Κάθε νέα ταινία επιστημονικής φαντασίας του Στίβεν Σπίλμπεργκ κουβαλά το βάρος των βαρέων και ανθυγιεινών όλων των προηγούμενων ταινιών του καθώς είναι ο άνθρωπος που επαναπροσδιόρισε το είδος της επιστημονικής φαντασίας. Από τις «Στενές Επαφές Τρίτου Τύπου» και τον «Ε.Τ.» μέχρι τον «Πόλεμο των Κόσμων», ο Σπίλμπεργκ δεν χρησιμοποίησε τους εξωγήινους ως τέρατα ή απειλές αλλά ως καθρέφτη των ανθρώπινων φόβων, των ελπίδων και της ανάγκης μας να πιστέψουμε ότι υπάρχει κάτι μεγαλύτερο, πιο αχαρτογράφητο και σαφώς περισσότερο «σοφό» από εμάς.
Γι’ αυτό και μόνο το λόγο, η «Ημέρα Αποκάλυψης» ήταν μία από τις πλέον αναμενόμενες ταινίες της χρονιάς (περισσότερο και από την «Οδύσσεια» του Νόλαν μη σας πω). Η ιδέα ενός Σπίλμπεργκ που επιστρέφει στο πεδίο που ο ίδιος συνέβαλε καθοριστικά να διαμορφωθεί, σε μια εποχή όπου η συζήτηση γύρω από τις θεωρίες συνωμοσίας, τη δυσπιστία απέναντι στους θεσμούς και τη διαχείριση της πληροφορίας βρίσκεται στο υψηλότερο σημείο των τελευταίων δεκαετιών, έμοιαζε σχεδόν ιδανική.

Η υπόθεση ακολουθεί μια ομάδα ανθρώπων (ασύνδετων φαινομενικά μεταξύ τους που εκπροσωπούν 3 μορφές εξουσίας, τη μαθαίνουν με επίσημα στοιχεία πως οι κυβερνήσεις σε ολόκληρο τον κόσμο γνωρίζουν εδώ και δεκαετίες την ύπαρξη εξωγήινης ζωής και αποκρύπτουν συστηματικά την αλήθεια από το κοινό. Καθώς η αποκάλυψη πλησιάζει, το ερώτημα δεν είναι μόνο τι γνωρίζουν οι ισχυροί, αλλά αν η ανθρωπότητα είναι έτοιμη να διαχειριστεί όσα πρόκειται να μάθει. Και κάπου εκεί, η ταινία αποδεικνύεται τελικά πολύ πιο ενδιαφέρουσα ως υπόσχεση παρά ως ολοκληρωμένο έργο.
Με λειψά από τα αναμενόμενα εφέ και περρίσιους χαρατήρες που δεν σου επιτρέπουν να ακολουθήσεις με προσοχή την ιστρία τους και τη συμμετοχή τους στις δράσεις, η «Ημέρας Αποκάλυψης» αναλώνεται σε φλυαρίες και ένα υπερβολικά απλοϊκό φινάλε της, χτίζοντας με σοβαροφάνεια μια «υπόθεση εργασίας» που ίσως είχε δύναμη να συγκλονίσει το κοινό τη δεκαετία του 1980, αλλά σήμερα μοιάζει σχεδόν αφελής, κοινότυπη και μελό.
Για τα δύο πρώτα τρίτα της διάρκειάς της, η ταινία μοιάζει να κατευθύνεται προς κάτι πολύ πιο σύνθετο και εγκεφαλικό. Ο Στίβεν Σπίλμπεργκ ενορχηστρώνει ατμόσφαιρα συνωμοσίας, δυσπιστίας και μεταφυσικής ανησυχίας που «θυμίζει» (αλλά -spoiler alert- δεν είναι, από) τις καλύτερες στιγμές του είδους, αφήνοντας διάχυτη την αίσθηση ότι κάτω από την επιφάνεια κρύβεται μια «μεγάλη ιδέα» και ότι η ιστορία δεν ενδιαφέρεται απλώς να αποκαλύψει αν υπάρχουν εξωγήινοι, αλλά να εξερευνήσει τι σημαίνει η απόκρυψη της αλήθειας σε μια κοινωνία που στηρίζεται πάνω στην πληροφορία.
