Ρομέν Γαβράς: «Για να αλλάξεις κάτι, πρέπει να είσαι έτοιμος να θυσιάσεις κάτι άλλο»

Ο Ρομέν Γαβράς μιλά στην ΕΡΤ από τα γυρίσματα της «Θυσίας» στη Σαντορίνη για την Ελλάδα, τους μύθους, την εξέγερση, το εντυπωσιακό καστ και όσα ο ίδιος χρειάστηκε να θυσιάσει για τη νέα του ταινία.

Ήταν μια συζήτηση που ξεκίνησε με έναν τρόπο σχεδόν προφητικό. Μερικά χρόνια νωρίτερα, σε προηγούμενη συνάντησή μας, ο Ρομέν Γαβράς είχε εκφράσει την επιθυμία να γυρίσει κάποτε μια ταινία στην Ελλάδα. Όταν τον συναντήσαμε ξανά, αυτή τη φορά στη Σαντορίνη, η ευχή είχε ήδη μετατραπεί σε κινηματογραφική πραγματικότητα, χωρίς να χρειαστεί να κάνει κάποια “θυσία” (ίσως και όχι).

Η «Θυσία» («Sacrifice»), η πρώτη αγγλόφωνη μεγάλου μήκους ταινία του Ελληνογάλλου δημιουργού, γυρίστηκε σε σημαντικό βαθμό στην Ελλάδα, με τη Δράμα, το Λαύριο και τη Σαντορίνη να μην αποτελούν απλώς εντυπωσιακό φόντο, αλλά ουσιαστικά στοιχεία της ίδιας της αφήγησης. Μπροστά στην κάμερα βρίσκεται ένα εντυπωσιακό διεθνές καστ με τους Chris Evans, Anya Taylor-Joy, Vincent Cassel, Salma Hayek Pinault, John Malkovich, Ambika Mod, Yung Lean και Charli XCX.

Η ΕΡΤ μπήκε δυναμικά στην παραγωγή ως συμπαραγωγός, σε μια κίνηση που σηματοδότησε ακόμη μεγαλύτερη εξωστρέφεια της δημόσιας τηλεόρασης προς τις μεγάλες διεθνείς κινηματογραφικές παραγωγές. Παράλληλα απέκτησε τα δικαιώματα πρώτης και αποκλειστικής μετάδοσης της ταινίας στα γραμμικά της κανάλια και στο ERTFLIX, ενώ εξασφάλισε από τα γυρίσματα αποκλειστικό backstage υλικό και συνεντεύξεις με τους συντελεστές, που μέρος τους “στόλισε” και την παρουσίαση της συνέντευξης στην εκπομπή “Στούντιο 4”.

Δείτε περισσότερα στο ertflix.gr | Ακούστε περισσότερα στο ertecho.gr

Η διεθνής διαδρομή της «Θυσίας» έχει ήδη αποκτήσει μεγάλη εμβέλεια. Μετά την παγκόσμια πρεμιέρα της στο Φεστιβάλ του Τορόντο, το Netflix απέκτησε τα δικαιώματα για τις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου η ταινία θα είναι διαθέσιμη από τις 16 Οκτωβρίου.

Στη Σαντορίνη, με το ηφαιστειακό τοπίο μπροστά μας και τα γυρίσματα να πλησιάζουν προς την ολοκλήρωσή τους, ο Ρομέν Γαβράς μίλησε στην ΕΡΤ για το πώς η Ελλάδα άλλαξε το ίδιο το DNA της ταινίας, για τις αναμνήσεις από τους ελληνικούς μύθους που του αφηγούνταν ο πατέρας του, Κώστας Γαβράς, για τη σχέση της «Θυσίας» με την «Athena», για το παράξενο αλλά εκρηκτικό ensemble των ηθοποιών του και για το τίμημα που απαιτεί ένα κινηματογραφικό όραμα όταν θέλεις να το πραγματοποιήσεις χωρίς συμβιβασμούς.

