Ο σκηνοθέτης της «Πιο πλούσιας γυναίκας στον κόσμο» μιλά για την πραγματική υπόθεση που ενέπνευσε την ταινία, την Ιζαμπέλ Ιπέρ, τη διαφορετική εικόνα μιας πανίσχυρης γυναίκας και εξηγεί γιατί οι ήρωές του κοιτούν κατάματα την κάμερα.
«Bonjour, je suis Thierry Klifa. Mon film s’appelle La femme la plus riche du monde. J’aime beaucoup la Grèce, j’ai même tourné en Grèce. Donc bonjour au public grec»: Με έναν χαιρετισμό που αποκτά ξεχωριστή σημασία καθώς μέρος της ταινίας του γυρίστηκε στην Ελλάδα, ο Thierry Klifa συστήνει στο ελληνικό κοινό την «Πιο πλούσια γυναίκα στον κόσμο» («La femme la plus riche du monde»), που κυκλοφορεί στις ελληνικές αίθουσες από τη Rosebud.21.
Η αφετηρία της ταινίας βρίσκεται σε μια πραγματική ιστορία που συγκλόνισε τη Γαλλία: την υπόθεση της Liliane Bettencourt, κληρονόμου της L’Oréal και για χρόνια μίας από τις πλουσιότερες γυναίκες του πλανήτη, και της στενής σχέσης της με τον φωτογράφο, συγγραφέα και καλλιτέχνη François-Marie Banier. Μια σχέση που οδήγησε σε τεράστιες δωρεές, στην αντίδραση της κόρης της Bettencourt, Françoise Bettencourt Meyers, σε δικαστικές διαμάχες και τελικά σε ένα σκάνδαλο με οικονομικές και πολιτικές προεκτάσεις.

Ο Klifa, ωστόσο, επιμένει σε μια ουσιαστική διάκριση: δεν θέλησε να κάνει μια βιογραφία της Bettencourt ούτε ένα κινηματογραφικό «copy-paste» των πραγματικών γεγονότων. Η Marianne Farrère της Ιζαμπέλ Ιπέρ είναι ένας μυθοπλαστικός χαρακτήρας που αντλεί στοιχεία από εκείνη την ιστορία, αλλά επιτρέπει στην ταινία να αναζητήσει κάτι διαφορετικό πίσω από το σκάνδαλο: ποια ήταν η γυναίκα πριν μετατραπεί σε δημόσια υπόθεση;
Και σε αυτό ακριβώς το σημείο βρίσκεται ίσως η πιο ενδιαφέρουσα θέση του σκηνοθέτη. Ο Klifa θεωρεί ότι η πραγματική γυναίκα πίσω από την ιστορία αντιμετωπίστηκε συχνά μέσα από ένα μισογυνικό βλέμμα, σαν να ήταν μια παθητική, ηλικιωμένη κληρονόμος που κάποιος μπορούσε απλώς να χειραγωγήσει. Εκείνος επιλέγει να ξεκινήσει από την αντίθετη κατεύθυνση: από μια ισχυρή, ευφυή και καλλιεργημένη γυναίκα που είχε επίγνωση του επιχειρηματικού κόσμου στον οποίο κινούνταν.
