Όσκαρ 2027: Για την καλύτερη διεθνή ταινία, ποιος πληρώνει τα σπασμένα;

Η Κατερίνα Λιόλιου, στον «Λογαριασμό» της, βάζει την αγάπη να περάσει από το ταμείο. Εκείνο που κάποτε προσφερόταν απλόχερα επιστρέφει ως χρέωση (με όρους αντίστροφα καθρεφτισμένης κονσομανσιόν), και η ανάγκη για λίγη ακόμη τρυφερότητα συναντά το ερώτημα αν περισσεύει αρκετή αξιοπρέπεια για να τη ζητήσεις. Κάπως έτσι φοβάμαι ότι θα αισθανθούν αρκετοί από όσους μπουν στην κούρσα του διεθνούς Όσκαρ με μεγάλες προσδοκίες: θα έχουν ανταποκριθεί στην πρόσκληση, θα έχουν πιστέψει στην αγκαλιά και, όταν έρθει ο λογαριασμός, θα αναρωτιούνται ποιος παρήγγειλε τόση ελπίδα. 

Η Ακαδημία ανοίγει περισσότερο την αγκαλιά της στον παγκόσμιο κινηματογράφο, χωρίς βέβαια να αποκτά περισσότερα χέρια (ή δάχτυλα): οι θέσεις στην τελική πεντάδα παραμένουν πέντε. Σύμφωνα με το TheWrap, 105 ταινίες έχουν ήδη κατανεμηθεί στα μέλη που συμμετέχουν στην πρώτη φάση ψηφοφορίας για το Όσκαρ Διεθνούς Ταινίας, ξεπερνώντας για πρώτη φορά το φράγμα των εκατό και το προηγούμενο ρεκόρ των 93. Πρόκειται, πάντως, για τις λίστες θέασης των ψηφοφόρων και όχι ακόμη για τον οριστικό κατάλογο επιλέξιμων συμμετοχών, καθώς ο έλεγχος των προϋποθέσεων μπορεί να φέρει αποκλεισμούς. 

Στη φετινή διεκδίκηση έχουν υποβάλει επίσημες προτάσεις τόσο η Ελλάδα όσο και η Κύπρος, η δεύτερη για πρώτη φορά στην ιστορία της διοργάνωσης. Την Ελλάδα εκπροσωπεί η «Σπασμένη Φλέβα» του Γιάννη Οικονομίδη, η οποία επιλέχθηκε από τη δεκατριμελή επιτροπή και έλαβε την έγκριση του Υπουργείου Πολιτισμού. Η Κύπρος συμμετέχει με το «Κράτα με» («Hold Onto Me») της Μυρσίνης Αριστείδου, του οποίου την επίσημη υποβολή ανακοίνωσε το κυπριακό Υφυπουργείο Πολιτισμού. Και επειδή η χαρά συχνά προηγείται της ακρίβειας στις σχετικές ανακοινώσεις, ας θυμόμαστε ότι η εθνική επιλογή αποτελεί πρόταση για διεκδίκηση υποψηφιότητας, όχι ήδη οσκαρική υποψηφιότητα. 

Η ουσιαστική αλλαγή βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο μια ταινία αποκτά πρόσβαση στη συγκεκριμένη κατηγορία. Μέχρι τώρα, η εθνική επιλογή αποτελούσε το απαραίτητο διαβατήριο, με κάθε χώρα να μπορεί να προτείνει μία ταινία. Για τα 99α Όσκαρ, αυτή η διαδρομή διατηρείται, αλλά προστίθεται ακόμη μία είσοδος: μια μη αγγλόφωνη ταινία μπορεί να υποβληθεί έχοντας κερδίσει συγκεκριμένο βραβείο σε ένα από έξι μεγάλα κινηματογραφικά φεστιβάλ. Στον κατάλογο περιλαμβάνονται ο Χρυσός Φοίνικας των Καννών, ο Χρυσός Λέοντας της Βενετίας, η Χρυσή Άρκτος του Βερολίνου, το World Cinema Grand Jury Prize του Sundance, το Platform Award του Τορόντο και το βραβείο καλύτερης ταινίας του Μπουσάν. Δεν αρκεί οποιαδήποτε διάκριση, ούτε απλώς η συμμετοχή σε ένα μεγάλο φεστιβάλ. 