Πριν από τρία χρόνια μου είχες πει ότι θα ήθελες να γυρίσεις κάποια στιγμή μια ταινία στην Ελλάδα. Τι συνέβη στο μεταξύ και σήμερα βρισκόμαστε εδώ, στη Σαντορίνη, στα γυρίσματα της νέας σου ταινίας;

Είχα γυρίσει κάτι στην Ελλάδα πριν από μερικά χρόνια και μου είχε αρέσει πάρα πολύ η εμπειρία, για πολλούς λόγους. Όταν αρχίσαμε να γράφουμε το σενάριο με τον Will Arbery, η ιστορία περιστρεφόταν κατά κάποιον τρόπο γύρω από ένα ηφαίστειο. Όταν σκέφτεσαι ηφαίστεια, η πρώτη σου σκέψη μπορεί να είναι η Ισλανδία ή χώρες όπου τα ηφαίστεια είναι έντονα χαραγμένα στη συλλογική φαντασία. Καθώς όμως έκανα scouting για πολύ συγκεκριμένες τοποθεσίες, για ορυχεία και για το ηφαίστειο, όλα κατά έναν περίεργο τρόπο οδηγούσαν στην Ελλάδα. Αρχικά δεν είχα φανταστεί ότι θα γυρίζαμε εδώ. Βρήκαμε όμως ένα λατομείο μαρμάρου κοντά στη Δράμα και, επειδή είμαι ρομαντικός, μόνο το γεγονός ότι η τοποθεσία μας βρισκόταν δίπλα σε μια πόλη που λέγεται «Δράμα» με έκανε να θέλω να γυρίσω εδώ. Μετά, μαζί με τον Έλληνα παραγωγό μας, τον Γιώργο Καρναβά, αρχίσαμε να συζητάμε και την πιθανότητα να γυρίσουμε το κομμάτι του ηφαιστείου στην Ελλάδα. Δεν είχα ξαναπάει ποτέ στη Σαντορίνη. Όταν ήρθα για πρώτη φορά για το scouting και είδα το ηφαίστειο και την ομορφιά του τόπου, σκέφτηκα ότι μπορούσαμε να δημιουργήσουμε κάτι πραγματικά ξεχωριστό. Κάπως έτσι, ξαφνικά, ολόκληρη η ιστορία μετατοπίστηκε και έγινε ουσιαστικά μια ελληνική ιστορία.

Και μοιάζει φυσικό, γιατί στη φιλμογραφία σου υπάρχουν συχνά στοιχεία ελληνικού μύθου και τραγωδίας.

Ναι. Νομίζω ότι σχεδόν όλες οι ταινίες μου έχουν μέσα τους κάτι από τους ελληνικούς μύθους ή την ελληνική τραγωδία. Όταν ήμουν μικρός, ο πατέρας μου με μεγάλωνε με αυτές τις ιστορίες. Δεν μου επέτρεπαν ιδιαίτερα τον Walt Disney. Είχα κυρίως ελληνικούς μύθους! Μητέρες που τρώνε τα παιδιά τους και όλη αυτή την εικονογραφία. Όλα αυτά μπήκαν μέσα μου από πολύ μικρή ηλικία. Οπότε, τελικά, νομίζω ότι αυτή η ταινία έπρεπε να γίνει στην Ελλάδα.

Ακόμη και ο τίτλος, «Θυσία», παραπέμπει σε κάτι βαθιά συνδεδεμένο με τον μύθο (σ.σ και την ταινία του Ταρκόφσκι). Μιλάμε για μια κυριολεκτική θυσία ή για κάτι μεταφορικό;

Νομίζω ότι ακριβώς αυτή η αμφισημία έχει ενδιαφέρον. Αν πρόκειται για μια μεταφορική ή μια πραγματική θυσία. Για να αλλάξεις οτιδήποτε, πρέπει κατά κάποιον τρόπο να χυθεί αίμα, κυριολεκτικά ή μεταφορικά. Η ταινία κινείται -και χορεύει- γύρω από αυτό το ερώτημα. Υπάρχουν πολλά ερωτήματα, αλλά ένα από τα σημαντικότερα είναι: τι είσαι διατεθειμένος να δώσεις για να πάρεις κάτι πίσω;