«Δεν ήταν μαριονέτα»
Αλέξανδρος Ρωμανός Λιζάρδος: Ακόμη και ο τίτλος της ταινίας λειτουργεί, κατά κάποιον τρόπο, ειρωνικά. Μιλάμε για την πλουσιότερη γυναίκα στον κόσμο, αλλά σταδιακά ανακαλύπτουμε τι συμβαίνει μέσα της. Πώς αντιμετωπίσατε αυτή την αντίθεση;
Thierry Klifa: Είναι πράγματι η πλουσιότερη γυναίκα στον κόσμο. Όταν όμως ξεκινά η ιστορία, βλέπουμε μια μάλλον μελαγχολική γυναίκα, που πλήττει. Σε ολόκληρη τη ζωή της υπήρξε η κόρη του πατέρα της και η σύζυγος του άνδρα της, χωρίς τελικά να έχει υπάρξει ποτέ πραγματικά ο εαυτός της. Έζησε πολύ διακριτικά, κάπως πίσω από αυτούς τους δύο άνδρες, μέσα σε έναν κόσμο που ήταν επίσης ένας κόσμος ανδρών. Η συνάντησή της με τον Fantin θα την κάνει, όπως λέει και η ίδια, να «πηδήξει έξω από τη σαρκοφάγο της». Υπάρχει όμως κάτι που θέλω να διευκρινίσω. Αυτή η γυναίκα παρουσιάστηκε πολύ συχνά μέσα από ένα εξαιρετικά μισογυνικό βλέμμα, σαν να μην ήταν τελικά τίποτε περισσότερο από ένα είδος μαριονέτας, μια συνοδός των άλλων. Στην πραγματικότητα ήταν μια πολύ ισχυρή, πολύ έξυπνη, πολύ καλλιεργημένη και πολύ όμορφη γυναίκα. Μια γυναίκα παθιασμένη με τον επιχειρηματικό κόσμο, που εργαζόταν πολύ ώστε να μπορεί να σταθεί στο ύψος μιας αυτοκρατορίας, της οποίας βρισκόταν, τελικά, στην κορυφή.
Μια ιστορία όπου κανείς δεν κατέχει ολόκληρη την αλήθεια
Ένα από τα πιο ιδιαίτερα αφηγηματικά ευρήματα της ταινίας είναι η απόφαση του Klifa να διακόπτει τη συμβατική αφήγηση και να τοποθετεί τους χαρακτήρες απέναντι από την κάμερα. Δεν πρόκειται ακριβώς για εξομολογήσεις ούτε για ένα κινηματογραφικό τέχνασμα που απλώς εξηγεί όσα έχουμε ήδη παρακολουθήσει. Κάθε χαρακτήρας αποκτά το δικαίωμα να αφηγηθεί τη δική του αλήθεια. Η επιλογή έχει ιδιαίτερο βάρος σε μια ιστορία εμπνευσμένη από μια υπόθεση που μετατράπηκε σε τεράστιο μιντιακό γεγονός. Στην πραγματική ζωή, όταν ξέσπασε το σκάνδαλο Bettencourt, οι πρωταγωνιστές του μιλούσαν διαρκώς στα μέσα ενημέρωσης. Ο Klifa, όμως, επισημαίνει ότι πίσω από αυτές τις δημόσιες δηλώσεις υπήρχαν συχνά επικοινωνιακά επιτελεία. Η μυθοπλασία τού επιτρέπει παραδόξως να επιχειρήσει κάτι που η πραγματική δημοσιότητα δεν επέτρεπε: να τους επιστρέψει μια πιο προσωπική φωνή.

Α.Ρ.Λ.: Ένα από τα στοιχεία που βρήκα εξαιρετικά ενδιαφέροντα είναι ότι οι χαρακτήρες μιλούν απευθείας στην κάμερα και αφηγούνται τη δική τους εκδοχή της ιστορίας. Πώς προέκυψε αυτή η ιδέα;
T.K.: Ξεκίνησε από την επιθυμία μου να δημιουργήσω ένα είδος πολυφωνικής αφήγησης, όπου ο καθένας θα μπορούσε να δώσει το δικό του κομμάτι. Δεν ήθελα ποτέ αυτές οι σκηνές να λειτουργούν ως σχόλιο για κάτι που είχαμε ήδη δει ή για κάτι που επρόκειτο να δούμε. Ο καθένας μπορούσε να προσφέρει το δικό του μερίδιο αλήθειας. Ήταν σαν ένα παζλ, τα κομμάτια του οποίου ενώνονται σταδιακά καθώς προχωρά η ιστορία.
Ήταν επίσης σημαντικό για μένα επειδή αυτή η υπόθεση είχε πάρει τεράστιες διαστάσεις στα μέσα ενημέρωσης, στη Γαλλία αλλά και διεθνώς. Ήθελα λοιπόν, κατά κάποιον τρόπο, να παίξω και με αυτή τη διάσταση.
