Καθώς ο Ντόναλντ Τραμπ εξετάζει την αποστολή πλοίων του αμερικανικού Ναυτικού για τη συνοδεία πετρελαιοφόρων στα Στενά του Ορμούζ, αναλυτές και ιστορικοί τονίζουν ότι πρόκειται για ένα γνώριμο σκηνικό. Πριν από σχεδόν τέσσερις δεκαετίες, τα αμερικανικά πολεμικά πλοία είχαν βρεθεί αντιμέτωπα με τον ίδιο αντίπαλο: τις ναυτικές δυνάμεις των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης του Ιράν (IRGC).
Ο λεγόμενος «Πόλεμος των Τάνκερ» στα τέλη της δεκαετίας του 1980 έθετε παρόμοιες προκλήσεις με εκείνες που θα αντιμετώπιζε σήμερα μια αμερικανική αποστολή συνοδείας. Επίσης, προσφέρει μαθήματα για το πώς τα πράγματα μπορούν να εξελιχθούν γρήγορα και απρόβλεπτα στον πόλεμο- με θανατηφόρες συνέπειες.
Ο πόλεμος Ιράν–Ιράκ
Η αφετηρία του Πολέμου των Τάνκερ εντοπίζεται το 1980, όταν ο κοσμικός ηγέτης του Ιράκ, Σαντάμ Χουσεΐν, ανήσυχος για το θεοκρατικό επαναστατικό καθεστώς του Ιράν υπό τον Αγιατολάχ Ρουχολάχ Χομεϊνί, ξεκίνησε στρατιωτική επέμβαση στο Ιράκ. Μετά από αμοιβαίες προελάσεις στις αρχές της δεκαετίας του ’80, η σύγκρουση είχε μετατραπεί έως το 1984 σε πόλεμο φθοράς χωρίς ξεκάθαρο νικητή. Τότε, ο Χουσεΐν αποφάσισε να αλλάξει τακτική και να επιτεθεί σε ιρανικά πετρελαιοφόρα- με στόχο να πλήξει την οικονομία της Τεχεράνης και να ωθήσει τις μεγάλες δυνάμεις να παρέμβουν για την προστασία της ροής πετρελαίου.
Το Ιράκ χρησιμοποίησε αεροσκάφη με πυραύλους για να πλήξει πετρελαϊκές εγκαταστάσεις στο νησί Χαργκ. Το Ιράν απάντησε με επιθέσεις σε ουδέτερα εμπορικά πλοία που μετέφεραν εφόδια και όπλα προς το Ιράκ, πολλά εκ των οποίων μέσω Κουβέιτ.
Η εμπλοκή των ΗΠΑ
Οι επιθέσεις σε πλοία αυξήθηκαν δραματικά τα επόμενα δύο χρόνια και το 1986 το Κουβέιτ ζήτησε ξένη βοήθεια για την προστασία των πλοίων του. Η Σοβιετική Ένωση ανταποκρίθηκε πρώτη. Η Ουάσιγκτον, μη θέλοντας να χάσει την επιρροή της έναντι της Μόσχας, επινόησε ένα σχέδιο για να αλλάξει τη σημαία των κουβεϊτιανών πλοίων σε αμερικανική. Έτσι, τα πλοία αυτά ήταν πλέον υπό την προστασία του αμερικανικού ναυτικού βάσει της ομοσπονδιακής νομοθεσίας.
Μέχρι το καλοκαίρι του 1987, αμερικανικά πολεμικά πλοία είχαν αναπτυχθεί στον Περσικό Κόλπο για αποστολές συνοδείας. Αλλά ακόμη και πριν ξεκινήσουν οι αποστολές αυτές, οι Αμερικανοί ναύτες εκτίθεντο σε σοβαρό κίνδυνο.
Η επίθεση στο USS Stark
Στις 17 Μαΐου 1987, η φρεγάτα USS Stark υπέστη επίθεση από ιρακινό αεροσκάφος, το οποίο την πέρασε για ιρανικό στόχο και εκτόξευσε δύο πυραύλους Exocet, με αποτέλεσμα να χάσουν τη ζωή τους 29 μέλη του πληρώματος, ενώ άλλοι πέθαναν αργότερα από τα τραύματά τους. Παρά τη σφοδρή ζημιά και τις πυρκαγιές, το πλήρωμα κατάφερε να σώσει το πλοίο, που κατάφερε να φτάσει στο Μπαχρέιν.
Το Ιράκ ζήτησε συγγνώμη, αλλά το περιστατικό έδειξε πώς τα λάθη στον πόλεμο μπορούν να έχουν καταστροφικές συνέπειες.

Πλήγμα για το αμερικανικό Ναυτικό
Η αποστολή συνοδείας, με την ονομασία Earnest Will, ξεκίνησε τον Ιούλιο του 1987. Στις 22 Ιουλίου, δύο δεξαμενόπλοια έφυγαν από τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα με κατεύθυνση το Κουβέιτ υπό την προστασία πέντε αμερικανικών πλοίων, ενός αντιτορπιλικού, δύο φρεγατών και δύο σκαφών της Ακτοφυλακής. Ωστόσο, το Ιράν είχε ενημερωθεί για την αποστολή αυτή και είχε τοποθετήσει νάρκες σε ένα βασικό σημείο στον Κόλπο, από το οποίο θα έπρεπε να περάσει ένα τεράστιο δεξαμενόπλοιο, το Bridgeton.