Για μιάμιση ώρα μας κοροιδεύει με επιτυχία, μέχρι που έρχεται η τρίτη πράξη με ένα φθηνό, πρόχειρο τέλος, που είναι απελπιστικά «εύκολο» σχεδόν ακυρώνοντας όλη την υπομονετική οικοδόμηση που προηγήθηκε. Η ταινία υποστηρίζει ότι η αποκάλυψη μιας μεγάλης αλήθειας αρκεί από μόνη της για ταράξει τα κοινωνικά θεμέλια, κάτι που ίσως ίσχυε σε ένα διαφορετικά πλασμένο κόσμο.

Ως μεγάλη ιδέα παρουσιάζεται ότι οι κυβερνήσεις γνωρίζουν εδώ και σχεδόν έναν αιώνα την ύπαρξη εξωγήινης ζωής και το αποκρύπτουν από τους πολίτες αφήνοντας το «Ο κόσμος πρέπει να μάθει την αλήθεια» να μπαλατζάρει ως πίσω κείμενο, σε μια εποχή που τα «X-Files», το έκαναν καλύτερα και χωρίς το façade σημαντικότητας. Και, κακά τα ψέματα, σήμερα ο κόσμος γνωρίζει ήδη τα πάντα (ή τουλάχιστον έτσι αισθάνεται).
Το πραγματικό πρόβλημα της «Ημέρας Αποκάλυψης» δεν είναι ότι πιστεύει πως η αλήθεια πρέπει να αποκαλυφθεί αλλά ότι εξακολουθεί να πιστεύει πως η αποκάλυψη της αλήθειας αρκεί από μόνη της για να αλλάξει τον κόσμο. Ολόκληρη η δραματουργία της στηρίζεται στην υπόθεση ότι η ανθρωπότητα βρίσκεται ένα βήμα πριν από μια κοσμοϊστορική αφύπνιση, λες και ζούμε ακόμη σε μια εποχή όπου οι πληροφορίες είναι σπάνιες και οι πολίτες διψούν να μάθουν όσα τους κρύβουν οι ισχυροί.
Στην πραγματικότητα, η σύγχρονη κοινωνία δεν πάσχει από έλλειψη γνώσης αλλά από υπερβολική έκθεση σε αυτήν. Κάθε μέρα παράγονται περισσότερες αποκαλύψεις (αληθινές ή fake), διαρροές, καταγγελίες και θεωρίες απ’ όσες μπορεί να επεξεργαστεί οποιοσδήποτε άνθρωπος. Το αποτέλεσμα δεν είναι η επανάσταση αλλά… η παράλυση.
Ο Σπίλμπεργκ σκηνοθετεί με απαράμιλλη δεξιοτεχνία μια ιστορία που αντιμετωπίζει την πληροφορία ως απελευθερωτική δύναμη, την ίδια στιγμή που ο 21ος αιώνας μας έχει μάθει ότι η πληροφορία συχνά λειτουργεί ως «θόρυβος», έτσι η ταινία μοιάζει να μιλά για το μέλλον χρησιμοποιώντας τα εργαλεία, τις βεβαιότητες και τις πολιτικές αισιοδοξίες ενός κόσμου που έχει πια παρέλθει. Με λόγια απλά: Όσο περισσότερα γνωρίζουμε, τόσο λιγότερο φαίνεται να μπορούμε να μετατρέψουμε τη γνώση σε δράση.
