Μια κινηματογραφική ταινία, που δε μοιάζει με καμία, προτείνει ως μοναδική λύση την προσπάθεια, ακόμα και όταν είναι καταδικασμένη. Στη «rave τραγωδία», όπως κάποιοι μαρκετινγκίστικα έχουν προσδιορίσει, ένας πατέρας (με τον ανήλικο γιό του) αναζητά την κόρη του που περιδιαβαίνει στο Μαρόκο από ρέιβ πάρτυ σε ρέιβ πάρτυ, ως -ταυτόχρονα- διαφυγή και πράξη αντίστασης. Με κλειστά σύνορα και τον πόλεμο να μαίνεται, η διάσωση και η επανένωση είναι πράξεις απέλπιδας… ελπίδας. [σ.σ. Sirāt για τον Αραβικό κόσμο είναι η γέφυρα που ενώνει τη ζωή με το έξω-από-δω].

Το Sirāt δεν λειτουργεί ως ακόμη ένα αποκαλυπτικό οδοιπορικό αλλά ως δοκιμασία της προσωπικής μας αντίληψης για το σήμερα και το μέλλον. Η ταινία στήνει έναν κόσμο που μοιάζει ήδη τελειωμένος, όχι επειδή καταστράφηκε θεαματικά αλλά επειδή εξαντλήθηκε εσωτερικά. Η έρημος είναι μια ορατή μορφή πνευματικής ξηρασίας που προϋπάρχει των χαρακτήρων. Μέσα σε αυτό το τοπίο ο Λάξε τοποθετεί το στοιχείο του ξαφνιάσματος ως τελευταία δυνατότητα αφύπνισης. Κάθε απρόβλεπτη στροφή δεν είναι αφηγηματικό τέχνασμα αλλά ηθικό σοκ, μια ρωγμή σε έναν κόσμο που έχει συνηθίσει να αντέχει τα πάντα χωρίς να αισθάνεται τίποτα.

Η αρχική ευφορία της ρέιβ μουσικής έχει τη μορφή συλλογικής αναισθησίας, λούπας και «τζάμπα μαστούρας», στοιχεία που εναλλάσσονται απολύτως αλληλοσυμπληρωματικά. Τα σώματα πάλλονται συγχρονισμένα, η μουσική ενώνει, όμως η ενότητα αυτή δεν γεννά κοινότητα αλλά ένα προσωρινό καταφύγιο λήθης. Ο Λάξε παρατηρεί χωρίς ειρωνεία, χωρίς συγκατάβαση. Η έκσταση (με όρους διασκέδασης αλλά και δερβίσικού μηδενισμού) παρουσιάζεται ως ανάγκη, όχι ως λύση. Όταν διακόπτεται στιγμιαία και απότομα, το σοκ δεν αφορά μόνο τους χαρακτήρες αλλά και τον θεατή που αναγκάζεται να εγκαταλείψει τη ρυθμική ασφάλεια. Το ξαφνικό, εδώ, έχει σχεδόν μεταφυσική βαρύτητα, θυμίζοντας ότι η ιστορία δεν προχωρά γραμμικά ούτε υπακούει στην επιθυμία μας για σταδιακές μεταβάσεις. Σε έναν πολιτισμό που έχει εκπαιδευτεί να καταναλώνει εικόνες καταστροφής χωρίς συνέπειες, το Sirāt επιμένει να κάνει την καταστροφή αδιαπραγμάτευτα παρούσα.
Ο άξονας της αναζήτησης του πατέρα (τον οποίο ερμηνεύει συγκλονιστικά ο Σέρζι Λοπέζ) θα μπορούσε να οδηγήσει σε ένα συμβατικό δράμα επιβίωσης· η ταινία όμως επιλέγει κάτι δυσκολότερο: Μετατρέπει την πορεία σε άσκηση αποδοχής μιας προδιαγεγραμμένης ήττας. Από νωρίς διαφαίνεται ότι η επιτυχία, με τη στενή αφηγηματική έννοια, δεν είναι το ζητούμενο. Η έρημος λειτουργεί ως χώρος όπου οι ανθρώπινες προθέσεις συναντούν ένα αδιάφορο σύμπαν. Η φύση δεν τιμωρεί ούτε ανταμείβει· απλώς υπάρχει. Το μεγαλείο της ήττας προκύπτει από την επιμονή των χαρακτήρων να συνεχίζουν ενώ γνωρίζουν, έστω ασυνείδητα, ότι δεν υπάρχει εγγύηση λύτρωσης. Αυτή η επιμονή δεν εξιδανικεύεται. Παρουσιάζεται ως σωματικός κόπος, ως τριβή, ως διαρκής διαπραγμάτευση με τον φόβο.

