Ο Σεπτέμβριος είναι διεθνώς, ο μήνας ευαισθητοποίησης για τον καρκίνο των ωοθηκών, μία κακοήθεια που εξακολουθεί να αποτελεί σημαντική θεραπευτική πρόκληση στη γυναικολογική ογκολογία. Η απουσία αποτελεσματικού προσυμπτωματικού ελέγχου στον γενικό πληθυσμό, η μη ειδική συμπτωματολογία στα αρχικά στάδια και η συχνή διάγνωση σε προχωρημένη νόσο αποτελούν βασικούς λόγους για τους οποίους η έγκαιρη αναγνώριση των συμπτωμάτων και η σωστή ενημέρωση παραμένουν ιδιαίτερα σημαντικές.
Οι ιατροί της Θεραπευτικής Κλινικής (Νοσοκομείο Αλεξάνδρα) της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ δρ. Μαρία Καπαρέλου (παθολόγος – ογκολόγος) και Θάνος Δημόπουλος (καθηγητής θεραπευτικής – ογκολογίας – αιματολογίας, διευθυντής Θεραπευτικής Κλινικής, Νοσοκομείο «Αλεξάνδρα», τ. πρύτανης ΕΚΠΑ) αναφέρουν ότι ο καρκίνος των ωοθηκών δεν αποτελεί μία ενιαία νόσο, αλλά μία ετερογενή ομάδα νεοπλασιών με διαφορετικά ιστολογικά και μοριακά χαρακτηριστικά. Ο συχνότερος υπότυπος είναι το υψηλού βαθμού ορώδες καρκίνωμα (high-grade serous ovarian carcinoma – HGSOC), το οποίο σήμερα θεωρείται ότι σε σημαντικό ποσοστό περιπτώσεων προέρχεται από το επιθήλιο του κροσσωτού άκρου των σαλπίγγων. Άλλοι ιστολογικοί υπότυποι, όπως το ενδομητριοειδές, το διαυγοκυτταρικό, το βλεννώδες και το χαμηλού βαθμού ορώδες καρκίνωμα, χαρακτηρίζονται από διαφορετική βιολογική συμπεριφορά και απαιτούν ολοένα περισσότερο διαφοροποιημένες θεραπευτικές προσεγγίσεις.
Η έγκαιρη διάγνωση παραμένει πρόκληση
Ο καρκίνος των ωοθηκών μπορεί να προκαλεί συμπτώματα ήδη από τα πρώτα στάδια, ωστόσο αυτά συχνά είναι μη ειδικά. Επίμονο κοιλιακό άλγος ή αίσθημα πίεσης στην πύελο, μετεωρισμός, αύξηση της περιμέτρου της κοιλιάς, πρώιμος κορεσμός, μεταβολές στις κενώσεις και συχνουρία είναι συμπτώματα που χρειάζονται διερεύνηση όταν εμφανίζονται πρόσφατα και επιμένουν. Μέχρι σήμερα δεν υπάρχει καθιερωμένη μέθοδος πληθυσμιακού screening για γυναίκες μέσου κινδύνου. Ο καρκινικός δείκτης CA-125 και το διακολπικό υπερηχογράφημα έχουν σημαντικό ρόλο στη διαγνωστική διερεύνηση, δεν έχουν όμως αποδειχθεί επαρκή για αποτελεσματικό προσυμπτωματικό έλεγχο του γενικού πληθυσμού.
Κληρονομικότητα και μοριακό προφίλ
Ένα σημαντικό ποσοστό του καρκίνου των ωοθηκών συνδέεται με κληρονομική προδιάθεση. Οι παθογόνες μεταλλάξεις στα γονίδια BRCA1 και BRCA2 αποτελούν τις γνωστότερες γενετικές διαταραχές, ενώ και άλλα γονίδια επιδιόρθωσης του DNA, καθώς και το σύνδρομο Lynch, μπορούν να αυξήσουν τον κίνδυνο εμφάνισης της νόσου. Για τον λόγο αυτό, η γενετική συμβουλευτική και ο γονιδιακός έλεγχος έχουν ιδιαίτερη σημασία. Η αναγνώριση μιας κληρονομικής μετάλλαξης δεν αφορά μόνο την ίδια την ασθενή αλλά μπορεί να επιτρέψει την αναγνώριση συγγενών που διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο και να οδηγήσει σε κατάλληλες στρατηγικές πρόληψης.Παράλληλα, η μοριακή ανάλυση του ίδιου του όγκου αποτελεί πλέον αναπόσπαστο μέρος της σύγχρονης θεραπευτικής προσέγγισης.
