Το αμερικανικό δημόσιο χρέος ξεπέρασε την Τετάρτη το πρωτοφανές όριο των 40 τρισεκατομμυρίων δολαρίων, καταγράφοντας ένα νέο ιστορικό ρεκόρ και αναδεικνύοντας τις αυξανόμενες δημοσιονομικές πιέσεις που αντιμετωπίζει η Ουάσινγκτον.
Η εξέλιξη αυτή έρχεται μόλις πέντε μήνες μετά την υπέρβαση του ορίου των 39 τρισεκατομμυρίων δολαρίων, τον Μάρτιο, ενώ αντίστοιχο χρονικό διάστημα είχε χρειαστεί και για να αυξηθεί το χρέος από τα 38 στα 39 τρισεκατομμύρια, τον περασμένο Οκτώβριο.
Άμυνα, κοινωνικές δαπάνες και τόκοι αυξάνουν την πίεση
Η εκτόξευση του χρέους αποτυπώνει τις μεγάλες και συχνά ανταγωνιστικές προτεραιότητες της αμερικανικής κυβέρνησης. Οι αμυντικές δαπάνες, τα προγράμματα κοινωνικής προστασίας, όπως η Κοινωνική Ασφάλιση και το Medicare, αλλά και οι ολοένα υψηλότερες πληρωμές τόκων για το ομοσπονδιακό χρέος απορροφούν σημαντικό μέρος των κρατικών δαπανών.
Ο εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου, Κους Ντεσάι, υποστήριξε ότι η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ επικεντρώνεται στον περιορισμό της σπατάλης, της απάτης και της κατάχρησης στις ομοσπονδιακές δαπάνες, ενώ παράλληλα επιδιώκει την επιτάχυνση της οικονομικής ανάπτυξης. Σύμφωνα με τον ίδιο, στόχος είναι η βελτίωση της σχέσης του χρέους προς το ΑΕΠ των Ηνωμένων Πολιτειών.
Οι επιπτώσεις στην καθημερινότητα των Αμερικανών
Οικονομολόγοι και ειδικοί προειδοποιούν, ωστόσο, ότι η ταχεία αύξηση του χρέους δεν αποτελεί απλώς έναν δημοσιονομικό δείκτη, αλλά έχει ήδη επιπτώσεις στην οικονομική καθημερινότητα των Αμερικανών.
Το υψηλότερο κόστος δανεισμού μπορεί να επηρεάσει άμεσα τα στεγαστικά δάνεια και τη χρηματοδότηση αυτοκινήτων, ενώ η αυξημένη επιβάρυνση από τους τόκους περιορίζει τα διαθέσιμα κεφάλαια για επενδύσεις. Παράλληλα, η δημοσιονομική πίεση μπορεί να μεταφραστεί σε υψηλότερο κόστος για αγαθά και υπηρεσίες και να περιορίσει τις δυνατότητες οικονομικής ανάπτυξης σε βάθος χρόνου.
Η Μάργκαρετ Σπέλινγκς, πρόεδρος και διευθύνουσα σύμβουλος του Bipartisan Policy Center, προειδοποίησε ότι η σημερινή πορεία του ομοσπονδιακού χρέους δεν είναι βιώσιμη.
Όπως ανέφερε, η αύξηση του χρέους επιβαρύνει ήδη το κόστος ζωής και περιορίζει πόρους που θα μπορούσαν να κατευθυνθούν σε άλλες δημόσιες δαπάνες και επενδύσεις. Παράλληλα, σημείωσε ότι μια ύφεση, μια αναστάτωση που θα μπορούσε να προκαλέσει η ταχεία ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης, ένας παγκόσμιος πόλεμος ή άλλη σοβαρή οικονομική κρίση θα μπορούσε να επιδεινώσει απότομα την κατάσταση.
Το επόμενο μεγάλο «μέτωπο» είναι το όριο χρέους
Παράλληλα με την αύξηση του συνολικού χρέους, στο επίκεντρο αναμένεται να βρεθεί εκ νέου το λεγόμενο «όριο χρέους» των ΗΠΑ. Πρόκειται για το ανώτατο επίπεδο δανεισμού που επιτρέπεται από τον νόμο και το οποίο το Κογκρέσο μπορεί να αυξήσει, να αναστείλει ή να καταργήσει.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Bipartisan Policy Center, οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι πιθανό να προσεγγίσουν το όριο των 41,1 τρισεκατομμυρίων δολαρίων κάποια στιγμή από τα τέλη του χειμώνα έως τα μέσα του καλοκαιριού του 2027.
Αυτό σημαίνει ότι το Κογκρέσο θα κληθεί εκ νέου να αποφασίσει εάν θα αυξήσει ή θα αναστείλει το ανώτατο όριο, προκειμένου να διασφαλιστεί η δυνατότητα της ομοσπονδιακής κυβέρνησης να συνεχίσει να χρηματοδοτεί τις υποχρεώσεις της.
Η δυσμενέστερη δημοσιονομική εικόνα μεταξύ των ανεπτυγμένων οικονομιών
Η κατάσταση των αμερικανικών δημόσιων οικονομικών προκαλεί ιδιαίτερη ανησυχία σε σύγκριση με άλλες ανεπτυγμένες οικονομίες. Πρόσφατη ανάλυση στοιχείων του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης καταδεικνύει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες εμφανίζουν μία από τις δυσμενέστερες δημοσιονομικές θέσεις μεταξύ των ανεπτυγμένων χωρών.
Το νέο ορόσημο των 40 τρισεκατομμυρίων δολαρίων ενισχύει, έτσι, τη συζήτηση στην Ουάσινγκτον για την ανάγκη περιορισμού των ελλειμμάτων και αντιμετώπισης της μακροπρόθεσμης δυναμικής του χρέους, πριν η αυξανόμενη επιβάρυνση από τους τόκους περιορίσει ακόμη περισσότερο τα περιθώρια άσκησης οικονομικής πολιτικής.
Πηγή: AP
Κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook
Ακολούθησε μας στο Twitter
Κάνε εγγραφή στο κανάλι μας στο Youtube
Γίνε μέλος στο κανάλι μας στο Viber
– Αναφέρεται ως πηγή το ertnews.gr στο σημείο όπου γίνεται η αναφορά.
– Στο τέλος του άρθρου ως Πηγή
– Σε ένα από τα δύο σημεία να υπάρχει ενεργός σύνδεσμος