Γι’ αυτό και η «Ημέρα Αποκάλυψης» μοιάζει ανεπίκαιρη στον πυρήνα της. Ακόμη κι αν αύριο εμφανιζόταν ένας αδιαμφισβήτητος φάκελος που αποδείκνυε ότι οι κυβερνήσεις κρύβουν επί δεκαετίες επαφές με εξωγήινους πολιτισμούς, πιστεύετε πως θα άλλαζε στην ουσία η ζωή μας, θα δημιουργούσαν πραγματικούς αμφισβητίες πολίτες και θα έκανε τους πολιτικούς όλου του κόσμου να στέκονται με ευθύτητα και ειλικρίνεια σε νέες αποκαλύψεις; Η καχυποψία στις μέρες μας έχει αντικατασταθεί από το δέος και η ταινία μοιάζει να μην το καταλαβαίνει.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το κοινό θα δει μια πολυεπίπεδα κακή ταινία. Αντιθέτως. Το παράδοξο είναι ότι ενώ πιθανότατα δεν θα τη θυμόμαστε σε δέκα χρόνια, παραμένει μια από τις καλές ταινίες του Σπίλμπεργκ, όχι επειδή διαθέτει σπουδαίο σενάριο αλλά επειδή διαθέτει… τον Σπίλμπεργκ, ένα είδος οραματιστή σκηνοθέτη -με φαντασία παιδιού- που κινδυνεύει να εκλείψει. Ελάχιστοι σκηνοθέτες μπορούν να μετατρέψουν πλέον ένα τόσο πρόχειρα γραμμένο υλικό σε κάτι που μοιάζει συνεκτικό. Το σενάριο βασίζεται διαρκώς στους εντυπωσιασμούς, «υποδύεται» ότι θέτει μεγάλα φιλοσοφικά ερωτήματα ενώ στην πραγματικότητα ανακυκλώνει ιδέες που η επιστημονική φαντασία έχει επεξεργαστεί δεκαετίες πριν. Πίσω από τον σοβαρό τόνο του έργου κρύβεται μια σχεδόν αφελής πίστη ότι η αλήθεια, όταν αποκαλυφθεί, θα απελευθερώσει τους ανθρώπους.

Ο Σπίλμπεργκ, όμως, αγαπά τόσο πολύ το συγκεκριμένο είδος ώστε καταφέρνει να γεφυρώσει κενά που δεν γεφυρώνονται: Δίνει βαρύτητα σε σκηνές που δεν την έχουν, δημιουργεί μυστήριο εκεί όπου το σενάριο προσφέρει μόνο πληροφορίες, χτίζει προσμονή για αποκαλύψεις (που τελικά δεν δικαιώνονται). Βλέποντας την ταινία γίνεται σχεδόν αδύνατο να μη σκεφτεί κανείς πόσο χειρότερη θα ήταν στα χέρια ενός λιγότερο χαρισματικού δημιουργού.
Επιστρέφουμε πάλι σε μια αντίφαση που θα υποστηρίξει το Σπιλμπερικό μεγαλείο: Οι ερμηνείες, με ελάχιστες εξαιρέσεις, έχουν δηθενιά. Ο Κόλμαν Ντομίνγκο παίζει τον «Μαύρο Θεό» σε ένα κόσμο «λευκής» θεώρησης. Η Έμιλι Μπλαντ παραμένει γοητευτική παρουσία, όμως εδώ η εικόνα φαίνεται να έχει επικρατήσει της εκφραστικότητας. Η περιορισμένη κινητικότητα του προσώπου της στερεί από αρκετές σκηνές συναισθηματικές αποχρώσεις που θα μπορούσαν να τις κάνουν ισχυρότερες (παρακαλώ να μην το εκλάβετε ως ρατσιστικό σχόλιο για τις αισθητικές της επεμβάσεις καθώς δεν είναι αυτός ο σκοπός της αναφοράς). Ο Τζος Ο’Κόνορ προσπαθεί να δώσει ανθρώπινη διάσταση σε έναν ρόλο που συχνά λειτουργεί ως αφηγηματικό εργαλείο. H Ιβ Χιούσον έχει ενδιαφέρον κριτήριο (και εργαλεία αυτοπροστασίας από τα περισσότερα κλισέ που την περιβάλλουν), ξεχωρίζοντας με ευκολία, παρά τον ασπόνδυλο και σχηματικό χαρακτήρα της.