Στην «Athena» (σ.σ. προηγούμενη ταινία του) υπήρχαν επίσης νέοι άνθρωποι που εξεγείρονταν. Και εδώ βλέπουμε νέους με μια ιδεολογία, που προσπαθούν να εκφράσουν κάτι μεγαλύτερο από τους ίδιους. Υπάρχει μια συνέχεια ανάμεσα στις δύο ταινίες;

Αυτή η ταινία είναι περισσότερο σάτιρα. Έχει περισσότερη κωμωδία και περισσότερα pop στοιχεία από την «Athena». Η «Athena» ήταν στην ουσία της μια καθαρή τραγωδία. Εδώ ο τόνος είναι πιο ανάλαφρος, αλλά ίσως το ερώτημα στο βάθος να είναι ακόμη πιο έντονο. Νομίζω ότι όλες οι ταινίες που κάνεις ως σκηνοθέτης συνδέονται μεταξύ τους μέσα από τις ίδιες εμμονές, οι οποίες επιστρέφουν κάθε φορά με διαφορετικό τρόπο. Και εδώ υπάρχει η εξέγερση των νέων. Υπάρχουν νέοι άνθρωποι με ιδεολογία και πάθος, που έχουν ανάγκη να εκφράσουν κάτι αλλά δεν γνωρίζουν πάντα πώς να το αρθρώσουν. Σε αυτή την ταινία το αρθρώνουν με έναν πολύ κρυπτικό τρόπο.

Πόσο σημαντικές ήταν οι τοποθεσίες που επιλέξατε στην Ελλάδα;

Για μένα οι τοποθεσίες είναι εξαιρετικά σημαντικές σε οτιδήποτε κάνω. Γίνονται χαρακτήρες της ταινίας. Εδώ μιλάμε κυριολεκτικά για τη γη. Το λατομείο όπου γυρίσαμε κοντά στη Δράμα μοιάζει σαν να κατέβηκε ο Θεός και να χάραξε ένα πέρασμα μέσα στο βουνό. Υπάρχει σχεδόν μια μελέτη της γης μέσα στην ταινία: το λατομείο, ένα κρυσφύγετο όπου γυρίσαμε στο Λαύριο και, φυσικά, το ηφαίστειο. Υπάρχει αυτή η σύνδεση μεταξύ της φύσης και όσων δημιουργεί ο άνθρωπος, μεταξύ του φυσικού και του εκρηκτικού. Και εδώ στη Σαντορίνη, βλέπεις το μικρό ηφαίστειο απέναντι, αλλά ξαφνικά συνειδητοποιείς ότι στην πραγματικότητα βρίσκεσαι ο ίδιος μέσα σε ένα τεράστιο ηφαίστειο. Αυτό αλλάζει εντελώς την κλίμακα της εικόνας. Οι συγκεκριμένες τοποθεσίες συνδέθηκαν τελικά πολύ στενά ακόμη και με τη συγγραφή της ταινίας.

Έχεις συγκεντρώσει ένα εντυπωσιακό διεθνές καστ, παρότι πρόκειται για μια ανεξάρτητη παραγωγή που γυρίζεται μακριά από το παραδοσιακό σύστημα του Χόλιγουντ. Ήταν αυτό μέρος της πρόκλησης;

Αυτό ήταν ένα από τα ενδιαφέροντα πράγματα. Όταν είσαι ένας σχετικά νέος Ευρωπαίος σκηνοθέτης, κάποια στιγμή οι Αμερικανοί αρχίζουν να σε πλησιάζουν προσπαθώντας να σε βάλουν να κάνεις τις ταινίες τους. Εδώ το ενδιαφέρον για μένα ήταν να κάνω μια αγγλόφωνη ταινία χωρίς να ακολουθήσω απαραίτητα τους κανόνες του Χόλιγουντ. Η ταινία είναι εντελώς ανεξάρτητη. Βοηθήθηκε πάρα πολύ από την Ελλάδα και από τον Έλληνα παραγωγό μας. Και ενώ έχουμε αυτό το εκπληκτικό ensemble ηθοποιών, εξακολουθούμε να δουλεύουμε με έναν πολύ ευρωπαϊκό τρόπο.

Βάζεις αυτούς τους πολύ μεγάλους ηθοποιούς μέσα σε ένα ανεξάρτητο κινηματογραφικό περιβάλλον και δημιουργείται κάτι εντελώς διαφορετικό από αυτό που έχεις συνηθίσει να βλέπεις.

