Η Ουάσινγκτον μεταφέρει στην οικονομική σφαίρα την πίεση προς την Χεζμπολάχ – Τι ζητήθηκε από τον Λίβανο

Σύνοψη
  • Έμφαση από τις ΗΠΑ στον έλεγχο από τον Λίβανο στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα της Χεζμπολάχ για αποτροπή μεταφοράς χρημάτων στο Ιράν

Οι αμερικανικές πιέσεις προς τον Λίβανο δεν περιορίζονται πλέον στο ζήτημα των όπλων της Χεζμπολάχ. Η επίσκεψη του πρωθυπουργού του Λίβανου Ναουάφ Σαλάμ και του υπουργού Οικονομικών Γιασίν Τζάμπερ στην Ουάσινγκτον καταδεικνύει ότι το χρηματοπιστωτικό ζήτημα έχει πλέον καταστεί βασικό μέρος της αμερικανικής προσέγγισης απέναντι στη Χεζμπολάχ, παράλληλα με τη συνεχιζόμενη πίεση προς το λιβανικό κράτος να προχωρήσει στο θέμα του κρατικού μονοπωλίου των όπλων.

Το γεγονός αυτό εγείρει το ερώτημα κατά πόσον η επόμενη περίοδος θα χαρακτηρίζεται από σταδιακή ενίσχυση της οικονομικής πίεσης, η οποία θα προηγηθεί ή θα εξελιχθεί παράλληλα με οποιαδήποτε πρόοδο στο ζήτημα της ασφάλειας.

Σύμφωνα με πληροφορίες της «Elnashra», οι συνομιλίες με τον Αμερικανό υπουργό Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ δεν επικεντρώθηκαν στην επιβολή κυρώσεων με την παραδοσιακή έννοια, δηλαδή στην υποβολή συγκεκριμένων ονομάτων προς προσθήκη στους καταλόγους κυρώσεων.

Αντίθετα, η συζήτηση επικεντρώθηκε στην ικανότητα του λιβανικού κράτους και της Κεντρικής Τράπεζας του Λιβάνου να αποτρέψουν τη χρήση του λιβανικού χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη μεταφορά ή την εισροή κεφαλαίων προς φορείς που συνδέονται με το Ιράν και τη Χεζμπολάχ. Παράλληλα, υπογραμμίστηκε η ανάγκη ενίσχυσης της εποπτείας των χρηματικών ροών που πραγματοποιούνται εκτός του παραδοσιακού τραπεζικού συστήματος.

Οι ίδιες πληροφορίες αναφέρουν ότι η αμερικανική πλευρά έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στις εταιρείες μεταφοράς χρημάτων και στην οικονομία μετρητών, θεωρώντας ότι η αυστηροποίηση των περιορισμών στις τράπεζες τα προηγούμενα χρόνια δεν κατάφερε να σταματήσει τη διακίνηση χρημάτων. Αντιθέτως, συνέβαλε στη μεταφορά σημαντικού μέρους αυτών των συναλλαγών σε άλλα κανάλια, τα οποία είναι δυσκολότερο να εντοπιστούν μέσω των παραδοσιακών τραπεζικών μηχανισμών.

Για τον λόγο αυτό, η νέα φάση της αμερικανικής προσέγγισης προβλέπει τη διεύρυνση της χρηματοπιστωτικής εποπτείας πέρα από τον τραπεζικό τομέα.

Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι ο Μπέσεντ παρέδωσε στη λιβανική αντιπροσωπεία κατάλογο με συγκεκριμένες τράπεζες, εταιρείες ή λογαριασμούς που θα πρέπει να κλείσουν. Επίσης, σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες, οι συνομιλίες δεν κατέληξαν στον καθορισμό συγκεκριμένου χρονοδιαγράμματος εντός του οποίου ο Λίβανος δεσμεύτηκε να εφαρμόσει μια σειρά μέτρων.

Οι συζητήσεις φαίνεται περισσότερο να καθόρισαν τη γενική κατεύθυνση των προσδοκιών της Ουάσινγκτον από τη λιβανική κυβέρνηση και την Κεντρική Τράπεζα για την επόμενη περίοδο. Η πρακτική εφαρμογή αυτών των κατευθύνσεων αναμένεται να φανεί μέσα από τα μέτρα που θα λάβουν οι αρμόδιοι θεσμοί του Λιβάνου.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο ρόλος της Κεντρικής Τράπεζας του Λιβάνου αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς το υπουργείο Οικονομικών δεν διαθέτει από μόνο του όλα τα απαραίτητα εργαλεία για την παρακολούθηση των χρηματικών ροών ή την επιβολή μέτρων στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα.