«Στις 24 Ιουλίου, το Bridgeton προσέκρουσε σε ιρανική νάρκη η οποία ήταν αγκυροβολημένη. Το τεράστιο πλοίο απορρόφησε την ισχύ της νάρκης, με αποτέλεσμα να μην επηρεαστεί σημαντικά το δεξαμενόπλοιο», έγραψε ο ιστορικός Σάμιουελ Κοξ.
Το συμβάν ήταν ιδιαίτερα ντροπιαστικό για το Πολεμικό Ναυτικό των ΗΠΑ. Το Πεντάγωνο ανέστειλε τις αποστολές συνοδείας μέχρι να μπορέσει να μεταφέρει περισσότερα ναρκαλιευτικά μέσα στον Κόλπο, αλλά ήταν θλιβερά ελλιπή και αναγκάστηκε να στραφεί σε συμμάχους για ναρκοθηρευτικά σκάφη, έγραψε πέρυσι ο Αμερικανός Υπολοχαγός Πεζοναυτών, Κουέντιν Ζίμερ, σε ένα δοκίμιο για το Αμερικανικό Ναυτικό Ινστιτούτο.
Οι νάρκες παραμένουν και σήμερα σοβαρή απειλή. Οι δυνατότητες ναρκαλιείας των ΗΠΑ είναι περιορισμένες, ενώ η παρουσία ναρκών επηρεάζει τόσο τις επιχειρήσεις όσο και την ψυχολογία των πληρωμάτων.

Το USS Samuel B. Roberts
Το 1988, η φρεγάτα USS Samuel B. Roberts προσέκρουσε σε ιρανική νάρκη. Η έκρηξη προκάλεσε τεράστια ζημιά, κόβοντας σχεδόν το πλοίο στα δύο. Ωστόσο, το πλήρωμα κατάφερε να το σώσει με αυτοσχέδιες λύσεις.
Το περιστατικό πυροδότησε τα αντίποινα των ΗΠΑ, τα οποία οδήγησαν σε ένα γεγονός άνευ προηγουμένου στην ιστορία του Πολεμικού Ναυτικού και, σύμφωνα με έναν ναυτικό ιστορικό, σε μία από τις σημαντικότερες ναυμαχίες που έχει δώσει ποτέ.
Επιχείρηση Praying Mantis
Ως απάντηση, οι ΗΠΑ εξαπέλυσαν την Επιχείρηση Praying Mantis, πλήττοντας ιρανικές πετρελαϊκές πλατφόρμες. Μια από αυτές δέχτηκε επίθεση από μια ομάδα τριών αμερικανικών πλοίων, συμπεριλαμβανομένης της φρεγάτας USS Simpson. Κατά τη διάρκεια των μαχών, ένα ιρανικό περιπολικό σκάφος εκτόξευσε πύραυλο εναντίον των αμερικανικών πλοίων. Η επιχείρηση θεωρείται μία από τις σημαντικότερες ναυτικές μάχες των ΗΠΑ, επιβεβαιώνοντας τη στρατιωτική τους υπεροχή.
Τι έχει αλλάξει σήμερα
Ωστόσο, αναλυτές και ειδικοί σημειώνουν ότι οι συνθήκες είναι διαφορετικές σήμερα. Η τεχνολογία έχει εξελιχθεί, το οπλοστάσιο του Ιράν έχει ενισχυθεί, τα φθηνά μη επανδρωμένα αεροσκάφη έχουν διευρύνει το φάσμα των απειλών και οι ΗΠΑ έχουν περιορισμένες δυνατότητες ναρκαλιείας. Επιπλέον, αυτή τη φορά το Ιράν δεν αντιμετωπίζει έναν συνοριακό πόλεμο με το Ιράκ.
Αναλυτές αμφισβητούν αν οι ΗΠΑ ήταν προετοιμασμένες για το ενδεχόμενο αποκλεισμού των Στενών του Ορμούζ και γιατί η ανάγκη για αποστολές συνοδείας δεν είχε προβλεφθεί εξαρχής.
«Η ιστορία επαναλαμβάνεται», δήλωσε ο ναυτιλιακός σύμβουλος Φρανκ Κόουλς, πρώην διευθύνων σύμβουλος του ομίλου Wallem, ο οποίος ταξίδεψε σε αποστολές κατά τον Πόλεμο των Τάνκερ.
«Όποιος θυμάται τον πόλεμο Ιράν–Ιράκ γνωρίζει ότι οι συνοδείες ήταν απαραίτητες. Είναι απογοητευτικό που αυτό δεν λήφθηκε αυτό υπόψη» τόνισε.
Πηγή: CNN
Κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook
Ακολούθησε μας στο Twitter
Κάνε εγγραφή στο κανάλι μας στο Youtube
Γίνε μέλος στο κανάλι μας στο Viber
– Αναφέρεται ως πηγή το ertnews.gr στο σημείο όπου γίνεται η αναφορά.
– Στο τέλος του άρθρου ως Πηγή
– Σε ένα από τα δύο σημεία να υπάρχει ενεργός σύνδεσμος