Πολλές μεγάλες χολιγουντιανές παραγωγές σου δίνουν την αίσθηση της ασφάλειας. Εδώ είμαστε απολύτως ελεύθεροι.

Ποιος ήταν ο πρώτος ηθοποιός που έκλεισε για την ταινία;

Κατά έναν περίεργο τρόπο, ο πρώτος ήταν ο Yung Lean, ο Σουηδός rapper. Δεν είχε παίξει ποτέ ξανά σε ταινία, αλλά τον γνωρίζω από τότε που ήταν 16 ετών. Στη συνέχεια, σιγά σιγά, δημιουργήσαμε αυτό το καστ. Έχουμε έναν από τους πιο «Αμερικανούς» ηθοποιούς, τον Chris Evans, δίπλα στον Vincent Cassel, ο οποίος είναι ένας εκπληκτικός Γάλλος ηθοποιός και με τον οποίο αυτή είναι η τρίτη μας ταινία. Είχε μάλιστα κάνει την παραγωγή στην πρώτη μου ταινία. Έχουμε την Anya Taylor-Joy, τη Salma Hayek και ένα πολύ διαφορετικό σύνολο ανθρώπων. Στα γαλλικά έχουμε μια έκφραση για τη μαγιονέζα: μερικές φορές τη φτιάχνεις και δεν πετυχαίνει και μερικές φορές «δένει» τέλεια. Εδώ, κατά έναν περίεργο τρόπο, αυτό το αλλόκοτο ensemble έδεσε πραγματικά.

Ρομέν Γαβράς: «Για να αλλάξεις κάτι, πρέπει να είσαι έτοιμος να θυσιάσεις κάτι άλλο»

Πώς θα περιέγραφες το κεντρικό θέμα της ταινίας χωρίς να προδώσεις τις εκπλήξεις;

Είναι δύσκολο να απαντήσεις σε αυτή την ερώτηση όσο ακόμη γυρίζεις. Για μένα, όταν κάνεις μια ταινία ξεκινάς με ένα ερώτημα. Αν έχεις ήδη μια απολύτως συγκεκριμένη απάντηση για το τι ακριβώς σημαίνει η ταινία σου, τότε μάλλον κάνεις μια πολύ απλή ταινία. Βλέπω μια ταινία σαν ένα ταξίδι στο οποίο θέτεις στον εαυτό σου ένα ή περισσότερα ερωτήματα και προσπαθείς να βρεις τις απαντήσεις μέσα από τη διαδικασία της ίδιας της δημιουργίας.

Θεματικά, βέβαια, ακούγεται σχεδόν αυτονόητο επειδή ο τίτλος είναι «Θυσία», αλλά περιστρέφεται γύρω από την έννοια της θυσίας. Τι είσαι διατεθειμένος να θυσιάσεις για να αλλάξεις τον εαυτό σου ή τον κόσμο;

Ας αντιστρέψω τότε την ερώτηση. Εσύ τι είσαι διατεθειμένος να θυσιάσεις για να κάνεις την ταινία ακριβώς όπως τη θέλεις;

Πρώτα απ’ όλα την αμοιβή μου. Κάνω αυτή την ταινία χωρίς να πληρώνομαι. Μετά την υγεία μου, γιατί είναι πολύ δύσκολο. Έχασα περίπου δέκα κιλά κάνοντας αυτή την ταινία. Θυσιάζεις επίσης χρόνο με τα παιδιά σου. Όταν κάνεις μια τέτοια ταινία, βάζεις μέσα τα πάντα. Οπότε ναι, πολλά πράγματα. Ίσως και ένα δάχτυλο! Αλλά μάλλον το μικρό. Αυτό μπορώ να το δώσω.