Το ξάφνιασμα επανέρχεται σε μικρή κλίμακα μέσα από πράξεις καλοσύνης που αντιστέκονται στη λογική της επιβίωσης. Η ταινία υπονοεί ότι η απάθεια είναι η φυσική κατάληξη ενός κόσμου κορεσμένου από πληροφορία και βία. Κάθε χειρονομία φροντίδας αποκτά έτσι δυσανάλογο βάρος. Δεν είναι συγκινητική επειδή είναι «γλυκιά» αλλά επειδή είναι… απίθανη. Ο Λάξε μοιάζει να προτείνει ότι το πραγματικά ριζοσπαστικό σήμερα δεν είναι η εξέγερση αλλά η επιμονή στη συμπόνια. Η αφήγηση δεν το διακηρύσσει. Το αφήνει να προκύψει από τη σύγκρουση ανάμεσα στην ωμή συνθήκη και στην εύθραυστη ανθρώπινη ανταπόκριση.
Το μικρό και το μεγάλο, απέναντι στο αέναο!
Η αισθητική δεν είναι αυτοσκοπός! Η κάμερα συχνά παραμένει σε απόσταση που επιτρέπει στο τοπίο να καταπιεί τους ανθρώπους. Το αποτέλεσμα δεν είναι απλώς εντυπωσιακό. Είναι μια διαρκής υπενθύμιση κλίμακας. Οι χαρακτήρες κινούνται σε έναν κόσμο που δεν σχεδιάστηκε για αυτούς. Αυτό γεννά μια αίσθηση ταπεινότητας που διαπερνά όλο το έργο. Το ξάφνιασμα εδώ δεν προκύπτει μόνο από τα γεγονότα αλλά και από τη συνειδητοποίηση της μικρότητας μας. Σε μια εποχή όπου η εικόνα συχνά υπηρετεί την επιβεβαίωση του εγώ, το Sirāt επιλέγει να το συρρικνώσει… (και είναι σαν τα καλά αρώματα που μπαίνουν πάντα σε μικρό μπουκαλάκι).
Αντίθετα, η προδιαγεγραμμένη ήττα δεν ακυρώνει την αξία της διαδρομής· τη μεγεθύνει. Η ταινία υποστηρίζει ότι η ανθρώπινη αξιοπρέπεια δεν μετριέται από την επιτυχία αλλά από τον τρόπο που βιώνει την απώλεια. Το τελικό αίσθημα δεν είναι μηδενιστικό, είναι παράδοξα καθαρτικό. Ο θεατής βγαίνει από την εμπειρία με μια οξεία επίγνωση της ευθραυστότητας, άρα και της σημασίας κάθε δεσμού.

Σε έναν κόσμο που εκπαιδεύει την απάθεια ως μηχανισμό άμυνας, το Sirāt επιμένει στο σοκ ως πράξη φροντίδας. Μας ταρακουνά όχι για να μας τιμωρήσει αλλά για να μας επαναφέρει στη δυνατότητα του αισθάνεσθαι.
Αυτό είναι και το βαθύτερο πολιτικό του σχόλιο. Η απάθεια γίνεται ο αργός θάνατος της κοινής εμπειρίας με το ξάφνιασμα, είτε βίαιο είτε τρυφερό, να λειτουργεί ως προσωρινή ανάσταση.
Η ταινία δεν προσφέρει λύσεις ούτε παρηγορητικά αφηγήματα προόδου. Προσφέρει κάτι δυσκολότερο: την αποδοχή ότι η ήττα μπορεί να είναι τόπος συνάντησης. Μέσα στην κοινή έκθεση στο αναπόφευκτο, οι χαρακτήρες αγγίζουν μια μορφή αλήθειας που ο προστατευμένος κόσμος τους αρνιόταν. Το Sirāt μετατρέπει αυτή την αλήθεια σε εμπειρία για τον θεατή. Κι εκεί βρίσκεται η δύναμή του, στο ότι μας αναγκάζει να θυμηθούμε πως το να νιώθεις, ακόμη και την ήττα, είναι προτιμότερο από την αναισθησία. Για αυτό, μέσα στον εκκωφαντικό θόρυβο του Sirāt, χορέψτε, μέχρι να τελειώσει ο κόσμος.
Κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook
Ακολούθησε μας στο Twitter
Κάνε εγγραφή στο κανάλι μας στο Youtube
Γίνε μέλος στο κανάλι μας στο Viber
– Αναφέρεται ως πηγή το ertnews.gr στο σημείο όπου γίνεται η αναφορά.
– Στο τέλος του άρθρου ως Πηγή
– Σε ένα από τα δύο σημεία να υπάρχει ενεργός σύνδεσμος