Από τη χημειοθεραπεία στην εξατομικευμένη θεραπεία
Η αντιμετώπιση του προχωρημένου καρκίνου των ωοθηκών βασίζεται στη συνεργασία εξειδικευμένης διεπιστημονικής ομάδας. Η χειρουργική κυτταρομείωση και η συστηματική θεραπεία με καρβοπλατίνη και πακλιταξέλη παραμένουν βασικοί θεραπευτικοί πυλώνες. Η επίτευξη πλήρους μακροσκοπικής εξαίρεσης της νόσου αποτελεί σημαντικό θεραπευτικό στόχο. Όταν η αρχική χειρουργική αντιμετώπιση δεν θεωρείται εφικτή ή ασφαλής, μπορεί να προηγηθεί νεοεπικουρική (εισαγωγική ή προεγχειρητική) χημειοθεραπεία και να ακολουθήσει ενδιάμεση κυτταρομειωτική επέμβαση. Σε επιλεγμένες ασθενείς, στη χημειοθεραπεία προστίθεται το bevacizumab, ένας αντιαγγειογενετικός παράγοντας που στοχεύει τον VEGF και μπορεί να συνεχιστεί ως θεραπεία συντήρησης. Μία από τις σημαντικότερες θεραπευτικές εξελίξεις των τελευταίων ετών υπήρξε η εισαγωγή των αναστολέων PARP. Ο έλεγχος των γονιδίων BRCA1/2 και της ανεπάρκειας ομόλογου ανασυνδυασμού (Homologous Recombination Deficiency – HRD) επιτρέπει την αναγνώριση όγκων με διαταραγμένους μηχανισμούς επιδιόρθωσης του DNA και καθοδηγεί την επιλογή θεραπείας συντήρησης με PARP αναστολείς σε κατάλληλες ασθενείς. Η προσέγγιση αυτή έχει μεταβάλει ουσιαστικά τη φυσική ιστορία της νόσου, παρατείνοντας σημαντικά τον χρόνο χωρίς υποτροπή σε συγκεκριμένους μοριακούς υποτύπους.
Στην υποτροπιάζουσα νόσο, η θεραπευτική στρατηγική καθορίζεται από την προηγούμενη ανταπόκριση στην πλατίνα, τις θεραπείες που έχουν ήδη χορηγηθεί, την ιστολογία και πλέον από το μοριακό προφίλ του όγκου. Στην πλατινοευαίσθητη υποτροπή, οι πλατινούχοι συνδυασμοί εξακολουθούν να έχουν κεντρικό ρόλο. Στην πλατινοανθεκτική νόσο, ιδιαίτερη σημασία έχει αποκτήσει ο υποδοχέας φυλλικού οξέος-α (FRα). Σε όγκους με υψηλή έκφρασή του, το mirvetuximab soravtansine, ένα σύζευγμα αντισώματος-φαρμάκου (antibody-drug conjugate – ADC), αποτελεί μία σημαντική στοχευμένη θεραπευτική επιλογή. Παράλληλα, η ανοσοθεραπεία αρχίζει να αποκτά θέση σε επιλεγμένες ασθενείς. Η αξιολόγηση της έκφρασης του PD-L1 μπορεί πλέον να έχει θεραπευτική σημασία στην πλατινοανθεκτική υποτροπιάζουσα νόσο, καθώς σε PD-L1 θετικούς όγκους η προσθήκη pembrolizumab στη χημειοθεραπεία έχει διευρύνει τις διαθέσιμες θεραπευτικές επιλογές.