Η ειρωνεία είναι ότι η «Ημέρα Αποκάλυψης» μοιάζει να αγνοεί ότι σήμερα, η αλήθεια έχει λιγότερη σημασία από την εστίαση, την προσοχή, τη διεκδίκηση και αυτή είναι μια πολύ πιο τρομακτική διαπίστωση από οποιονδήποτε εξωγήινο θα μπορούσε να εμφανίσει η ταινία (ή κάποια δημοσιογραφική αποκάλυψη).
Κι όμως, η «Ημέρα Αποκάλυψης» παραμένει μια ταινία που αξίζει να συζητηθεί ακριβώς επειδή αποτυγχάνει… με ενδιαφέρον τρόπο. Δεν πρόκειται για ένα άψυχο στουντιακό προϊόν που ξεχνιέται πριν καν πέσουν οι τίτλοι τέλους. Είναι μια παράξενη, άνιση και συχνά αντιφατική δημιουργία που προσπαθεί να χωρέσει περισσότερες ιδέες απ’ όσες τελικά μπορεί να διαχειριστεί.
Από τη μία είναι ένα θρίλερ καταδίωξης με αναφορές στα πολιτικά θρίλερ της δεκαετίας του ’70· από την άλλη είναι μια σχεδόν μεταφυσική έκκληση για ενσυναίσθηση, εμπιστοσύνη και συλλογική πίστη σε έναν κόσμο που έχει μάθει να αντιμετωπίζει τα πάντα με κυνισμό.
Το πρόβλημα είναι πως, ξεκάθαρα το σενάριο δεν καταφέρνει να ενώσει αυτές τις διαφορετικές φιλοδοξίες σε ένα οργανικό σύνολο, με αποτέλεσμα το φινάλε να καλείται να σηκώσει πολύ μεγαλύτερο βάρος απ’ όσο μπορεί να αντέξει. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχουν σκηνές, ιδέες και ερωτήματα που παραμένουν στο μυαλό μας πολύ μετά την προβολή (μάλλον για τους λάθος λόγους).

Ίσως τελικά αυτό να είναι και το πιο σπιλμπεργκικό χαρακτηριστικό της: Δεν πρόκειται για μία από τις σπουδαίες του ταινίες, είναι όμως μία από εκείνες τις ταινίες που θυμίζουν γιατί η παρουσία δημιουργών σαν τον Στίβεν Σπίλμπεργκ εξακολουθεί να είναι πολύτιμη, ακριβώς επειδή εξακολουθούν να κυνηγούν μεγάλες ιδέες, ακόμη και όταν δεν καταφέρνουν να τις τιθασεύσουν πλήρως.
Στον σημερινό κινηματογράφο της ασφάλειας (που στηρίζεται στις επαναπροβλές στις πλατφόρμες), των δοκιμασμένων συνταγών και των αλγοριθμικών βεβαιοτήτων, μια ενδιαφέρουσα αποτυχία ίσως έχει τελικά μεγαλύτερη αξία από μια άψογα εκτελεσμένη μετριότητα.
Κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook
Ακολούθησε μας στο Twitter
Κάνε εγγραφή στο κανάλι μας στο Youtube
Γίνε μέλος στο κανάλι μας στο Viber
– Αναφέρεται ως πηγή το ertnews.gr στο σημείο όπου γίνεται η αναφορά.
– Στο τέλος του άρθρου ως Πηγή
– Σε ένα από τα δύο σημεία να υπάρχει ενεργός σύνδεσμος