Κατά συνέπεια, εφόσον εφαρμοστούν τα αμερικανικά αιτήματα, αυτό αναμένεται να αποτυπωθεί στα εποπτικά μέτρα που ενδέχεται να υιοθετήσει η Κεντρική Τράπεζα απέναντι στις τράπεζες, στις εταιρείες μεταφοράς χρημάτων και στα λοιπά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα της Χεζμπολάχ, καθώς και στον αυστηρότερο έλεγχο της προέλευσης, της διακίνησης και των τελικών αποδεκτών των κεφαλαίων.

Σύμφωνα με πηγές που παρακολουθούν το ζήτημα, η λιβανική πλευρά αντιλαμβάνεται την ευαισθησία που συνεπάγεται η μετάβαση από τις χρηματοπιστωτικές μεταρρυθμίσεις, οι οποίες θεωρούνται ούτως ή άλλως απαραίτητες για την ανασυγκρότηση του τραπεζικού τομέα, σε μέτρα που θα μπορούσαν να ερμηνευθούν στο εσωτερικό του Λιβάνου ως τμήμα της αμερικανικής αντιπαράθεσης με τη Χεζμπολάχ.

Αυτό αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία εάν τα οικονομικά μέτρα συνοδευτούν από συνεχιζόμενες πιέσεις στο ζήτημα των όπλων, χωρίς αντίστοιχη πρόοδο σε ό,τι αφορά την ισραηλινή αποχώρηση και τον τερματισμό των επιθέσεων.

Ως εκ τούτου, το βασικό πρόβλημα δεν βρίσκεται στην αρχή της εποπτείας του χρηματοπιστωτικού συστήματος, κάτι που αποτελεί πρωτίστως λιβανικό συμφέρον πριν ακόμη αποτελέσει αμερικανικό αίτημα, αλλά στα όρια στα οποία μπορεί να φτάσει αυτή η διαδικασία και στον πολιτικό στόχο με τον οποίο ενδέχεται να τη συνδέσει η Ουάσινγκτον.

Υπό αυτό το πρίσμα, η συνάντηση με τον Σκοτ Μπέσεντ δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από την ευρύτερη εικόνα των αμερικανολιβανικών σχέσεων.

Η Ουάσινγκτον επιδιώκει από το λιβανικό κράτος να προχωρήσει στην επιβολή του κρατικού μονοπωλίου στα όπλα, αλλά παράλληλα επιδιώκει και τον περιορισμό της δυνατότητας της Χεζμπολάχ να χρηματοδοτεί τις δομές, τους θεσμούς και τα δίκτυά της. Αυτό σημαίνει ότι η οικονομική πίεση εξελίσσεται παράλληλα με την πολιτική πίεση και την πίεση στον τομέα της ασφάλειας.

Μέχρι στιγμής, σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες, ο Λίβανος δεν έχει δεσμευτεί σε συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα ούτε έχει ανακοινώσει συγκεκριμένα μέτρα. Επίσης, δεν έχει ξεκινήσει κάποια νέα λιβανική χρηματοπιστωτική εκστρατεία της οποίας τα αποτελέσματα θα μπορούσαν ήδη να αξιολογηθούν.

Κατά συνέπεια, οι ενέργειες που θα αναλάβει η Κεντρική Τράπεζα του Λιβάνου κατά την επόμενη περίοδο θα αποτελέσουν τον σημαντικότερο δείκτη για να διαπιστωθεί το πραγματικό εύρος των απαιτήσεων που μεταφέρθηκαν από την Ουάσινγκτον προς τη Βηρυτό.

Μετάφραση: Ουαλίντ Ελίας

Πηγή : elnashra

Όλες οι Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο,  στο ertnews.gr
Διάβασε όλες τις ειδήσεις μας στο Google
Κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook
Ακολούθησε μας στο Twitter
Κάνε εγγραφή στο κανάλι μας στο Youtube
Γίνε μέλος στο κανάλι μας στο Viber

Προσοχή! Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των πληροφοριών του παραπάνω άρθρου (όχι αυτολεξεί) ή μέρους αυτών μόνο αν:
– Αναφέρεται ως πηγή το ertnews.gr στο σημείο όπου γίνεται η αναφορά.
– Στο τέλος του άρθρου ως Πηγή
– Σε ένα από τα δύο σημεία να υπάρχει ενεργός σύνδεσμος