Όταν η υπόθεση ήρθε στο φως και ξέσπασε το σκάνδαλο, τουλάχιστον στη Γαλλία, όλοι αυτοί οι άνθρωποι μιλούσαν πάρα πολύ. Αλλά τα λόγια που ακούγαμε δεν ήταν πραγματικά δικά τους. Πίσω από όσα έλεγαν υπήρχαν υπεύθυνοι επικοινωνίας, άνθρωποι που τους υπαγόρευαν τι έπρεπε να πουν. Για μένα, λοιπόν, αυτός ήταν ένας τρόπος να τους επιστρέψω τον λόγο. Και ίσως έναν λόγο περισσότερο ειλικρινή και λιγότερο τυποποιημένο.

Γιατί η Ιζαμπέλ Ιπέρ ήταν αναντικατάστατη
Στο κέντρο αυτής της πολυφωνικής κατασκευής βρίσκεται, αναπόφευκτα, η Ιζαμπέλ Ιπέρ. Και ο Klifa δεν προσπαθεί καν να φανταστεί την ίδια ταινία με διαφορετική πρωταγωνίστρια. Η Marianne βρίσκεται ανάμεσα σε δύο αντιφατικές σχέσεις. Από τη μία, η σχεδόν ανεξέλεγκτη έλξη της προς τον Pierre-Alain Fantin, τον προκλητικό άνδρα που εισβάλλει στον κόσμο της και διαταράσσει όλους τους κανόνες του. Από την άλλη, η δύσκολη σχέση με την κόρη της. Η Ιπέρ καλείται έτσι να υποδυθεί όχι μια γυναίκα που απλώς παρασύρεται, αλλά κάποιον που ενδεχομένως ανακαλύπτει, πολύ αργά στη ζωή του, την ελευθερία να κάνει ακόμη και τις λανθασμένες επιλογές του.
Α.Ρ.Λ.: Πιστεύω ότι χωρίς την Ιζαμπέλ Ιπέρ το αποτέλεσμα θα ήταν κάτι εντελώς διαφορετικό. Τι έφερε η ίδια σε αυτό το πρότζεκτ που ίσως δεν θα μπορούσε να φέρει κάποια άλλη ηθοποιός;
T.K.: Είναι βέβαιο ότι χωρίς την Ιζαμπέλ Ιπέρ αυτή η ταινία δεν θα ήταν η ίδια. Βρίσκεται στο κέντρο της ιστορίας και, κατά κάποιον τρόπο, την κουβαλά επάνω της. Η ηρωίδα βρίσκεται ανάμεσα σε δύο ιστορίες: από τη μία υπάρχει η πληθωρική στοργή που αισθάνεται για αυτό το είδος ταραχοποιού που μπαίνει στη ζωή της και από την άλλη υπάρχει αυτή η κόρη, την οποία τελικά δεν αγαπά πραγματικά. Αυτό που έφερε η Ιζαμπέλ στην ταινία είναι η φαντασία της, το μυστήριο και φυσικά η ομορφιά της. Και αυτός ο χαρακτήρας τη διασκέδαζε πολύ. Υπήρξε όμως κάτι αποφασιστικό για εκείνη. Η εικόνα αυτής της γυναίκας είχε αλλοιωθεί πάρα πολύ όταν ξέσπασε το σκάνδαλο. Και ξαφνικά, η ιδέα ότι θα μπορούσαμε να αφηγηθούμε την ιστορία ξεκινώντας από την αρχή και όχι από το τέλος, της άρεσε πολύ. Δεν θελήσαμε ποτέ να κάνουμε ένα biopic. Δεν θέλαμε ποτέ να δημιουργήσουμε ένα αντίγραφο της πραγματικότητας. Και αυτό της πρόσφερε έναν χώρο ελευθερίας μέσα στον οποίο μπορούσε να αναπτυχθεί πλήρως ως ηθοποιός. Στην Ιζαμπέλ υπάρχει πάντα μια μορφή απόστασης από τους χαρακτήρες της. Εδώ όμως, ίσως περισσότερο σε σχέση με κάποιους από τους πρόσφατους ρόλους της, υπάρχει και κάτι πολύ βαθιά ενσαρκωμένο σε αυτή τη γυναίκα.