Το όφελος είναι σημαντικό, αν αναλογιστεί κανείς πόσοι διαφορετικοί υπολογισμοί μπορούν να χωρέσουν σε μια εθνική επιλογή. Μια ταινία αποκτά τη δυνατότητα να παρακάμψει την επιτροπή που δεν την επέλεξε, είτε για καλλιτεχνικούς λόγους είτε μέσα σε ένα περιβάλλον πολιτικών πιέσεων και περιορισμών. Η «Ανατομία μιας πτώσης» παραμένει χαρακτηριστικό παράδειγμα της αντίφασης που μπορούσε να παράγει το προηγούμενο σύστημα: η Γαλλία προτίμησε τη «Στη φωτιά» και κάηκε, αφήνοντας τη βραβευμένη με Χρυσό Φοίνικα ταινία της Ζιστίν Τριέ εκτός διεκδίκησης του διεθνούς Όσκαρ, ενώ εκείνη έφτασε σε πέντε υποψηφιότητες σε άλλες κατηγορίες, ανάμεσά τους της καλύτερης ταινίας και της σκηνοθεσίας. Μπορούσε, δηλαδή, να είναι μία από τις καλύτερες ταινίες ολόκληρου του κόσμου, αλλά δεν της επιτρεπόταν να διεκδικήσει τη θέση της ανάμεσα στις καλύτερες διεθνείς.

Στην ίδια κατεύθυνση, η Ακαδημία αλλάζει και το ποιος καταγράφεται ως υποψήφιος: πλέον είναι η ίδια η ταινία αντί της χώρας ή της περιοχής που την υποβάλλει, ενώ το βραβείο παραλαμβάνει ο σκηνοθέτης εκ μέρους της δημιουργικής ομάδας. Μια μετατόπιση που αναγνωρίζει καθαρότερα το έργο και τους ανθρώπους του, πέρα από την εθνική σημαία που το συνοδεύει. 

Ωστόσο, αυτή η μεγαλύτερη αγκαλιά επιδέχεται και μια λιγότερο πανηγυρική ανάγνωση. Το δικαίωμα συμμετοχής διευρύνεται, αλλά η δυνατότητα να ακουστεί μια ταινία δεν μοιράζεται εξίσου. Όσο περισσότερα έργα διεκδικούν την προσοχή των ψηφοφόρων, τόσο μεγαλύτερη μπορεί να γίνεται η σημασία μιας οργανωμένης καμπάνιας: προβολές, συζητήσεις με συντελεστές, ταξίδια, διαφημιστική παρουσία και επαγγελματίες που γνωρίζουν πώς λειτουργεί η περίοδος των βραβείων. Η οσκαρική προώθηση είναι μια δαπανηρή βιομηχανία μέσα στη βιομηχανία, με τον δικό της προϋπολογισμό και τις δικές της απαιτήσεις. 

Δεν χρειάζεται, μάλιστα, να καταφύγουμε στα εκατομμύρια των μεγάλων στούντιο για να καταλάβουμε το μέγεθος του προβλήματος. Ο Γιώργος Ζώης, μιλώντας στην «Καθημερινή» για την περσινή διαδρομή του «Arcadia», ανέφερε ότι το Υπουργείο Πολιτισμού διέθεσε αρχικά περίπου 50.000 ευρώ για την καμπάνια και ότι, με τη βοήθεια χορηγών, το συνολικό ποσό πλησίασε τις 170.000 ευρώ. Στο ίδιο ρεπορτάζ, το κόστος μίας μόνο προβολής στις ΗΠΑ υπολογίζεται περίπου στις 7.000 έως 10.000 ευρώ. Για τα μεγέθη μιας μικρής κινηματογραφικής αγοράς, αυτά τα ποσά αποτελούν ολόκληρη δεύτερη προσπάθεια χρηματοδότησης, αφού η πρώτη έχει ήδη εξαντλήσει τους συντελεστές για να καταφέρουν να γυρίσουν την ταινία. 

