Ο Ήχος της Πτώσης είναι ένα σχεδόν μεταφυσικό, αισθητηριακό κινηματογραφικό έργο που κινείται ανάμεσα στη μνήμη, το σώμα και τον χρόνο. Με αφήγηση που διατρέχει παρελθόν και μέλλον μέσα από υφές, ήχους, μυρωδιές, η ταινία απορρίπτει τη γραμμική πλοκή και εμβαθύνει στα ίχνη που αφήνουν οι εμπειρίες πάνω μας, σαν χαρακιές σε φρεσκογυαλισμένο παρκέ.
Η σκηνοθέτις Μάσα Σιλίνσκι (Masha Schilinski) υπογράφει το ντεμπούτο της που αποτελεί μια βαθιά προσωπική και τολμηρή δημιουργία, όπου το βλέμμα της παραμένει σταθερά προσηλωμένο στο σώμα ως φορέα μνήμης και στο πώς οι μικρές, φαινομενικά ασήμαντες λεπτομέριες γίνονται θεμέλια της ύπαρξής μας.

(Η Απόδοση στα ελληνικά έχει υποστεί επεξεργασία καθώς υπήρχε χρήση αγγλικών και γερμανικών.)
Αλέξανδρος Ρωμανός Λιζάρδος:
Μιά από τις ηρωίδες λέει στην ταινία ότι αγαπά τη μυρωδιά του δέρματος, και το προσδιορίζει με σαφήνεια υπογραμμίζοντας «τη μυρωδιά του ποταμιου πάνω στο δέρμα, τη μυρωδιά των κελαριών και του βερνικιού νυχιών. Ποια από αυτά είναι και δικά σας αγαπημένα αισθητηριακά εργαλεία;
Μάσα Σιλίνσκι:
Δεν είναι το ποτάμι, είναι η λίμνη πάνω στο δέρμα. Και μου αρέσει πολύ… επίσης, der Geruch vom Keller δηλαδή, η μυρωδιά του κελαριού. Η γιαγιά μου έχει κελάρι. Και… το αγαπώ αυτό. Μου θυμίζει μια γήινη αίσθηση. Ήταν ένα από τα πιο δυνατά πράγματα για μένα. Και σας ευχαριστώ που το αναφέρατε καθώς με έκανε να χρησιμοποιήσω και τις πέντε αισθήσεις μου. Στην κινηματογραφική αίθουσα δεν μπορείς να τις ενεργοποιήσεις όλες ταυτόχρονα. Και πρέπει να προσθέσω και το βερνίκι νυχιών· αυτό ήταν ιδέα της συν-σεναριογράφου μου, της Λουίζα. Δεν είναι δικό μου, αλλά ήταν υπέροχο.

Αλέξανδρος Ρωμανός Λιζάρδος:
Έχει πολύ ενδιαφέρον ο τρόπος που δομείτε την ιστορία, ειδικά το πώς συνδέετε το μέλλον με το παρελθόν: με πέρασμα από το νερό, ένα κοινό τραπέζι, με ένα τσίμπημα στο χέρι, με μια κραυγή. Πόσο σημαντικό ήταν για εσάς να βρείτε αυτές τις συνδέσεις, αυτά τα νήματα;
Μάσα Σιλίνσκι:
Ήταν το πιο σημαντικό πράγμα, γιατί όλο αυτό έχει να κάνει με τις σωματικές μνήμες και τις απτικές αισθήσεις. Μεγάλωσα στο Βερολίνο, σε ένα πολύ παλιό διαμέρισμα, Altbau (ιστορικό κτίριο). Θυμάμαι να κάθομαι μικρή στο πάτωμα, που ήταν ξύλινο, και είχε χαρακιές, σημάδια από έπιπλα ή… δεν ξέρω από τι. Και καθόμουν εκεί και σκεφτόμουν: τι ακριβώς συνέβη εδώ; Ποιος καθόταν σ’ αυτό ακριβώς το σημείο πριν από μένα; Τι σκεφτόταν; Είμαστε συνδεδεμένοι; Μπορούσα να περνάω ώρες με τέτοιες σκέψεις.

Αλέξανδρος Ρωμανός Λιζάρδος:
«Αν πεις μια λέξη πολλές φορές, χάνει το νόημά της». Υπάρχει κάποια λέξη ή φράση που θα επαναλαμβάνατε με αυτή τη σύμβαση;
Μάσα Σιλίνσκι:
Washing machine. Πλυντήριο. Μία λέξη στα γερμανικά, δύο στα αγγλικά. Δεν υπάρχει κάποια ιδιαίτερη σύνδεση… απλώς θυμάμαι ότι όταν ανακάλυψα τέτοιες σκέψεις ως παιδί, μου φαινόταν υπέροχο.