«Χρειαζόμασταν μια ηθοποιό με εμβληματική διάσταση»
Και τότε, έχοντας ουσιαστικά ολοκληρώσει την απάντησή του, ο Thierry Klifa προσθέτει κάτι που ίσως εξηγεί καλύτερα από οτιδήποτε άλλο την επιλογή της Ιπέρ:
T.K.: Υπήρχε και κάτι ακόμη. Χρειαζόμασταν μια ηθοποιό που να διαθέτει μια εμβληματική διάσταση. Και δεν υπάρχουν πολλές τέτοιες ηθοποιοί στη Γαλλία. Για την ακρίβεια, μετριούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού.
Από το τέλος πίσω στην αρχή
Ίσως η σημαντικότερη φράση του Thierry Klifa στη συζήτησή μας να μην αφορά ούτε τον ακραίο πλούτο ούτε καν την Ιζαμπέλ Ιπέρ. Είναι η παρατήρησή του ότι θέλησε να αφηγηθεί αυτή την ιστορία «από την αρχή και όχι από το τέλος».
Γιατί το τέλος μιας πραγματικής ιστορίας έχει ένα επικίνδυνο προνόμιο: ξαναγράφει όλα όσα προηγήθηκαν. Από τη στιγμή που γνωρίζουμε το σκάνδαλο, κάθε χειρονομία μοιάζει ύποπτη. Από τη στιγμή που γνωρίζουμε τις δικαστικές συγκρούσεις, κάθε δώρο μπορεί να διαβαστεί ως απόδειξη χειραγώγησης. Και από τη στιγμή που μια ηλικιωμένη, εξαιρετικά πλούσια γυναίκα παρουσιάζεται δημόσια ως θύμα, είναι εύκολο να της αφαιρεθούν αναδρομικά η επιθυμία, η ευφυΐα και ακόμη και το δικαίωμα να κάνει επιλογές που οι άλλοι θεωρούν παράλογες.

Ο Klifa προσπαθεί να αντιστρέψει αυτή τη διαδικασία. Δεν ρωτά μόνο «τι της συνέβη;», αλλά και «ποια ήταν όταν συνέβη;». Και κάπως έτσι το γεγονός ότι αρνείται τον όρο «biopic» αποκτά μεγαλύτερη σημασία από μια απλή δημιουργική δήλωση. Η μυθοπλασία τού επιτρέπει να απομακρυνθεί από την ετυμηγορία της πραγματικής υπόθεσης και να επιστρέψει στην αμφιβολία.
Εκεί συναντιούνται και οι δύο βασικές επιλογές που περιγράφει στη συνέντευξη: η Ιζαμπέλ Ιπέρ και οι χαρακτήρες που κοιτούν απευθείας την κάμερα. Η πρώτη δίνει στη Marianne μια προσωπικότητα αρκετά ισχυρή ώστε να μην περιορίζεται στον ρόλο του θύματος. Οι δεύτεροι υπενθυμίζουν ότι ακόμη και το ίδιο γεγονός αλλάζει ανάλογα με εκείνον που το αφηγείται.
Και ίσως αυτή να είναι τελικά η ουσιαστικότερη πολυτέλεια που προσφέρει ο κινηματογράφος στην «Πιο πλούσια γυναίκα στον κόσμο»: όχι να την αθωώσει ή να την καταδικάσει, αλλά να της επιστρέψει το δικαίωμα να είναι ο πρωταγωνιστής της δικής της ιστορίας.

Κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook
Ακολούθησε μας στο Twitter
Κάνε εγγραφή στο κανάλι μας στο Youtube
Γίνε μέλος στο κανάλι μας στο Viber
– Αναφέρεται ως πηγή το ertnews.gr στο σημείο όπου γίνεται η αναφορά.
– Στο τέλος του άρθρου ως Πηγή
– Σε ένα από τα δύο σημεία να υπάρχει ενεργός σύνδεσμος