Εδώ ακριβώς βρίσκεται ο προβληματισμός: μήπως, πίσω από την υπόσχεση ότι περισσότεροι μπορούν να συμμετάσχουν, ενισχύεται η αίσθηση ότι ουσιαστικές ελπίδες έχουν κυρίως όσοι διαθέτουν χρήματα για καμπάνια και έναν ισχυρό διανομέα στην Αμερική; Να μην παρεξηγηθώ: αυτό δεν αποτελεί προϋπόθεση του κανονισμού, ούτε σημαίνει ότι το μεγαλύτερο πορτοφόλι αγοράζει το αγαλματίδιο. Θέτει, όμως, ένα σοβαρό ερώτημα για το ποιος μπορεί να μετατρέψει το δικαίωμα συμμετοχής σε πραγματική παρουσία.

Μια μικρή παραγωγή μπορεί να καταφέρει να γυριστεί, να ταξιδέψει και να επιλεγεί από τη χώρα της, για να ανακαλύψει ότι η επόμενη πίστα απαιτεί άλλου είδους πρωταθλητισμό. Χρειάζεται ανθρώπους, χρόνο, επαφές και ομάδες που πληρώνονται με κασέρι, όσο συγκινητικές κι αν είναι οι φιλότιμες προσπάθειες. Το εισιτήριο έχει εκδοθεί, αλλά κανείς δεν είχε εξηγήσει ότι δεν περιλαμβάνει αποσκευές, διαμονή και, κυρίως, την πιθανότητα να σε προσέξουν όταν φτάσεις.

Υπάρχουν, βεβαίως, ασφαλιστικές δικλίδες που οφείλουμε να αναφέρουμε. Στον πρώτο γύρο οι ψηφοφόροι έχουν συγκεκριμένες υποχρεώσεις θέασης, ενώ για να ψηφίσουν στον γύρο των υποψηφιοτήτων πρέπει να έχουν παρακολουθήσει και τις δεκαπέντε ταινίες της shortlist. Η διαδικασία προβλέπει, επομένως, μηχανισμούς που δίνουν στα έργα την ευκαιρία να κριθούν. Αυτό δεν καταργεί το πλεονέκτημα της αναγνωρισιμότητας ούτε εξισώνει τους διαθέσιμους πόρους, αλλά μας υποχρεώνει να αποφεύγουμε την εύκολη καταδίκη ότι όλα κρίνονται στη διαφήμιση. 

Και τελικά, έχει περισσότερες ή λιγότερες ελπίδες η Ελλάδα και η Κύπρος με τους νέους κανόνες; Το άνοιγμα της κατηγορίας δεν προσφέρει αυτομάτως πλεονέκτημα στις δύο φετινές προτάσεις, οι οποίες έχουν ήδη εξασφαλίσει την εθνική επιλογή τους. Προσθέτει ανταγωνισμό, χωρίς να προσθέτει θέσεις στην πεντάδα. Από εκεί και πέρα, όμως, οι δύο ταινίες δεν ξεκινούν από ακριβώς το ίδιο σημείο.

Το «Κράτα με» διαθέτει ένα συγκεκριμένο και ουσιαστικό εφόδιο: το Βραβείο Κοινού στο διεθνές διαγωνιστικό τμήμα δραματικών ταινιών του Sundance 2026. Έχει, συνεπώς, ήδη συναντήσει και συγκινήσει ένα κοινό σε σημαντικό αμερικανικό φεστιβάλ. Χρειάζεται εδώ μια λεπτή αλλά κρίσιμη διάκριση: το Βραβείο Κοινού δεν είναι το World Cinema Grand Jury Prize που προβλέπει η νέα φεστιβαλική διαδρομή. Η ταινία διεκδικεί τη θέση της ως επίσημη πρόταση της Κύπρου, έχοντας τη διάκριση ως πολύτιμο επικοινωνιακό εφόδιο. 

Υπάρχουν επίσης συγκεκριμένες κινήσεις υποστήριξης: σύμφωνα με δημοσίευμα του «eλεμεσός», το Δημοτικό Συμβούλιο Λεμεσού αποφάσισε να διαθέσει 7.000 ευρώ για την καμπάνια της ταινίας. Το ποσό από μόνο του δεν επιτρέπει συμπεράσματα για τη συνολική χρηματοδότηση της προσπάθειας, δείχνει όμως ότι η πρώτη κυπριακή συμμετοχή συνοδεύεται και από πρακτικές πρωτοβουλίες. 