Είχα την ευκαιρία να μιλήσω με τον πατέρα σου, τον Κώστα Γαβρά, στο Φεστιβάλ του Σαν Σεμπαστιάν. Μου είπε πόσο περήφανος είναι που δεν ακολούθησες απλώς τη δική του κινηματογραφική διαδρομή, αλλά δημιούργησες τη δική σου γλώσσα. Πόσο εύκολο είναι να βρεις τη δική σου πορεία όταν μεγαλώνεις δίπλα σε έναν δημιουργό με τέτοια ιστορία;

Για μένα ήταν ευλογία. Στην πραγματικότητα δεν είναι ότι έγινα φούρναρης ή σεφ. Κατά κάποιον τρόπο ακολούθησα κι εγώ τον δρόμο του. Όμως ο πατέρας μου, πέρα από καλός σκηνοθέτης, ήταν και ένας πολύ καλός πατέρας. Δεν μας κακομάθαινε, ούτε έκανε απαραίτητα τα πράγματα εύκολα για εμάς, αλλά ήταν πάντα πολύ υποστηρικτικός. Τώρα που είμαι και εγώ πατέρας, αντιλαμβάνομαι ότι ένα από τα σημαντικότερα πράγματα που μπορεί να έχεις είναι έναν άνθρωπο που σε στηρίζει σε αυτό που θέλεις να κάνεις. Πολλοί φίλοι με τους οποίους μεγάλωσα είχαν οικογένειες που δεν θεωρούσαν ότι το να κάνεις ταινίες ή γενικότερα να ασχολείσαι με την τέχνη είναι «πραγματική δουλειά». Η δική μου οικογένεια ήταν πάντα υποστηρικτική.

Και όταν μεγαλώνεις μέσα σε μια κινηματογραφική οικογένεια, το σινεμά γίνεται σχεδόν μια δεύτερη γλώσσα. Από μικρή ηλικία γνωρίζεις πράγματα που κάποιος που δεν μεγάλωσε σε ένα τέτοιο περιβάλλον θα χρειαστεί χρόνια για να μάθει. Δεν το είδα ποτέ ως βάρος. Το μόνο που ξέρω είναι ότι δεν μπορώ να σκοτώσω τον πατέρα μου!

Τον έχεις, φαντάζομαι, και κοντά στα γυρίσματα.

Ναι, ήρθε και στο σετ. Ολόκληρη η οικογένεια είναι πάντα πολύ υποστηρικτική.

Τα γυρίσματα πλησιάζουν στο τέλος τους. Πώς αισθάνεσαι γνωρίζοντας ότι σύντομα θα πρέπει να επιστρέψεις και να αντιμετωπίσεις όλο αυτό το υλικό στο μοντάζ;

Αυτή τη στιγμή, και χτυπάω ξύλο λέγοντάς το, αισθάνομαι πολύ χαρούμενος και πολύ σίγουρος για όσα έχουμε καταφέρει μέχρι τώρα. Και αυτό οφείλεται σε όλους τους ανθρώπους που δούλεψαν στην ταινία, στα ελληνικά συνεργεία, σε όλους όσοι συμμετείχαν, στους ηθοποιούς. Αλλά δεν θέλω να το γρουσουζέψω, οπότε καλύτερα να μη λέω πολλά ακόμη!

Η προηγούμενη ταινία σου, η «Athena», βρήκε ένα τεράστιο διεθνές κοινό μέσω του Netflix, αλλά για κάποιους θεατές η εμπειρία μιας ταινίας στην πλατφόρμα μπορεί εύκολα να μετατραπεί από «σινεμά» σε «περιεχόμενο». Σε απασχολεί αυτό;

Ως σκηνοθέτης, αυτό που προσπαθείς πάντα να κάνεις είναι μια ταινία. Στην «Athena», για παράδειγμα, το Netflix ήταν εκείνο που μου επέτρεψε να είμαι απολύτως ελεύθερος να κάνω αυτό που ήθελα και μου έδωσε τα χρήματα που χρειαζόμασταν πραγματικά για να κάνουμε την ταινία. Τα γαλλικά στούντιο θα μου έδιναν περίπου τα μισά. Οπότε υπάρχει πάντα ένα αντάλλαγμα. Από τη μία έχεις την ελευθερία και τους πόρους για να κάνεις πραγματικά την ταινία. Από την άλλη, μπορεί να μην έχεις την κινηματογραφική διανομή που θα ήθελες. Το ερώτημα λοιπόν κάποιες φορές είναι: κάνεις την ταινία με αυτούς τους όρους ή τελικά δεν την κάνεις καθόλου;

