για το μεγαλύτερο μέρος των προμηθειών της σε ήλιο. Το ήλιο είναι κρίσιμο στην κατασκευή ημιαγωγών, καθώς ψύχει και προστατεύει τις φέτες πυριτίου κατά την παραγωγή. Η παραγωγή ηλίου στο Ras Laffan της QatarEnergy μειώθηκε την προηγούμενη εβδομάδα μετά από επίθεση ιρανικού drone, με συνέπεια πιθανές καθυστερήσεις μηνών στην παραγωγή ημιαγωγών.
Αυτό καθιστά τη Nvidia αρκετά ευάλωτη. Η πιο πολύτιμη δημόσια εταιρεία στον κόσμο, με κεφαλαιοποίηση άνω των 4 τρισεκατομμυρίων δολαρίων, αντλεί τα περισσότερα έσοδά της από την πώληση τσιπ σε «υπερ-παρόχους». Σε αντίθεση με την Alphabet και την Amazon, που απολαμβάνουν σταθερά έσοδα από συνδρομές cloud, η Nvidia εξαρτάται αποκλειστικά από την πώληση ημιαγωγών. Τον Νοέμβριο, η αμερικανική κυβέρνηση ενέκρινε την πώληση 70.000 από τα πιο προηγμένα τσιπ της Nvidia στα ΗΑΕ και τη Σαουδική Αραβία, μια συμφωνία που πλέον φαίνεται επισφαλής.
Η ενέργεια και τα κεφάλαια από τον Περσικό Κόλπο έχουν συμβάλει στην έκρηξη της τεχνητής νοημοσύνης. Ωστόσο, ανεξαρτήτως της ισχυρής αύξησης των εσόδων από τις εφαρμογές της, οι προοπτικές για τις υποκείμενες υποδομές φαίνονται ολοένα και πιο εύθραυστες όσο συνεχίζεται ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή.
Πηγή: Bloomberg
Κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook
Ακολούθησε μας στο Twitter
Κάνε εγγραφή στο κανάλι μας στο Youtube
Γίνε μέλος στο κανάλι μας στο Viber
– Αναφέρεται ως πηγή το ertnews.gr στο σημείο όπου γίνεται η αναφορά.
– Στο τέλος του άρθρου ως Πηγή
– Σε ένα από τα δύο σημεία να υπάρχει ενεργός σύνδεσμος