Το θεραπευτικό τοπίο συνεχίζει να εξελίσσεται. Το 2026, ο FDA ενέκρινε επίσης τον relacorilant, έναν ανταγωνιστή του υποδοχέα των γλυκοκορτικοειδών, σε συνδυασμό με nab-paclitaxel για συγκεκριμένες ασθενείς με πλατινοανθεκτικό επιθηλιακό καρκίνο ωοθηκών, σάλπιγγας ή πρωτοπαθή περιτοναϊκό καρκίνο μετά από προηγούμενες θεραπείες που περιλάμβαναν bevacizumab. Ένας ακόμη μοριακός στόχος που αποκτά αυξανόμενο ενδιαφέρον είναι ο HER2 (Human Epidermal Growth Factor Receptor 2). Η υπερέκφραση ή/και ενίσχυση του HER2 παρατηρείται σε συγκεκριμένους, λιγότερο συχνούς ιστολογικούς υποτύπους των γυναικολογικών κακοηθειών και μπορεί να δημιουργήσει θεραπευτικές ευκαιρίες. Τα νεότερα HER2-directed antibody-drug conjugates, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το trastuzumab deruxtecan, έχουν αναδείξει σημαντική αντικαρκινική δραστικότητα σε HER2-εκφράζοντες γυναικολογικούς όγκους, συμπεριλαμβανομένου του καρκίνου των ωοθηκών, ενισχύοντας τη σημασία της ολοκληρωμένης αξιολόγησης των βιοδεικτών σε επιλεγμένες ασθενείς.
Η μοριακή ταυτότητα της νόσου στο επίκεντρο
Οι εξελίξεις αυτές αλλάζουν σταδιακά τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζουμε τον καρκίνο των ωοθηκών. Η ιστολογική διάγνωση και το στάδιο της νόσου παραμένουν θεμελιώδη, αλλά πλέον συμπληρώνονται από μία σειρά βιοδεικτών που μπορούν να έχουν προγνωστική ή και άμεση θεραπευτική σημασία. Ο έλεγχος για BRCA1/2, HRD, FRα, PD-L1 και, σε επιλεγμένες περιπτώσεις, HER2 αποτελούν μέρος μιας νέας πραγματικότητας στην οποία η θεραπευτική απόφαση προσαρμόζεται ολοένα περισσότερο στα ιδιαίτερα βιολογικά χαρακτηριστικά του όγκου κάθε ασθενούς.
Το μήνυμα του Σεπτεμβρίου είναι επομένως διπλό, σύμφωνα με τους επιστήμονες. Από τη μία πλευρά, η αναγνώριση επίμονων συμπτωμάτων, η γνώση του οικογενειακού ιστορικού και η έγκαιρη ιατρική αξιολόγηση παραμένουν καθοριστικής σημασίας. Από την άλλη, για τις γυναίκες που θα διαγνωστούν, η επιστημονική πρόοδος δημιουργεί πλέον περισσότερες θεραπευτικές δυνατότητες. Ο καρκίνος των ωοθηκών παραμένει μία σοβαρή και σύνθετη νόσος. Ωστόσο, η βαθύτερη κατανόηση της μοριακής του βιολογίας και η ανάπτυξη στοχευμένων θεραπειών, ανοσοθεραπείας και νέας γενιάς antibody-drug conjugates σηματοδοτούν τη μετάβαση προς μία περισσότερο εξατομικευμένη και καθοδηγούμενη ογκολογία μέσω βιοδεικτών, με στόχο μεγαλύτερης διάρκειας έλεγχο της νόσου και, τελικά, καλύτερη επιβίωση και ποιότητα ζωής για τις ασθενείς.
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ
Κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook
Ακολούθησε μας στο Twitter
Κάνε εγγραφή στο κανάλι μας στο Youtube
Γίνε μέλος στο κανάλι μας στο Viber
– Αναφέρεται ως πηγή το ertnews.gr στο σημείο όπου γίνεται η αναφορά.
– Στο τέλος του άρθρου ως Πηγή
– Σε ένα από τα δύο σημεία να υπάρχει ενεργός σύνδεσμος