Αλέξανδρος Ρωμανός Λιζάρδος:
Αν μπορούσατε να δείτε τον κόσμο ανάποδα, όπως ένας από τους χαρακτήρες σας, τι θα ήταν καλύτερο και τι χειρότερο;
Μάσα Σιλίνσκι:
Νομίζω δεν θα έμπαινα σε τέτοια διλήμματα. Τα πράγματα δεν έχουν από μόνα τους νόημα. Το νόημα το δημιουργούμε εμείς. Αν πάρεις κάτι που σε φοβίζει, ας πούμε, μέλισσες που φτιάχνουν φωλιά, και τις παρατηρήσεις με μεγάλη συγκέντρωση, στις λεπτομέρειές του, τότε το νόημα μπορεί να αλλάξει. Μπορεί να γίνει πιο θετικό απ’ ό,τι ήταν πριν.

Αλέξανδρος Ρωμανός Λιζάρδος:
Η ταινία διατρέχεται από σκιά πένθους. Είναι ενδιαφέρον πως βλέπουμε ότι παλιότερα τα παιδιά είχαν διαφορετική σχέση με τον θάνατο απ’ ό,τι σήμερα, όπου κυριαρχεί μια νοσταλγία ή μελαγχολία. Χρησιμοποιείτε υπέροχα τις δύο φωτογραφίες, τη θολή και την Polaroid, που δεν ξέρουμε αν το πρόσωπο -που αποτυπώνεται- υπήρξε ποτέ. Τι σημαίνει το πένθος σήμερα και γιατί ήταν τόσο σημαντικό για εσάς να δημιουργήσετε αυτό το περιβάλλον;
Μάσα Σιλίνσκι:
Το πένθος είναι κάτι βαθιά προσωπικό. Στην εποχή όπου ζει η Άλμα, ήταν φυσιολογικό οι άνθρωποι να πεθαίνουν στο ίδιο σπίτι όπου ζούσες. Σήμερα, ο θάνατος έχει σχεδόν «εξαχθεί» έξω από την καθημερινότητα. Συμβαίνει σαν κρυφά. Δεν τον συναντάμε πια γύρω μας. Και αυτό ίσως κάνει τον θάνατο πιο τρομακτικό, γιατί δεν έχουμε καθημερινή σχέση μαζί του. Με ενδιέφεραν πολύ και οι φωτογραφίες των νεκρών. Στην ύπαιθρο δεν μπορούσαν να πληρώνουν φωτογράφο συχνά και έτσι ο φωτογράφος ερχόταν όταν κάποιος πέθαινε. Τον έντυναν, τον τοποθετούσαν σαν να ζούσε ακόμα, και έτσι δημιουργούσαν μια μνήμη που στην πραγματικότητα δεν είχε υπάρξει ποτέ μ’ αυτή τη μορφή. Ουσιαστικά, κατασκευάζεις ήδη μια ανάμνηση για το μέλλον.

Αλέξανδρος Ρωμανός:
Σας ευχαριστώ πάρα πολύ για τον χρόνο σας. Αυτή ήταν η τελευταία μας ερώτηση. Επιτρέψτε μου να πω ότι η ταινία σας μου θύμισε έντονα τις μεγάλες ταινίες του Ντράγιερ και τις πιο ιστορικές του Μίκαελ Χάνεκε. Ευχαριστώ πολύ.
Μάσα Σιλίνσκι:
Εγώ σας ευχαριστώ.

Αξίζει επίσης να σημειωθεί πως, καθόλου αδικαιολόγητα, κάποιοι έσπευσαν να τη συνδέσουν με τη «Λευκή Κορδέλα» του Μίκαελ Χάνεκε, μια σύγκριση που αφορά κυρίως την ατμόσφαιρα και τη ματιά πάνω στην παιδική ηλικία και τη συλλογική μνήμη. Ωστόσο, ο Ήχος της Πτώσης χαράζει ξεκάθαρα τη δική του, ξεχωριστή διαδρομή.
Η ταινία προβάλλεται ήδη στους ελληνικούς κινηματογράφους από τη Cinobo.
Κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook
Ακολούθησε μας στο Twitter
Κάνε εγγραφή στο κανάλι μας στο Youtube
Γίνε μέλος στο κανάλι μας στο Viber
– Αναφέρεται ως πηγή το ertnews.gr στο σημείο όπου γίνεται η αναφορά.
– Στο τέλος του άρθρου ως Πηγή
– Σε ένα από τα δύο σημεία να υπάρχει ενεργός σύνδεσμος