Η ΕΡΤ αποφάσισε να συμμετάσχει δυναμικά στην παραγωγή της «Θυσίας». Πώς αισθάνεσαι γνωρίζοντας ότι η ελληνική δημόσια τηλεόραση επέλεξε να στηρίξει τόσο έντονα τη συγκεκριμένη ταινία;

Είμαι πάρα πολύ χαρούμενος. Τουλάχιστον η Ελλάδα με βοηθάει, γιατί η Γαλλία δεν μου δίνει τίποτα! Είμαι πραγματικά ευγνώμων γι’ αυτό. Ως Γάλλος σκηνοθέτης, αισθάνομαι αυτή τη στιγμή περισσότερο υποστηριζόμενος από την Ελλάδα παρά από τη Γαλλία. (σ.σ. για την ακριβεία είπε κάτι ελαφρώς πιο “χοντρό” για τους Γάλλους, απλά προτίμησα να κρατήσω το νόημα).

Από το ηφαίστειο της Σαντορίνης στη Στέγη

Σήμερα, η συζήτηση εκείνη αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Η ταινία που τότε βρισκόταν ακόμη μπροστά στην κάμερα έχει ολοκληρώσει το ταξίδι της από τα ελληνικά γυρίσματα μέχρι τη διεθνή σκηνή και επιστρέφει στην Αθήνα.

Η ελληνική πρεμιέρα της «Θυσίας» πραγματοποιείται στις 3 Οκτωβρίου 2026 στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση, μετά την παγκόσμια παρουσίασή της στο Τορόντο. Η ταινία έχει τις ρίζες της στη σάτιρα, με στοιχεία περιπέτειας δράσης, στην οποία μια ριζοσπαστικοποιημένη ομάδα εισβάλλει σε ένα λαμπερό φιλανθρωπικό gala, οδηγώντας τους ήρωες σε μια διαδρομή όπου τα όρια ανάμεσα στην πίστη και την ερμηνεία, τη σωτηρία και τη θυσία αρχίζουν να συγχέονται.

Μία ημέρα αργότερα, την Κυριακή 4 Οκτωβρίου, από τις 18:00 έως τις 20:00, ο Ρομέν Γαβράς ανεβαίνει στην Κεντρική Σκηνή της Στέγης για ένα Onassis Masterclass, με συντονιστή τον σκηνοθέτη Αργύρη Παπαδημητρόπουλο. Η συζήτηση θα κινηθεί γύρω από τη δημιουργική διαδικασία του Γαβρά, την ακατέργαστη ενέργεια του κινηματογράφου του, τη μουσική, τη δημιουργία των εικόνων του και τις εμμονές που διατρέχουν τη φιλμογραφία του. Αυτή τελικά, δεν θα μπορούσε να υπάρχει καταλληλότερη επιστροφή για μια ταινία που γεννήθηκε κινηματογραφικά ανάμεσα στα ελληνικά λατομεία, τα υπόγεια τοπία του Λαυρίου και το ηφαίστειο της Σαντορίνης: να παρουσιαστεί στο ελληνικό κοινό έχοντας στον πυρήνα της ένα ερώτημα τόσο αρχαίο όσο και απολύτως σύγχρονο: Τι είμαστε διατεθειμένοι να θυσιάσουμε για να αλλάξουμε τον κόσμο;

Η διανομή της ταινίας στην ελλάδα θα γίνει από τη Rosebud.21

Όλες οι Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο,  στο ertnews.gr
Διάβασε όλες τις ειδήσεις μας στο Google
Κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook
Ακολούθησε μας στο Twitter
Κάνε εγγραφή στο κανάλι μας στο Youtube
Γίνε μέλος στο κανάλι μας στο Viber

Προσοχή! Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των πληροφοριών του παραπάνω άρθρου (όχι αυτολεξεί) ή μέρους αυτών μόνο αν:
– Αναφέρεται ως πηγή το ertnews.gr στο σημείο όπου γίνεται η αναφορά.
– Στο τέλος του άρθρου ως Πηγή
– Σε ένα από τα δύο σημεία να υπάρχει ενεργός σύνδεσμος