Γιατί φοβόμαστε το «μάτι» του άλλου

Λέμε ότι δεν πιστεύουμε στο κακό μάτι, αλλά συχνά προσέχουμε τι θα πούμε και τι θα δείξουμε στους άλλους. Τι κρύβεται πίσω από μια πίστη που επιμένει εδώ και χιλιάδες χρόνια;

Γιατί δεν λέμε για την καινούρια δουλειά πριν πέσουν οι υπογραφές; Γιατί, όταν όλα πηγαίνουν καλά, διστάζουμε καμιά φορά ακόμη και να το πούμε δυνατά, «μην το γρουσουζέψουμε»; Υπάρχουν πράγματα που τα κρατάμε για εμάς και μικρές τελετουργίες που εξακολουθούμε να κάνουμε για γούρι.

Μπορεί να τα λέμε όλα αυτά γελώντας και να δηλώνουμε ότι δεν πιστεύουμε σε προλήψεις. Ωστόσο, επιμένουν να τρυπώνουν στην καθημερινότητά μας.

Και δεν είναι καθόλου ελληνική ιδιορρυθμία.

Από τους Σουμέριους μέχρι το «φτου, φτου»

Οι ρίζες της πίστης στο κακό μάτι φτάνουν τουλάχιστον έως την 3η χιλιετία π.Χ., στη Μεσοποταμία. Πήλινες πινακίδες δείχνουν ότι οι Σουμέριοι πίστευαν πως ένα κακό βλέμμα μπορούσε να καταστρέψει τη σοδειά, να αφανίσει τον πλούτο ή να προκαλέσει ασθένεια. Ίχνη της ίδιας αντίληψης συναντώνται αργότερα σε βαβυλωνιακά κείμενα, φοινικικά φυλαχτά, στην εβραϊκή παράδοση, στον αρχαίο ελληνικό και ρωμαϊκό κόσμο.

Η πίστη στο μάτι δεν είναι το ίδιο διαδεδομένη παντού στην Ευρώπη. Σε μεγάλη έρευνα του Κέντρου Pew (Pew Research Center), το 66% των ερωτηθέντων στην Ελλάδα δήλωσε ότι πιστεύει στο κακό μάτι. Στη Δανία και τη Σουηδία το αντίστοιχο ποσοστό ήταν μόλις 9%. Ανάμεσα στα δύο άκρα βρίσκονται χώρες όπως η Πορτογαλία, με 48%, και η Ισπανία, με 33%.

Η ανάγκη για έλεγχο σε έναν αβέβαιο κόσμο

Η επιστήμη έχει προσπαθήσει να κατανοήσει γιατί ακόμη και άνθρωποι που θεωρούν τον εαυτό τους ορθολογιστή καταφεύγουν σε μικρές προλήψεις και τελετουργίες. Σε μία μελέτη, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι ο κοινωνικός αποκλεισμός ενισχύει τις δεισιδαιμονικές τάσεις και ότι καθοριστικό ρόλο έπαιζε η αίσθηση απώλειας του ελέγχου. Όταν οι συμμετέχοντες ανακτούσαν την αίσθηση ότι έχουν τον έλεγχο, η τάση αυτή μειωνόταν. Μια άλλη μελέτη μέσα στην αβεβαιότητα της πανδημίας, έδειξε ότι οι άνθρωποι με ισχυρότερες δεισιδαιμονικές πεποιθήσεις αισθάνονταν μεγαλύτερη απειλή, ενώ όσοι ένιωθαν ότι έχουν περισσότερο έλεγχο στη ζωή τους αντιλαμβάνονταν μικρότερο κίνδυνο. Ειδικά για το κακό μάτι, έρευνα σε 601 ανθρώπους στην Τουρκία έδειξε ότι το 58,65% πίστευε σε αυτό, ενώ οι ερευνητές εξέτασαν και τη σχέση της συγκεκριμένης πίστης με τον φθόνο και τις πεποιθήσεις γύρω από το υπερφυσικό.

Η εικόνα που προκύπτει δεν είναι ότι οι προλήψεις αποτελούν απλώς κατάλοιπα μιας λιγότερο ορθολογικής εποχής. Φαίνεται ότι βρίσκουν χώρο ακριβώς εκεί όπου δυσκολευόμαστε περισσότερο: στην αβεβαιότητα, στην ανάγκη να αισθανόμαστε ότι έχουμε κάποιον έλεγχο και στον φόβο για όσα μπορεί να μας συμβούν. Το ενδιαφέρον λοιπόν δεν βρίσκεται στο εάν το μάτι υπάρχει. Βρίσκεται στο γιατί εξακολουθούμε να το χρειαζόμαστε.