Για την Ελλάδα, αντίστοιχα, το παράδειγμα του «Arcadia» δεν μας επιτρέπει να ισχυριστούμε ότι το κράτος δεν έχει δώσει ποτέ χρήματα για οσκαρική καμπάνια. Μας επιτρέπει, όμως, να θέσουμε το χρησιμότερο ερώτημα: πώς εξασφαλίζεται έγκαιρα μια επαρκής, συντονισμένη υποστήριξη, ώστε η επίσημη επιλογή να συνοδεύεται από ένα εφαρμόσιμο σχέδιο; Η ανακοίνωση της εθνικής πρότασης θα έπρεπε να ενεργοποιεί έναν έτοιμο μηχανισμό, αντί να αποτελεί το σύνθημα για έναν ακόμη αγώνα συγκέντρωσης χρημάτων. 

Δεν θα έγραφα, επομένως, ότι οι δύο ταινίες δεν έχουν καμία πραγματική ελπίδα. Μια τέτοια βεβαιότητα θα ήταν εξίσου πρόχειρη με την υπόσχεση ότι η επίσημη υποβολή μάς φέρνει ένα βήμα πριν από το κόκκινο χαλί. Η δική μου εκτίμηση είναι πιο συγκρατημένη: η Κύπρος διαθέτει ένα αξιοποιήσιμο αμερικανικό φεστιβαλικό προηγούμενο, ενώ και οι δύο συμμετοχές καλούνται να μετατρέψουν την καλλιτεχνική τους ταυτότητα σε παρουσία μέσα σε έναν εξαιρετικά πυκνό ανταγωνισμό. Η πρόσκληση “στο πάρτι” έχει φτάσει. Το ζητούμενο είναι να μη μείνουμε στην είσοδο κρατώντας τη.

Η shortlist ανακοινώνεται στις 15 Δεκεμβρίου 2026, οι τελικές υποψηφιότητες στις 21 Ιανουαρίου 2027 και η απονομή θα πραγματοποιηθεί στις 14 Μαρτίου 2027. Μέχρι τότε υπάρχει περιθώριο δουλειάς, αρκεί η προσπάθεια να έχει στόχο πέρα από την ευχή. Μια σωστά σχεδιασμένη καμπάνια μπορεί να δημιουργήσει επαφές, νέες δυνατότητες διανομής και ενδιαφέρον για την επόμενη ταινία των δημιουργών, ακόμη κι αν δεν φέρει την πολυπόθητη υποψηφιότητα. Εκεί έχει νόημα να συζητήσουμε την επένδυση και το αποτύπωμά της. 

Το άνοιγμα της κατηγορίας αξίζει να χαιρετιστεί, ιδιαίτερα όταν περιορίζει την εξάρτηση ενός δημιουργού από την έγκριση της χώρας του. Η μεγαλύτερη αγκαλιά, ωστόσο, αποκτά ουσία όταν χωρά και όσους δεν μπορούν να πληρώσουν για να τους προσέξεις. Κι εμείς δεν γίνεται να περιμένουμε διαρκώς έναν ακόμη Λάνθιμο για να αναλαμβάνει, μέσω της προσωπικής του διαδρομής, όσα θα έπρεπε να υπηρετεί μια οργανωμένη κινηματογραφική πολιτική. Το ταλέντο χρειάζεται συνεργάτες, συνέχεια και διεθνή δίκτυα· οι ευχές μας μπορούν να ακολουθούν.

Αλλιώς, θα καμαρώνουμε κάθε χρόνο που μπήκαμε στην κούρσα και θα αφήνουμε τους δημιουργούς να πληρώνουν τα σπασμένα. Και τότε ο «Λογαριασμός» της Λιόλιου θα μπορούσε κάλλιστα να γίνει το επίσημο τραγούδι της ελληνικής οσκαρικής αποστολής.

Όλες οι Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο,  στο ertnews.gr
Διάβασε όλες τις ειδήσεις μας στο Google
Κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook
Ακολούθησε μας στο Twitter
Κάνε εγγραφή στο κανάλι μας στο Youtube
Γίνε μέλος στο κανάλι μας στο Viber

Προσοχή! Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των πληροφοριών του παραπάνω άρθρου (όχι αυτολεξεί) ή μέρους αυτών μόνο αν:
– Αναφέρεται ως πηγή το ertnews.gr στο σημείο όπου γίνεται η αναφορά.
– Στο τέλος του άρθρου ως Πηγή
– Σε ένα από τα δύο σημεία να υπάρχει ενεργός σύνδεσμος