Δεν μπορούμε να ελέγξουμε τι θα μας συμβεί, ιδιαίτερα όταν βρισκόμαστε μπροστά σε μια μεγάλη αλλαγή, μια καινούργια δουλειά, μια μετακόμιση, έναν γάμο ή τον ερχομό ενός παιδιού. Μπορούμε όμως να κάνουμε κάτι που μας κάνει να νιώθουμε λίγο πιο ασφαλείς: να χτυπήσουμε ξύλο, να φορέσουμε το γούρι μας, να πούμε ένα «φτου, φτου».

Γιατί φοβόμαστε το βλέμμα του άλλου

Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη πίσω από το «μάτι»: ο φθόνος.

Μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα εξήγηση συνδέει την πίστη στο κακό μάτι με την οικονομική ανισότητα. Μελέτη σε μικρές προβιομηχανικές κοινωνίες βρήκε ότι όσο μεγαλύτερες ήταν οι διαφορές στον πλούτο, τόσο συχνότερα συναντούσε κανείς την πίστη στο κακό μάτι. Οι ερευνητές θεωρούν ότι δεν πρόκειται για τυχαία σχέση. Σε κοινωνίες όπου κάποιοι είχαν πολύ περισσότερα από άλλους και οι θεσμοί ήταν αδύναμοι, η περιουσία μπορούσε εύκολα να προκαλέσει φθόνο και ο φθόνος να οδηγήσει ακόμη και σε καταστροφικές συμπεριφορές. Η πίστη στο «μάτι» λειτουργούσε έτσι και σαν ένας άγραφος κοινωνικός κανόνας: μην επιδεικνύεις όσα έχεις, μην προκαλείς τη ζήλια των άλλων. Με αυτή την έννοια, πίσω από τον φόβο ενός φθονερού βλέμματος μπορεί να κρυβόταν ένας πολύ πραγματικός φόβος για τις συνέπειες της ανισότητας.

Ο φόβος για το βλέμμα του άλλου, όμως, δεν περιορίζεται στις προλήψεις.

Τον 20ό αιώνα, το βλέμμα του άλλου απασχόλησε και τη φιλοσοφία. Ο Ζαν-Πολ Σαρτρ έγραψε για τη στιγμή κατά την οποία συνειδητοποιούμε ότι κάποιος μας κοιτάζει και αρχίζουμε να βλέπουμε τον εαυτό μας και μέσα από τα δικά του μάτια. Ο Μισέλ Φουκό συνέδεσε την επιτήρηση με την εξουσία: ακόμη και η αίσθηση ότι μπορεί να μας παρακολουθούν αρκεί για να επηρεάσει τη συμπεριφορά μας. Και ο Βρετανός συγγραφέας και κριτικός τέχνης Τζον Μπέργκερ έδειξε πώς το βλέμμα συνδέεται με το φύλο και ιδιαίτερα με τον τρόπο με τον οποίο οι γυναίκες μαθαίνουν να βλέπουν και οι ίδιες τον εαυτό τους μέσα από το βλέμμα των άλλων.

Από την πλευρά της ψυχανάλυσης, το βλέμμα του άλλου δεν μας επηρεάζει μόνο τη στιγμή που στρέφεται πάνω μας. Συμμετέχει και στον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνουμε την εικόνα για τον εαυτό μας. Από πολύ νωρίς μαθαίνουμε να αναγνωρίζουμε ποιοι είμαστε και μέσα από τα μάτια των άλλων. Το βλέμμα μπορεί να μας δώσει ασφάλεια και αναγνώριση, αλλά μπορεί επίσης να μας κρίνει, να μας απορρίψει ή να μας κάνει να αισθανθούμε εκτεθειμένοι

Δεν χρειάζεται λοιπόν να πιστεύετε ότι ένα βλέμμα μπορεί πραγματικά να σας προκαλέσει κακό για να καταλαβαίνετε τη δύναμή του. Και ίσως εκεί βρίσκεται ένα μέρος της απάντησης στο αρχικό παράδοξο. Μπορεί να μη φοβόμαστε πραγματικά το «μάτι». Φοβόμαστε όμως την αβεβαιότητα, την απώλεια όσων αγαπάμε και, κάπου βαθιά, το βλέμμα των άλλων.


Όλες οι Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο,  στο ertnews.gr
Διάβασε όλες τις ειδήσεις μας στο Google
Κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook
Ακολούθησε μας στο Twitter
Κάνε εγγραφή στο κανάλι μας στο Youtube
Γίνε μέλος στο κανάλι μας στο Viber

Προσοχή! Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των πληροφοριών του παραπάνω άρθρου (όχι αυτολεξεί) ή μέρους αυτών μόνο αν:
– Αναφέρεται ως πηγή το ertnews.gr στο σημείο όπου γίνεται η αναφορά.
– Στο τέλος του άρθρου ως Πηγή
– Σε ένα από τα δύο σημεία να υπάρχει ενεργός σύνδεσμος